AD
Άμυνα & Γεωπολιτική

Πότε θα σκάσει η κρίση στην Ταϊβάν - ΗΠΑ και Κίνα ετοιμάζονται (Foreign Affairs)

Πότε θα σκάσει η κρίση στην Ταϊβάν - ΗΠΑ και Κίνα ετοιμάζονται (Foreign Affairs)
Το 2027 είχε επί χρόνια θεωρηθεί από πολλούς αναλυτές στην Ουάσινγκτον και την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού ως πιθανό σημείο καμπής
Η συνάντηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία τα Στενά της Ταϊβάν εμφανίζουν μια ασυνήθιστη σχετική ηρεμία. Η Κίνα εξακολουθεί να ασκεί καθημερινή στρατιωτική και ναυτική πίεση στην Ταϊβάν, όμως εδώ και σχεδόν έναν χρόνο έχει αποφύγει τις μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις που είχαν γίνει συχνό εργαλείο άσκησης πίεσης μετά την επίσκεψη της τότε προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Νάνσι Πελόζι, στην Ταϊβάν το 2022.
 
Κινεζικά μαχητικά εξακολουθούν να περνούν τακτικά τη νοητή μέση γραμμή των Στενών, κινεζικά πολεμικά πλοία πραγματοποιούν ελιγμούς ανατολικά του νησιού, ενώ η κινεζική ακτοφυλακή παρενοχλεί συστηματικά πλοία στην περιοχή. Ωστόσο, η απουσία μιας μεγάλης στρατιωτικής επίδειξης ισχύος αποτυπώνει, σύμφωνα με την ανάλυση του Foreign Affairs, μια διαφορετική εκτίμηση του Πεκίνου για την παρούσα συγκυρία.
 
Κεντρικό στοιχείο αυτής της αλλαγής είναι η ενίσχυση της αισιοδοξίας στο Πεκίνο. Παρότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει ανακοινώσει επίσημη αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής έναντι της Ταϊβάν, δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου μετά την προηγούμενη συνάντησή του με τον Σι τον Μάιο προκάλεσαν ανησυχία στην Ταϊπέι σχετικά με τη σταθερότητα της αμερικανικής στήριξης.
 
Το 2027 είχε επί χρόνια θεωρηθεί από πολλούς αναλυτές στην Ουάσινγκτον και την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού ως πιθανό σημείο καμπής. Ο Σι έχει ζητήσει από τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό να είναι έτοιμος έως τότε για ενδεχόμενη στρατιωτική σύγκρουση στα Στενά. Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι το Πεκίνο σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία το 2027.
 
Αντιθέτως, η εικόνα που περιγράφεται είναι ότι ο Σι θεωρεί πως διαθέτει σήμερα μεγαλύτερο περιθώριο χειρισμών τόσο απέναντι στην Ουάσινγκτον όσο και απέναντι στην Ταϊπέι. Η εκκαθάριση της κινεζικής στρατιωτικής ηγεσίας συνεχίζεται, με δεκάδες ανώτατους αξιωματικούς να έχουν απομακρυνθεί κατά την τρίτη θητεία του, εξέλιξη που υποδηλώνει ότι ο Κινέζος ηγέτης δεν θεωρεί ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με άμεση κρίση στα Στενά.
 
Το σημαντικότερο ορόσημο ενδέχεται επομένως να μην είναι το 2027 αλλά το 2028. Εκείνη τη χρονιά θα πραγματοποιηθούν προεδρικές εκλογές τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ταϊβάν, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά τη μελλοντική πορεία των σχέσεων μεταξύ Πεκίνου, Ταϊπέι και Ουάσινγκτον.
 
Η στρατηγική του Σι φαίνεται να συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την προσδοκία ότι το Κουομιντάνγκ (KMT) θα επιστρέψει στην εξουσία, έπειτα από περισσότερα από δώδεκα χρόνια διακυβέρνησης του Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (DPP), το οποίο το Πεκίνο αντιμετωπίζει ως δύναμη που προωθεί την ανεξαρτησία της Ταϊβάν.
 
Η αλλαγή ηγεσίας στο KMT τον Νοέμβριο του 2025 ενίσχυσε αυτές τις προσδοκίες. Η Τσενγκ Λι-γουέν, η οποία εξελέγη απροσδόκητα στην ηγεσία του κόμματος, έχει υιοθετήσει σαφώς πιο ήπια προσέγγιση απέναντι στην Κίνα, υπογραμμίζοντας τους πολιτισμικούς δεσμούς μεταξύ των δύο πλευρών και την ανάγκη διαλόγου.
 
Τον Απρίλιο του 2026 ταξίδεψε στο Πεκίνο και συναντήθηκε με τον Σι, λίγες εβδομάδες πριν από την επίσκεψη του Τραμπ. Η συνάντηση έδωσε στον Κινέζο ηγέτη τη δυνατότητα να παρουσιάσει την πολιτική του για την Ταϊβάν ως περισσότερο διαλλακτική, ενώ η υποδοχή της Τσενγκ κατέδειξε τη σημασία που αποδίδει το Πεκίνο στην προοπτική πολιτικού διαλόγου μετά το 2028.
 
Ωστόσο, η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή δεν αποτελεί εγγύηση για την επιστροφή του KMT στην εξουσία. Η Τσενγκ επικράτησε στην εσωκομματική διαδικασία με λίγο πάνω από το 50% των ψήφων, ενώ η υποστήριξη προς το κόμμα της καταγράφεται σε χαμηλότερα επίπεδα στο σύνολο του εκλογικού σώματος. Το ενδεχόμενο να αποτελέσει την υποψήφια του KMT για την προεδρία δεν θεωρείται δεδομένο.
 
Έτσι, το Πεκίνο μπορεί να βρεθεί το 2028 αντιμέτωπο είτε με μια τέταρτη συνεχόμενη κυβέρνηση του DPP υπό τον σημερινό πρόεδρο Λάι Τσινγκ-τε είτε με μια πιο μετριοπαθή ηγεσία του KMT, η οποία θα είναι επιφυλακτικότερη απέναντι στις επιδιώξεις του Σι.
 
Μια νέα νίκη του Λάι, ιδίως εάν συνοδευτεί από ενισχυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία του DPP, θα περιόριζε περαιτέρω τις προσδοκίες του Πεκίνου για πολιτική προσέγγιση μέσω του KMT. Ήδη μετά τις εκλογές του 2024, η κινεζική ηγεσία είχε επικεντρωθεί στο γεγονός ότι ο Λάι εξελέγη χωρίς απόλυτη πλειοψηφία και ότι το KMT είχε αποκτήσει τον έλεγχο της νομοθετικής εξουσίας. Μια επανάληψη του ίδιου αποτελέσματος το 2028 θα δυσκόλευε ακόμη περισσότερο την επιχειρηματολογία του Πεκίνου για την αποτελεσματικότητα της πολιτικής του απέναντι στην Ταϊβάν.
 
Η σημερινή κινεζική στρατηγική αποτελεί συνέχεια μιας πορείας που έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ο πρώην πρόεδρος Χου Τζιντάο είχε επιχειρήσει μια πιο ήπια προσέγγιση προς την κυβέρνηση του KMT υπό τον Μα Γινγκ-τζέου, όμως η προσπάθεια αυτή αντιμετώπισε ισχυρές αντιδράσεις στην Ταϊβάν. Το 2014, το Κίνημα των Ηλιοτροπίων οδήγησε σε κατάληψη του κοινοβουλίου από νεαρούς διαδηλωτές, με αφορμή εμπορική συμφωνία που θεωρήθηκε ότι θα ενίσχυε υπερβολικά την οικονομική ενοποίηση με την Κίνα.
 
Με την άνοδο του DPP στην εξουσία το 2016, ο Σι εγκατέλειψε σε μεγάλο βαθμό τον πολιτικό διάλογο και στράφηκε σε μια πολιτική συνεχούς πίεσης. Η στρατηγική αυτή αποσκοπεί, σύμφωνα με την ανάλυση, στο να πείσει την κοινωνία της Ταϊβάν ότι το υφιστάμενο καθεστώς δεν μπορεί να διατηρηθεί επ' αόριστον και ότι η προσέγγιση με την ηπειρωτική Κίνα αποτελεί τελικά αναπόφευκτη εξέλιξη.
 
Το κόστος της στρατιωτικής πίεσης
 
Η κατάσταση μπορεί να γίνει πιο δύσκολη για το Πεκίνο κατά την τέταρτη θητεία του Σι. Καθώς ο Κινέζος ηγέτης θα πλησιάζει τα 80 στο τέλος της, η αντίληψη ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του Πεκίνου ενδέχεται να αποδυναμωθεί. Ιδιαίτερα ένα εκλογικό αποτέλεσμα στην Ταϊβάν που θα απογοητεύσει τις κινεζικές προσδοκίες θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση για πιο επιθετικές κινήσεις.
 
Η εμπειρία του 2022 έδειξε ότι το Πεκίνο μπορεί να κλιμακώσει σημαντικά τη στρατιωτική πίεση χωρίς να οδηγηθεί απαραίτητα σε γενικευμένη σύγκρουση με τις ΗΠΑ. Μετά την επίσκεψη της Πελόζι, η Κίνα εκτόξευσε πυραύλους πάνω από την Ταϊβάν για πρώτη φορά μετά τις κρίσεις των Στενών τη δεκαετία του 1990 και δημιούργησε ζώνες αποκλεισμού γύρω από το νησί.
 
Μια μελλοντική κλιμάκωση θα μπορούσε να λάβει τη μορφή μιας πιο παρατεταμένης στρατιωτικής εκστρατείας πίεσης, χωρίς απαραίτητα να περιλαμβάνει άμεση χρήση πυρών. Μεταξύ των πιθανών ενεργειών περιλαμβάνονται ο έλεγχος ξένων πλοίων στη θάλασσα, η δημιουργία πολλαπλών ζωνών περιορισμού της διεθνούς ναυσιπλοΐας γύρω από την Ταϊβάν και η προσπάθεια παρεμπόδισης αμερικανικών αποστολών στρατιωτικού υλικού.
 
Μια τέτοια εξέλιξη θα βρισκόταν κάτω από το επίπεδο ενός πλήρους ναυτικού αποκλεισμού, αλλά θα έστελνε το μήνυμα ότι η πρόσβαση της Ταϊβάν στον έξω κόσμο εξαρτάται από την ανοχή του Πεκίνου.
 
Παράλληλα, όμως, μια κλιμάκωση θα εμπεριείχε σημαντικούς κινδύνους για την ίδια την κινεζική στρατηγική. Η αυξημένη πίεση θα μπορούσε να ενισχύσει το αίσθημα συσπείρωσης στην Ταϊβάν και να αυξήσει την κοινωνική αντίθεση προς το Πεκίνο. Παρόμοια δυναμική είχε παρατηρηθεί τη δεκαετία του 1990, όταν οι κινεζικές απειλές πριν από τις εκλογές του 2000 συνέβαλαν στην πρώτη προεδρική νίκη του DPP.
 
Οι πιο ακραίες επιλογές, όπως ένας πλήρης αποκλεισμός ή ακόμη και η κατάληψη κάποιου από τα νησιά που ελέγχει η Ταϊβάν και βρίσκονται πολύ κοντά στις κινεζικές ακτές, θα είχαν ακόμη μεγαλύτερο ρίσκο. Στα χρόνια της εξουσίας του ο Σι έχει προτιμήσει σταδιακή και διαρκή πίεση αντί μιας αποφασιστικής κίνησης υψηλού ρίσκου.
 
Ένας αποκλεισμός θα μπορούσε επίσης να δώσει στις ΗΠΑ περισσότερο χρόνο για να συγκροτήσουν διεθνή συμμαχία και να επιβάλουν οικονομικό και πολιτικό κόστος στην Κίνα. Παράλληλα, η εμπειρία του πολέμου στο Ιράν θα μπορούσε να επηρεάσει τους κινεζικούς υπολογισμούς σχετικά με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της αμερικανικής ισχύος.
 
Η Ταϊβάν ενισχύει την άμυνά της
 
Στο μεταξύ, η Ταϊβάν επιχειρεί να αξιοποιήσει την περίοδο σχετικής ηρεμίας για να ενισχύσει τις αμυντικές της δυνατότητες. Υπό το DPP, η Ταϊπέι έχει αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες και έχει προχωρήσει σε σημαντική αναδιάρθρωση των οικονομικών της σχέσεων με την Κίνα.
 
Τον Μάιο ενέκρινε συμπληρωματικό αμυντικό προϋπολογισμό ύψους 25 δισ. δολαρίων. Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορά πλέον όχι μόνο την αγορά νέων οπλικών συστημάτων αλλά και την ενσωμάτωσή τους στις ένοπλες δυνάμεις. Μεταξύ των βασικών πολιτικών αντιπαραθέσεων βρίσκεται και η ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας drones.
 
Η αμυντική προετοιμασία δεν περιορίζεται, ωστόσο, στις ένοπλες δυνάμεις. Η κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει τη λεγόμενη «ανθεκτικότητα ολόκληρης της κοινωνίας», προετοιμάζοντας τον πληθυσμό για το ενδεχόμενο μιας κρίσης χωρίς να προκαλεί πανικό. Παράλληλα, επιδιώκει να περιορίσει την παρουσία κινεζικών εξαρτημάτων στις αλυσίδες εφοδιασμού του Δημοσίου.
 
Στο οικονομικό επίπεδο, η Ταϊβάν έχει μειώσει αισθητά την εξάρτησή της από την Κίνα. Το 2010 πάνω από το 80% των εξερχόμενων επενδύσεών της κατευθυνόταν προς την κινεζική αγορά, ενώ σήμερα το αντίστοιχο ποσοστό είναι κάτω από 10%.
 
Η ανάπτυξη στηρίζεται πλέον σε μεγάλο βαθμό στη βιομηχανία ημιαγωγών, η οποία επωφελείται από την παγκόσμια έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης. Παρά τον πληθυσμό των περίπου 23 εκατ. κατοίκων, η Ταϊβάν έχει εξελιχθεί στον τέταρτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ, ενώ κορυφαίες ταϊβανέζικες εταιρείες έχουν δεσμευθεί για επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων στην αμερικανική οικονομία.
 
Τον Φεβρουάριο η Ταϊβάν έγινε μία από τις πρώτες χώρες που ολοκλήρωσαν εμπορική συμφωνία με την κυβέρνηση Τραμπ. Η συμφωνία περιόρισε, μεταξύ άλλων, τη διαφορά στους δασμούς που αντιμετωπίζουν τα ταϊβανέζικα προϊόντα σε σχέση με ανταγωνιστές της περιοχής, όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
 
Η αμερικανική στάση στο επίκεντρο
 
Η Ουάσινγκτον καλείται πλέον να αποφασίσει πώς θα αξιοποιήσει το χρονικό περιθώριο έως τις εκλογές του 2028. Οι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ ΗΠΑ και Ταϊβάν έχουν ενισχυθεί, ενώ η Ταϊπέι έχει αυξήσει τις αμυντικές της προσπάθειες. Ωστόσο, η πολιτική διαχείριση της σχέσης έχει γίνει πιο περίπλοκη.
 
Η συνάντηση Τραμπ – Σι τον Μάιο προκάλεσε ανησυχία στην Ταϊπέι, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε να αντιμετωπίζει τις πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν ως πιθανό διαπραγματευτικό εργαλείο στις σχέσεις με το Πεκίνο. Παρά τις μετέπειτα διαβεβαιώσεις Αμερικανών αξιωματούχων ότι η πολιτική έναντι της Ταϊβάν δεν είχε αλλάξει, η συζήτηση δημιούργησε αβεβαιότητα.
 
Ιδιαίτερο βάρος έχει η εκκρεμότητα σχετικά με το πακέτο αμερικανικών όπλων ύψους 14 δισ. δολαρίων. Ακόμη και εάν εγκριθεί άμεσα, οι αμερικανικοί περιορισμοί στην παραγωγή και τις διαδικασίες προμηθειών σημαίνουν ότι σημαντικό μέρος των δυνατοτήτων αυτών δεν θα μπορούσε να φτάσει στην Ταϊβάν πριν από το τέλος της προεδρικής θητείας Τραμπ. Η Ταϊπέι θα χρειαστεί επιπλέον χρόνο για να ενσωματώσει τα νέα συστήματα στις ένοπλες δυνάμεις της.
 
Ακριβώς αυτή η μεγάλη χρονική καθυστέρηση καθιστά κρίσιμη την περίοδο πριν από το 2028. Η σημερινή συγκυρία προσφέρει στην Ουάσινγκτον και την Ταϊπέι χρόνο για να ενισχύσουν τις αμυντικές δυνατότητες του νησιού, ενώ το Πεκίνο αναμένει να δει την έκβαση των εκλογών.
 
Το αποτέλεσμα του 2028 θα επηρεάσει όχι μόνο την εσωτερική πολιτική της Ταϊβάν αλλά και τη σχέση της με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Μια κυβέρνηση του KMT ενδέχεται να έχει διαφορετική προσέγγιση στη συνεργασία με την Ουάσινγκτον από τη σημερινή κυβέρνηση του DPP, ενώ την ίδια στιγμή η αναδιοργάνωση της κινεζικής στρατιωτικής ηγεσίας θα έχει ολοκληρωθεί.
 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σημερινή σχετική σταθερότητα στα Στενά δημιουργεί ένα περιορισμένο χρονικό περιθώριο για διπλωματικούς και αμυντικούς χειρισμούς, πριν από μια περίοδο που ενδέχεται να χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη αβεβαιότητα μετά το 2028.
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης