Αυξημένος είναι ο κίνδυνος, σύμφωνα με την βιομηχανία ο μηχανισμός, αντί να λειτουργήσει ως ασπίδα απέναντι στη διαρροή άνθρακα, να εξελιχθεί σε έναν επιπλέον παράγοντα πίεσης για επιχειρήσεις που ήδη δοκιμάζονται από τις υψηλές τιμές ενέργειας και το αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο
Με τους φόβους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας για τις συνέπειες του CBAM να κυριαρχούν, η πλήρης εφαρμογή του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα από την 1η Ιανουαρίου 2026 σηματοδοτεί μια βαθιά ανατροπή με άγνωστες συνέπειες στο τοπίο της παραγωγής και του εμπορίου πρωτόχυτου αλουμινίου, χάλυβα, τσιμέντου και λιπασμάτων.
Για τις επιχειρήσεις, ο άνθρακας παύει να είναι μια αφηρημένη περιβαλλοντική έννοια και μετατρέπεται σε απτή τελωνειακή παράμετρο: αποκτά τιμή στα σύνορα και καθίσταται προϋπόθεση πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά. Το 2026 είναι η πρώτη χρονιά κατά την οποία οι επιπτώσεις του CBAM γίνονται ορατές στην πράξη, επηρεάζοντας εμπορικές ροές, κόστος και αλυσίδες εφοδιασμού.
Στόχος του μηχανισμού είναι να περιορίσει τις φθηνές εισαγωγές από τρίτες χώρες, αυξάνοντας το κόστος τους, ώστε να προστατευθεί η ευρωπαϊκή βιομηχανία που έχει επενδύσει στη μείωση των εκπομπών και λειτουργεί με υψηλότερο κόστος παραγωγής.
Ωστόσο, η άμεση συνέπεια που διαφαίνεται μαζί με τη μείωση των εισαγωγών είναι η άνοδος των τιμών σε βασικά προϊόντα η μείωση της ανταγωνιστικότητας και των εξαγωγών της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε τρίτες χώρες για τη δημιουργία σημαντικών εσόδων, η τύχη των οποίων έχει ήδη εξελιχθεί σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Κομισιόν και βιομηχανίας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αναλυτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το CBAM αναμένεται να αποφέρει από το 2028 και μετά περίπου 1,5–2 δισ. ευρώ ετησίως στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, όταν το σύστημα θα έχει εφαρμοστεί πλήρως και οι εισαγωγείς θα πληρώνουν κανονικά για τα πιστοποιητικά άνθρακα.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία, ωστόσο, αντιμετωπίζει το νέο καθεστώς με έντονες επιφυλάξεις. Όπως τονίζουν οι βιομηχανικοί φορείς, το CBAM προσθέτει ένα ακόμη κόστος εισροών, την ώρα που τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών στο ETS καταργούνται σταδιακά, χωρίς να υπάρχει σαφής δέσμευση ότι τα έσοδα θα επιστρέψουν στην πραγματική οικονομία.
Οι βιομηχανικοί φορείς θέλουν να δουν τα έσοδα του φόρου άνθρακα να επιστρέφουν στην πραγματική οικονομία και ζητούν μέρος των εσόδων του CBAM να κατευθύνεται δεσμευτικά σε επενδύσεις αποανθρακοποίησης, πράσινες τεχνολογίες (π.χ. υδρογόνο, CCS), υποδομές και ενεργειακή αναβάθμιση, ή να δημιουργηθεί ευρωπαϊκό ταμείο ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας.
Και τονίζουν ότι με την εφαρμογή του CBAM είναι αυξημένος ο κίνδυνος ο μηχανισμός, αντί να λειτουργήσει ως ασπίδα απέναντι στη διαρροή άνθρακα, να εξελιχθεί σε έναν επιπλέον παράγοντα πίεσης για επιχειρήσεις που ήδη δοκιμάζονται από τις υψηλές τιμές ενέργειας και το αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται και το γεγονός ότι το CBAM καλύπτει τις εισαγωγές, αλλά όχι τις εξαγωγές εκτός ΕΕ, αφήνοντας τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό σε αγορές χωρίς κόστος άνθρακα. Παράλληλα, η εστίαση του μηχανισμού σε βασικά υλικά, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο και το τσιμέντο, αφήνει εκτός τα downstream προϊόντα, δημιουργώντας –κατά τη βιομηχανία– στρεβλώσεις και κίνητρα μεταφοράς της μεταποίησης εκτός Ευρώπης.
Έντονη είναι και η ανησυχία για το αυξημένο διοικητικό και τεχνικό βάρος. Η συλλογή αξιόπιστων στοιχείων για τις ενσωματωμένες εκπομπές από προμηθευτές τρίτων χωρών αποδεικνύεται συχνά δύσκολη, οδηγώντας στη χρήση τυποποιημένων τιμών που ανεβάζουν τεχνητά το κόστος, πλήττοντας ιδιαίτερα τις μικρότερες επιχειρήσεις. Σε αυτό προστίθεται η περιορισμένη αναγνώριση ισοδύναμων συστημάτων τιμολόγησης άνθρακα σε τρίτες χώρες, με τον κίνδυνο το CBAM να εκληφθεί ως εμπορικό εμπόδιο και να πυροδοτήσει εντάσεις με βασικούς εμπορικούς εταίρους.
Τι έφερε η εφαρμογή του CBAM τις πρώτες μέρες
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, οι πρώτες ημέρες εφαρμογής του CBAM ανέδειξαν και τη διοικητική ένταση του νέου πλαισίου.
Τα πρώτα στοιχεία εφαρμογής αποτυπώνουν το εύρος του μηχανισμού. Πάνω από 12.000 οικονομικοί φορείς υπέβαλαν αίτηση για αδειοδότηση μέσα στις πρώτες ημέρες του 2026, ενώ περισσότεροι από 4.100 απέκτησαν ήδη καθεστώς εξουσιοδοτημένου δηλωτή. Σε λιγότερο από μία εβδομάδα, περισσότερες από 10.000 τελωνειακές δηλώσεις με προϊόντα CBAM επικυρώθηκαν αυτόματα μέσω των διασυνδεδεμένων συστημάτων. Οι όγκοι που δηλώθηκαν αφορούν σχεδόν αποκλειστικά τον σίδηρο και τον χάλυβα, επιβεβαιώνοντας ότι ο συγκεκριμένος κλάδος βρίσκεται στο επίκεντρο των πρώτων επιπτώσεων.
Δεν έλλειψαν και τα προβλήματα. Ιδιαίτερα στον κλάδο των λιπασμάτων, η έλλειψη πλήρως καθορισμένων κανόνων υπολογισμού του κόστους CBAM οδήγησε σε πάγωμα της αγοράς, με συναλλαγές να μπλοκάρονται και τον κίνδυνο ελλείψεων να γίνεται ορατός.
Στον τομέα των λιπασμάτων επικράτησε χάος με την εφαρμογή το CBAM τις τελευταίες ημέρες . Η αγορά των λιπασμάτων μπλοκαρίστηκε γιατί δεν έχουν ακόμα καθοριστεί πλήρως όλοι οι κανόνες υπολογισμού του CBAM για τα λιπάσματα — όπως benchmarks, «προεπιλεγμένες τιμές» και άλλοι τεχνικοί παράγοντες που καθορίζουν πόσο θα κοστίζει το CBAM ανά τόνο λιπάσματος. Χωρίς καθαρό κόστος CBAM, οι εισαγωγείς, μεταπωλητές και αγρότες δεν μπορούν να διαπραγματευτούν ούτε να τιμολογήσουν προϊόντα — με αποτέλεσμα μια σχεδόν ολική παύση συναλλαγών σε βασικά προϊόντα. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά σχεδόν «παγωμένη», όπου κανείς δεν ξέρει ποια θα είναι η τελική τιμή και συνεπώς και η οικονομική έκθεση αν αγοράσει ή πουλήσει λιπάσματα.
Γι αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγκάστηκε να ανοίξει το «παράθυρο» του Άρθρου 27α, το οποίο της επιτρέπει, υπό σοβαρές και απρόβλεπτες περιστάσεις, να αναστείλει προσωρινά την υπαγωγή αγαθών στο CBAM. Η πρόβλεψη αυτή, που μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και αναδρομικά, προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας, καθώς οι επιχειρήσεις καλούνται να τιμολογήσουν και να επενδύσουν σε ένα περιβάλλον όπου οι κανόνες ενδέχεται να αλλάξουν εκ των υστέρων.






