Η πρόκληση των κρίσιμων πρώτων υλών στην Ευρώπη, σύμφωνα με το miningsee.eu, δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί ούτε αποκλειστικά μέσω της εξόρυξης ούτε μόνο μέσω της ανακύκλωσης στη δεκαετία του 2020. Θα αντιμετωπιστεί μέσω της βιομηχανικής μόχλευσης, δηλαδή της άντλησης μεγαλύτερης στρατηγικής αξίας από περιουσιακά στοιχεία που η Ευρώπη ήδη ελέγχει
Ύστερα από πολλά χρόνια που η έμφαση δινόταν στις άδειες έρευνας, τη χαρτογράφηση πόρων και την προώθηση νέων μεταλλευτικών έργων από το μηδέν, οι σκληρές συνθήκες επέβαλαν μια επανεκκίνηση και μια μεταμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών.
Τα έργα που προχωρούν ταχύτερα σήμερα —εκείνα που προσελκύουν χρηματοδότηση από την ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και μπορούν να προσφέρουν απτή παραγωγή πριν από το 2030— δεν είναι νέα ορυχεία. Πρόκειται για βιομηχανικές αναβαθμίσεις.
Σε ολόκληρη την ήπειρο, η ανάκτηση παραπροϊόντων ενσωματωμένη σε υφιστάμενες μεταλλουργικές και χημικές εγκαταστάσεις έχει αναδειχθεί ως η πιο αξιόπιστη και χαμηλότερου ρίσκου οδός για τη διασφάλιση επιλεγμένων κρίσιμων πρώτων υλών εντός του ευρωπαϊκού βιομηχανικού χώρου.
Αυτή η στροφή δεν είναι ιδεολογική. Υπαγορεύεται από την οικονομία, τους περιορισμούς των αδειοδοτήσεων, το ενεργειακό κόστος και την ανάγκη για αυστηρή πειθαρχία κεφαλαίου.
Οι διαρθρωτικοί περιορισμοί που η Ευρώπη δεν μπορεί να εξαλείψει με κανονισμούς
Η ανάπτυξη νέων μεταλλείων στην Ευρώπη συναντά διαρθρωτικά εμπόδια που η πολιτική στήριξη μπορεί να μετριάσει, αλλά όχι να εξαλείψει.
Τα χρονοδιαγράμματα αδειοδότησης εξακολουθούν να εκτείνονται από έξι έως δέκα χρόνια, όταν συνυπολογίζονται οι προσφυγές και οι κίνδυνοι δικαστικών εμπλοκών.
Η ένταση κεφαλαίου παραμένει δομικά υψηλή, με υπόγεια ή περιβαλλοντικά περιορισμένα έργα να υπερβαίνουν συχνά τα 70.000 έως 100.000 ευρώ ανά ετήσιο τόνο δυναμικότητας.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν αυξημένες σε σύγκριση με τους διεθνείς ανταγωνιστές, ακόμη και μετά την ομαλοποίηση, ενώ το κόστος άνθρακα στο πλαίσιο του EU ETS, που πλησιάζει τα 90 ευρώ ανά τόνο CO₂, επιβαρύνει άμεσα τόσο τις κεφαλαιουχικές όσο και τις λειτουργικές δαπάνες.
Αυτοί οι παράγοντες συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου. Κάθε έτος καθυστέρησης λειτουργεί σαν ένα έμμεσο σοκ επιτοκίων, διογκώνοντας το κεφαλαιοποιημένο κόστος και συμπιέζοντας τις εσωτερικές αποδόσεις.
Ως αποτέλεσμα, ακόμη και έργα που ευθυγραμμίζονται με τον Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες δυσκολεύονται συχνά να καλύψουν τα επενδυτικά όρια χωρίς έκτακτη και διαρκή κρατική παρέμβαση.
Τα έργα ανάκτησης παραπροϊόντων λειτουργούν με ένα θεμελιωδώς διαφορετικό προφίλ κινδύνου. Εντάσσονται εντός υφιστάμενων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, αποφεύγουν νέες συγκρούσεις χρήσεων γης, δεν απαιτούν νέες εγκαταστάσεις τελμάτων και αξιοποιούν χημικές ροές που υπάρχουν ήδη σε διυλιστήρια αλουμίνας, μονάδες τήξης ψευδαργύρου και χαλκού, καθώς και σε διυλιστήρια νικελίου. Τα χρονοδιαγράμματα υλοποίησής τους μετρώνται σε 24 έως 48 μήνες, όχι σε δεκαετίες.
Το «φωτεινό αστέρι» της Metlen
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας λογικής υλοποίησης αποτελεί η χρηματοδότηση ύψους 90 εκατ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων προς τη Metlen Energy & Metals στο συγκρότημα Aluminium of Greece.
Το έργο επεκτείνει τη διύλιση βωξίτη και την ανάκτηση γαλλίου σε μια ήδη λειτουργούσα μονάδα αλουμίνας–αλουμινίου, καθιστώντας το το πρώτο έργο παραγωγής γαλλίου που έχει χρηματοδοτηθεί ποτέ από την ΕΤΕπ.
Το γάλλιο είναι ένα στρατηγικό μέταλλο, κρίσιμο για τα ηλεκτρονικά ισχύος, τους σύνθετους ημιαγωγούς, τα φωτοβολταϊκά και τα αμυντικά συστήματα. Δεν εξορύσσεται απευθείας, αλλά ανακτάται ως ιχνοστοιχείο κατά τη διύλιση του βωξίτη. Αυτό καθιστά τα διυλιστήρια αλουμίνας τη μοναδική κλιμακούμενη πρωτογενή πηγή γαλλίου εκτός των χωρών που ήδη ελέγχουν τις σχετικές υποδομές διύλισης.
Με την ενσωμάτωση της ανάκτησης γαλλίου σε μια υφιστάμενη μονάδα, το έργο της Metlen επιτυγχάνει ταυτόχρονα τρία στρατηγικά αποτελέσματα. Ενισχύει την ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης σε μια κρίσιμη πρώτη ύλη, αποφεύγει το άνοιγμα νέου μεταλλείου και λειτουργεί εντός ενός περιουσιακού στοιχείου που ήδη διαχειρίζεται την ενεργειακή του έκθεση μέσω ολοκληρωμένης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο και ανανεώσιμες πηγές. Πρόκειται για καθοριστικό πλεονέκτημα σε έναν κλάδο όπου το ηλεκτρικό ρεύμα αντιστοιχεί στο 30–40% του λειτουργικού κόστους.
Σύμφωνα με τα δεδομένα του κλάδου, διυλιστήρια αυτού του μεγέθους μπορούν να υποστηρίξουν ετήσια παραγωγή γαλλίου της τάξης των δεκάδων τόνων —ποσότητα περιορισμένη σε απόλυτους όρους, αλλά ιδιαίτερα σημαντική αν ληφθεί υπόψη το μικρό μέγεθος της παγκόσμιας αγοράς γαλλίου και η σημερινή εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγωγές. Από πλευράς δημόσιας πολιτικής, πρόκειται για μια επένδυση με ασυνήθιστα υψηλή στρατηγική απόδοση ανά ευρώ.
Ένα επαναλήψιμο ευρωπαϊκό μοντέλο και όχι μια μεμονωμένη εξαίρεση
Το έργο της Metlen δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο που είναι πλέον ορατό σε ολόκληρη τη βάση μετάλλων και υλικών της Ευρώπης.
Στη Φινλανδία, η επέκταση της δυναμικότητας διύλισης κοβαλτίου στην Kokkola εδραίωσε την παραγωγή θειικού κοβαλτίου ποιότητας μπαταριών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς το άνοιγμα νέων μεταλλείων, κατευθύνοντας επενδύσεις άνω των 100 εκατ. ευρώ στην αναβάθμιση υφιστάμενων κυκλωμάτων διύλισης.
Στο συγκρότημα Sotkamo της Terrafame, σωρευτικές επενδύσεις που ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ μετέτρεψαν μια δραστηριότητα νικελίου σε έναν ολοκληρωμένο παραγωγό περίπου 80.000 τόνων ετησίως χημικών προϊόντων για μπαταρίες. Ο καθοριστικός παράγοντας αξίας δεν ήταν η εξόρυξη, αλλά οι υδρομεταλλουργικές διεργασίες ενσωματωμένες σε ένα υφιστάμενο βιομηχανικό οικοσύστημα.
Στο Βέλγιο, το συγκρότημα Hoboken της Umicore ανακτά κοβάλτιο, νικέλιο, χαλκό και πολύτιμα μέταλλα από σύνθετες πρώτες ύλες και κατάλοιπα, λειτουργώντας ως ένας στρατηγικός κόμβος δευτερογενών πρώτων υλών, όπου η αξία καθορίζεται από τον έλεγχο της επεξεργασίας και όχι από την ιδιοκτησία του κοιτάσματος.
Στην Ισπανία, οι αναβαθμίσεις στο χυτήριο της Atlantic Copper στη Huelva εφαρμόζουν την ίδια λογική στον χαλκό και τα συνδεδεμένα στρατηγικά μέταλλα, επεκτείνοντας την ανάκτηση εντός του υφιστάμενου αποτυπώματος και μειώνοντας την εξάρτηση από εισαγωγές.
Σε ολόκληρη τη βόρεια Ευρώπη, στον τομέα της διύλισης ψευδαργύρου, στοχευμένες αναβαθμίσεις κατέστησαν δυνατή την ανάκτηση ινδίου και γερμανίου —δύο μετάλλων κρίσιμων για τα ηλεκτρονικά και τα φωτοβολταϊκά— χωρίς καμία νέα μεταλλευτική ανάπτυξη.
Διαφορετικά μέταλλα, διαφορετικές χώρες, αλλά το ίδιο μοντέλο υλοποίησης: αξιοποίηση υφιστάμενων εγκαταστάσεων, σταδιακές επενδύσεις κεφαλαίου, στρατηγική ανάκτηση παραπροϊόντων και ταχύς χρόνος έως την προσφορά.
Γιατί οι αναπτυξιακές τράπεζες προτιμούν πλέον την ανάκτηση παραπροϊόντων
Από την οπτική της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των εθνικών αναπτυξιακών τραπεζών, τα έργα ανάκτησης παραπροϊόντων ευθυγραμμίζονται σαφώς καλύτερα με τις πολιτικές τους εντολές σε σχέση με την ανάπτυξη νέων μεταλλείων από το μηδέν. Ο κίνδυνος υλοποίησης είναι χαμηλότερος, καθώς τα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, είναι στελεχωμένα, αδειοδοτημένα και συνδεδεμένα με δίκτυα ενέργειας και υποδομές logistics. Οι κίνδυνοι για το κλίμα και τη βιοποικιλότητα μειώνονται ουσιαστικά, αφού δεν απαιτείται νέα διατάραξη γης. Το κυριότερο, ο χρόνος έως το απτό αποτέλεσμα ευθυγραμμίζεται με τους πολιτικούς και βιομηχανικούς κύκλους σχεδιασμού, με την προσφορά να έρχεται πριν από το 2030 και όχι στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας.
Γι’ αυτό και έργα που αφορούν το γάλλιο, τη διύλιση κοβαλτίου, τα χημικά για μπαταρίες, την ανακύκλωση και τα ειδικά μέταλλα αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο ως στρατηγικές υποδομές, επιλέξιμες για μακροπρόθεσμη δημόσια χρηματοδότηση. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, μετατρέπουν την κληρονομημένη βιομηχανική βάση της Ευρώπης σε μια πλατφόρμα κρίσιμων πρώτων υλών, με κλάσμα του κόστους και του ρίσκου που συνεπάγεται το άνοιγμα νέων μεταλλείων.
Τι σημαίνει αυτό για τον Κανονισμό περί Κρίσιμων Πρώτων Υλών
Παρότι ο Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες θέτει στόχους για την εξόρυξη, την επεξεργασία και την ανακύκλωση, η ανάκτηση παραπροϊόντων συμβάλλει πιο άμεσα στον πυλώνα της επεξεργασίας, όπου η Ευρώπη εμφανίζει τη μεγαλύτερη αδυναμία και όπου οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού είναι περισσότερο συγκεντρωμένες. Η προτεραιοποίηση αυτού του μοντέλου αντιμετωπίζει ευθέως τη σοβαρότερη τρωτότητα της Ευρώπης.
Οι πολιτικές συνέπειες είναι σαφείς. Ο χαρακτηρισμός στρατηγικών έργων θα πρέπει να ευνοεί ρητά την ανάκτηση παραπροϊόντων σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Τα πλαίσια κρατικών ενισχύσεων οφείλουν να συνεχίσουν να δίνουν προτεραιότητα σε σταδιακές βιομηχανικές αναβαθμίσεις έναντι του ρίσκου των νέων μεταλλείων. Η επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων θα πρέπει να επικεντρώνεται σε τροποποιήσεις διαδικασιών και όχι σε αλλαγές χρήσεων γης. Και οι αναπτυξιακές τράπεζες θα πρέπει να αντιμετωπίζουν αυτές τις επενδύσεις ως υποδομές κρίσιμες για το σύστημα.
Για τα κράτη-μέλη της ΕΕ, το δίδαγμα είναι ξεκάθαρο. Οι χώρες που φιλοξενούν διυλιστήρια αλουμίνας, μονάδες τήξης ψευδαργύρου και χαλκού ή εργοστάσια υλικών για μπαταρίες διαθέτουν ήδη κρίσιμες πρώτες ύλες, έστω και ως δυνατότητα, χωρίς την ανάγκη νέων μεταλλείων. Ο ταχύτερος δρόμος προς τη στρατηγική σημασία περνά μέσα από τη βιομηχανική αναβάθμιση και όχι από τις άδειες έρευνας.
Για τους βιομηχανικούς επενδυτές και τους μεταποιητές κατάντη, η ανάκτηση παραπροϊόντων προσφέρει χαμηλότερο ρίσκο, συντομότερες περιόδους αποπληρωμής και ισχυρή ευθυγράμμιση με την πολιτική.
Οι αποδόσεις δεν προκύπτουν από κερδοσκοπία στις τιμές των εμπορευμάτων, αλλά από τη διαρθρωτική ζήτηση και την ασφάλεια εφοδιασμού. Γι’ αυτό και τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια απορρόφησης παραγωγής συνοδεύουν όλο και συχνότερα τέτοιου είδους έργα.
Το στρατηγικό συμπέρασμα είναι ότι η Ευρώπη ήδη δρα.
Η πρόκληση των κρίσιμων πρώτων υλών στην Ευρώπη δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί ούτε αποκλειστικά μέσω της εξόρυξης ούτε μόνο μέσω της ανακύκλωσης στη δεκαετία του 2020. Θα αντιμετωπιστεί μέσω της βιομηχανικής μόχλευσης, δηλαδή της άντλησης μεγαλύτερης στρατηγικής αξίας από περιουσιακά στοιχεία που η Ευρώπη ήδη ελέγχει.
Η ανάκτηση παραπροϊόντων δεν αποτελεί λύση συμβιβασμού. Υπό τις σημερινές μακροοικονομικές, ρυθμιστικές και ενεργειακές συνθήκες, είναι το μοναδικό σκέλος της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τις πρώτες ύλες που προσφέρει με συνέπεια ταχύτητα, κλίμακα και βεβαιότητα.
Η χρηματοδότηση της ΕΤΕπ για το γάλλιο στη Metlen, μαζί με αντίστοιχες αποφάσεις σε κοβάλτιο, νικέλιο, χαλκό, ψευδάργυρο και ειδικά μέταλλα, επιβεβαιώνει ότι αυτή η στροφή βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Το εναπομένον ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να ακολουθήσει αυτό το μοντέλο, αλλά πόσο γρήγορα μπορεί να το κλιμακώσει σε ολόκληρη την εναπομείνασα βιομηχανική της βάση, πριν κλείσουν τα στρατηγικά παράθυρα ευκαιρίας.
www.worldenergynews.gr
Τα έργα που προχωρούν ταχύτερα σήμερα —εκείνα που προσελκύουν χρηματοδότηση από την ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και μπορούν να προσφέρουν απτή παραγωγή πριν από το 2030— δεν είναι νέα ορυχεία. Πρόκειται για βιομηχανικές αναβαθμίσεις.
Σε ολόκληρη την ήπειρο, η ανάκτηση παραπροϊόντων ενσωματωμένη σε υφιστάμενες μεταλλουργικές και χημικές εγκαταστάσεις έχει αναδειχθεί ως η πιο αξιόπιστη και χαμηλότερου ρίσκου οδός για τη διασφάλιση επιλεγμένων κρίσιμων πρώτων υλών εντός του ευρωπαϊκού βιομηχανικού χώρου.
Αυτή η στροφή δεν είναι ιδεολογική. Υπαγορεύεται από την οικονομία, τους περιορισμούς των αδειοδοτήσεων, το ενεργειακό κόστος και την ανάγκη για αυστηρή πειθαρχία κεφαλαίου.
Οι διαρθρωτικοί περιορισμοί που η Ευρώπη δεν μπορεί να εξαλείψει με κανονισμούς
Η ανάπτυξη νέων μεταλλείων στην Ευρώπη συναντά διαρθρωτικά εμπόδια που η πολιτική στήριξη μπορεί να μετριάσει, αλλά όχι να εξαλείψει.
Τα χρονοδιαγράμματα αδειοδότησης εξακολουθούν να εκτείνονται από έξι έως δέκα χρόνια, όταν συνυπολογίζονται οι προσφυγές και οι κίνδυνοι δικαστικών εμπλοκών.
Η ένταση κεφαλαίου παραμένει δομικά υψηλή, με υπόγεια ή περιβαλλοντικά περιορισμένα έργα να υπερβαίνουν συχνά τα 70.000 έως 100.000 ευρώ ανά ετήσιο τόνο δυναμικότητας.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν αυξημένες σε σύγκριση με τους διεθνείς ανταγωνιστές, ακόμη και μετά την ομαλοποίηση, ενώ το κόστος άνθρακα στο πλαίσιο του EU ETS, που πλησιάζει τα 90 ευρώ ανά τόνο CO₂, επιβαρύνει άμεσα τόσο τις κεφαλαιουχικές όσο και τις λειτουργικές δαπάνες.
Αυτοί οι παράγοντες συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου. Κάθε έτος καθυστέρησης λειτουργεί σαν ένα έμμεσο σοκ επιτοκίων, διογκώνοντας το κεφαλαιοποιημένο κόστος και συμπιέζοντας τις εσωτερικές αποδόσεις.
Ως αποτέλεσμα, ακόμη και έργα που ευθυγραμμίζονται με τον Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες δυσκολεύονται συχνά να καλύψουν τα επενδυτικά όρια χωρίς έκτακτη και διαρκή κρατική παρέμβαση.
Τα έργα ανάκτησης παραπροϊόντων λειτουργούν με ένα θεμελιωδώς διαφορετικό προφίλ κινδύνου. Εντάσσονται εντός υφιστάμενων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, αποφεύγουν νέες συγκρούσεις χρήσεων γης, δεν απαιτούν νέες εγκαταστάσεις τελμάτων και αξιοποιούν χημικές ροές που υπάρχουν ήδη σε διυλιστήρια αλουμίνας, μονάδες τήξης ψευδαργύρου και χαλκού, καθώς και σε διυλιστήρια νικελίου. Τα χρονοδιαγράμματα υλοποίησής τους μετρώνται σε 24 έως 48 μήνες, όχι σε δεκαετίες.
Το «φωτεινό αστέρι» της Metlen
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας λογικής υλοποίησης αποτελεί η χρηματοδότηση ύψους 90 εκατ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων προς τη Metlen Energy & Metals στο συγκρότημα Aluminium of Greece.
Το έργο επεκτείνει τη διύλιση βωξίτη και την ανάκτηση γαλλίου σε μια ήδη λειτουργούσα μονάδα αλουμίνας–αλουμινίου, καθιστώντας το το πρώτο έργο παραγωγής γαλλίου που έχει χρηματοδοτηθεί ποτέ από την ΕΤΕπ.
Το γάλλιο είναι ένα στρατηγικό μέταλλο, κρίσιμο για τα ηλεκτρονικά ισχύος, τους σύνθετους ημιαγωγούς, τα φωτοβολταϊκά και τα αμυντικά συστήματα. Δεν εξορύσσεται απευθείας, αλλά ανακτάται ως ιχνοστοιχείο κατά τη διύλιση του βωξίτη. Αυτό καθιστά τα διυλιστήρια αλουμίνας τη μοναδική κλιμακούμενη πρωτογενή πηγή γαλλίου εκτός των χωρών που ήδη ελέγχουν τις σχετικές υποδομές διύλισης.
Με την ενσωμάτωση της ανάκτησης γαλλίου σε μια υφιστάμενη μονάδα, το έργο της Metlen επιτυγχάνει ταυτόχρονα τρία στρατηγικά αποτελέσματα. Ενισχύει την ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης σε μια κρίσιμη πρώτη ύλη, αποφεύγει το άνοιγμα νέου μεταλλείου και λειτουργεί εντός ενός περιουσιακού στοιχείου που ήδη διαχειρίζεται την ενεργειακή του έκθεση μέσω ολοκληρωμένης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο και ανανεώσιμες πηγές. Πρόκειται για καθοριστικό πλεονέκτημα σε έναν κλάδο όπου το ηλεκτρικό ρεύμα αντιστοιχεί στο 30–40% του λειτουργικού κόστους.
Σύμφωνα με τα δεδομένα του κλάδου, διυλιστήρια αυτού του μεγέθους μπορούν να υποστηρίξουν ετήσια παραγωγή γαλλίου της τάξης των δεκάδων τόνων —ποσότητα περιορισμένη σε απόλυτους όρους, αλλά ιδιαίτερα σημαντική αν ληφθεί υπόψη το μικρό μέγεθος της παγκόσμιας αγοράς γαλλίου και η σημερινή εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγωγές. Από πλευράς δημόσιας πολιτικής, πρόκειται για μια επένδυση με ασυνήθιστα υψηλή στρατηγική απόδοση ανά ευρώ.
Ένα επαναλήψιμο ευρωπαϊκό μοντέλο και όχι μια μεμονωμένη εξαίρεση
Το έργο της Metlen δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο που είναι πλέον ορατό σε ολόκληρη τη βάση μετάλλων και υλικών της Ευρώπης.
Στη Φινλανδία, η επέκταση της δυναμικότητας διύλισης κοβαλτίου στην Kokkola εδραίωσε την παραγωγή θειικού κοβαλτίου ποιότητας μπαταριών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς το άνοιγμα νέων μεταλλείων, κατευθύνοντας επενδύσεις άνω των 100 εκατ. ευρώ στην αναβάθμιση υφιστάμενων κυκλωμάτων διύλισης.
Στο συγκρότημα Sotkamo της Terrafame, σωρευτικές επενδύσεις που ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ μετέτρεψαν μια δραστηριότητα νικελίου σε έναν ολοκληρωμένο παραγωγό περίπου 80.000 τόνων ετησίως χημικών προϊόντων για μπαταρίες. Ο καθοριστικός παράγοντας αξίας δεν ήταν η εξόρυξη, αλλά οι υδρομεταλλουργικές διεργασίες ενσωματωμένες σε ένα υφιστάμενο βιομηχανικό οικοσύστημα.
Στο Βέλγιο, το συγκρότημα Hoboken της Umicore ανακτά κοβάλτιο, νικέλιο, χαλκό και πολύτιμα μέταλλα από σύνθετες πρώτες ύλες και κατάλοιπα, λειτουργώντας ως ένας στρατηγικός κόμβος δευτερογενών πρώτων υλών, όπου η αξία καθορίζεται από τον έλεγχο της επεξεργασίας και όχι από την ιδιοκτησία του κοιτάσματος.
Στην Ισπανία, οι αναβαθμίσεις στο χυτήριο της Atlantic Copper στη Huelva εφαρμόζουν την ίδια λογική στον χαλκό και τα συνδεδεμένα στρατηγικά μέταλλα, επεκτείνοντας την ανάκτηση εντός του υφιστάμενου αποτυπώματος και μειώνοντας την εξάρτηση από εισαγωγές.
Σε ολόκληρη τη βόρεια Ευρώπη, στον τομέα της διύλισης ψευδαργύρου, στοχευμένες αναβαθμίσεις κατέστησαν δυνατή την ανάκτηση ινδίου και γερμανίου —δύο μετάλλων κρίσιμων για τα ηλεκτρονικά και τα φωτοβολταϊκά— χωρίς καμία νέα μεταλλευτική ανάπτυξη.
Διαφορετικά μέταλλα, διαφορετικές χώρες, αλλά το ίδιο μοντέλο υλοποίησης: αξιοποίηση υφιστάμενων εγκαταστάσεων, σταδιακές επενδύσεις κεφαλαίου, στρατηγική ανάκτηση παραπροϊόντων και ταχύς χρόνος έως την προσφορά.
Γιατί οι αναπτυξιακές τράπεζες προτιμούν πλέον την ανάκτηση παραπροϊόντων
Από την οπτική της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των εθνικών αναπτυξιακών τραπεζών, τα έργα ανάκτησης παραπροϊόντων ευθυγραμμίζονται σαφώς καλύτερα με τις πολιτικές τους εντολές σε σχέση με την ανάπτυξη νέων μεταλλείων από το μηδέν. Ο κίνδυνος υλοποίησης είναι χαμηλότερος, καθώς τα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, είναι στελεχωμένα, αδειοδοτημένα και συνδεδεμένα με δίκτυα ενέργειας και υποδομές logistics. Οι κίνδυνοι για το κλίμα και τη βιοποικιλότητα μειώνονται ουσιαστικά, αφού δεν απαιτείται νέα διατάραξη γης. Το κυριότερο, ο χρόνος έως το απτό αποτέλεσμα ευθυγραμμίζεται με τους πολιτικούς και βιομηχανικούς κύκλους σχεδιασμού, με την προσφορά να έρχεται πριν από το 2030 και όχι στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας.
Γι’ αυτό και έργα που αφορούν το γάλλιο, τη διύλιση κοβαλτίου, τα χημικά για μπαταρίες, την ανακύκλωση και τα ειδικά μέταλλα αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο ως στρατηγικές υποδομές, επιλέξιμες για μακροπρόθεσμη δημόσια χρηματοδότηση. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, μετατρέπουν την κληρονομημένη βιομηχανική βάση της Ευρώπης σε μια πλατφόρμα κρίσιμων πρώτων υλών, με κλάσμα του κόστους και του ρίσκου που συνεπάγεται το άνοιγμα νέων μεταλλείων.
Τι σημαίνει αυτό για τον Κανονισμό περί Κρίσιμων Πρώτων Υλών
Παρότι ο Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες θέτει στόχους για την εξόρυξη, την επεξεργασία και την ανακύκλωση, η ανάκτηση παραπροϊόντων συμβάλλει πιο άμεσα στον πυλώνα της επεξεργασίας, όπου η Ευρώπη εμφανίζει τη μεγαλύτερη αδυναμία και όπου οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού είναι περισσότερο συγκεντρωμένες. Η προτεραιοποίηση αυτού του μοντέλου αντιμετωπίζει ευθέως τη σοβαρότερη τρωτότητα της Ευρώπης.
Οι πολιτικές συνέπειες είναι σαφείς. Ο χαρακτηρισμός στρατηγικών έργων θα πρέπει να ευνοεί ρητά την ανάκτηση παραπροϊόντων σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Τα πλαίσια κρατικών ενισχύσεων οφείλουν να συνεχίσουν να δίνουν προτεραιότητα σε σταδιακές βιομηχανικές αναβαθμίσεις έναντι του ρίσκου των νέων μεταλλείων. Η επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων θα πρέπει να επικεντρώνεται σε τροποποιήσεις διαδικασιών και όχι σε αλλαγές χρήσεων γης. Και οι αναπτυξιακές τράπεζες θα πρέπει να αντιμετωπίζουν αυτές τις επενδύσεις ως υποδομές κρίσιμες για το σύστημα.
Για τα κράτη-μέλη της ΕΕ, το δίδαγμα είναι ξεκάθαρο. Οι χώρες που φιλοξενούν διυλιστήρια αλουμίνας, μονάδες τήξης ψευδαργύρου και χαλκού ή εργοστάσια υλικών για μπαταρίες διαθέτουν ήδη κρίσιμες πρώτες ύλες, έστω και ως δυνατότητα, χωρίς την ανάγκη νέων μεταλλείων. Ο ταχύτερος δρόμος προς τη στρατηγική σημασία περνά μέσα από τη βιομηχανική αναβάθμιση και όχι από τις άδειες έρευνας.
Για τους βιομηχανικούς επενδυτές και τους μεταποιητές κατάντη, η ανάκτηση παραπροϊόντων προσφέρει χαμηλότερο ρίσκο, συντομότερες περιόδους αποπληρωμής και ισχυρή ευθυγράμμιση με την πολιτική.
Οι αποδόσεις δεν προκύπτουν από κερδοσκοπία στις τιμές των εμπορευμάτων, αλλά από τη διαρθρωτική ζήτηση και την ασφάλεια εφοδιασμού. Γι’ αυτό και τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια απορρόφησης παραγωγής συνοδεύουν όλο και συχνότερα τέτοιου είδους έργα.
Το στρατηγικό συμπέρασμα είναι ότι η Ευρώπη ήδη δρα.
Η πρόκληση των κρίσιμων πρώτων υλών στην Ευρώπη δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί ούτε αποκλειστικά μέσω της εξόρυξης ούτε μόνο μέσω της ανακύκλωσης στη δεκαετία του 2020. Θα αντιμετωπιστεί μέσω της βιομηχανικής μόχλευσης, δηλαδή της άντλησης μεγαλύτερης στρατηγικής αξίας από περιουσιακά στοιχεία που η Ευρώπη ήδη ελέγχει.
Η ανάκτηση παραπροϊόντων δεν αποτελεί λύση συμβιβασμού. Υπό τις σημερινές μακροοικονομικές, ρυθμιστικές και ενεργειακές συνθήκες, είναι το μοναδικό σκέλος της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τις πρώτες ύλες που προσφέρει με συνέπεια ταχύτητα, κλίμακα και βεβαιότητα.
Η χρηματοδότηση της ΕΤΕπ για το γάλλιο στη Metlen, μαζί με αντίστοιχες αποφάσεις σε κοβάλτιο, νικέλιο, χαλκό, ψευδάργυρο και ειδικά μέταλλα, επιβεβαιώνει ότι αυτή η στροφή βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Το εναπομένον ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να ακολουθήσει αυτό το μοντέλο, αλλά πόσο γρήγορα μπορεί να το κλιμακώσει σε ολόκληρη την εναπομείνασα βιομηχανική της βάση, πριν κλείσουν τα στρατηγικά παράθυρα ευκαιρίας.
www.worldenergynews.gr






