Περίπου 10.000 σταθερές εγκαταστάσεις εκτιμάται ότι εξέπεμψαν 1.015 εκατ. τόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα, καταγράφοντας μείωση κατά 18 εκατ. τόνους σε σύγκριση με το 2024 στις χώρες της ΕΕ των 27, καθώς και στη Νορβηγία, την Ισλανδία και τη Βόρεια Ιρλανδία
Οι εκπομπές άνθρακα από εγκαταστάσεις που συμμετέχουν στο σύστημα εμπορίας ρύπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ETS, εκτιμάται ότι υποχώρησαν περίπου κατά 2% το 2025, σύμφωνα με τις περισσότερες προβλέψεις αναλυτών πριν από τη δημοσίευση των προκαταρκτικών στοιχείων.
Περίπου 10.000 σταθερές εγκαταστάσεις εκτιμάται ότι εξέπεμψαν 1.015 εκατ. τόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα, καταγράφοντας μείωση κατά 18 εκατ. τόνους σε σύγκριση με το 2024 στις χώρες της ΕΕ των 27, καθώς και στη Νορβηγία, την Ισλανδία και τη Βόρεια Ιρλανδία.
Οι εκτιμήσεις των αναλυτών κυμαίνονται μεταξύ 1% και 3% ετήσιας μείωσης, έναντι πτώσης 6% το προηγούμενο έτος.
Καθοριστικό ρόλο στη μείωση φαίνεται να διαδραμάτισε ο τομέας ηλεκτροπαραγωγής, όπου η πτωτική τάση συνεχίστηκε μετά τη σημαντική υποχώρηση του 2024.
Παρά τις περιόδους χαμηλής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, που οδήγησαν σε προσωρινή αύξηση της χρήσης ορυκτών καυσίμων, η συνολική πορεία παραμένει καθοδική λόγω της συνεχιζόμενης ανάπτυξης της αιολικής και ηλιακής ενέργειας και της σταδιακής εγκατάλειψης του άνθρακα.
Οι εκτιμήσεις για το σύνολο των εκπομπών κυμαίνονται από 999 έως 1.025 εκατ. τόνους, με τις υψηλότερες να υποδηλώνουν οριακή μείωση κάτω του 1%. Στον βιομηχανικό τομέα, οι εκπομπές σημείωσαν σημαντική πτώση, με τις μεγαλύτερες μειώσεις να εντοπίζονται στους κλάδους χάλυβα και χημικών.
Ο ευρωπαϊκός χημικός τομέας συνεχίζει να αντιμετωπίζει έντονες πιέσεις ανταγωνιστικότητας, ιδιαίτερα από την Κίνα, λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους, ενώ οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν αβέβαιες.
Παράλληλα, η άνοδος των τιμών ενέργειας, που συνδέεται με τις διαταραχές στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την εφαρμογή του μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα της ΕΕ και τις εμπορικές πολιτικές των ΗΠΑ, δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις για τη βιομηχανία. Επιπλέον, οι προγραμματισμένες μειώσεις δυναμικότητας και κλείσιμο μονάδων ενόψει του 2026 ενισχύουν τις προκλήσεις για τον κλάδο.
Αναλυτές εκτιμούν ότι ο τομέας των χημικών ενδέχεται να καταγράψει πτώση εκπομπών έως και 9% το 2025, καθώς το διαρθρωτικό μειονέκτημα από την απώλεια φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου εξακολουθεί να επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.
Η Κομισιόν αναμένεται να δημοσιεύσει τα προκαταρκτικά στοιχεία για τις επιβεβαιωμένες εκπομπές στις 9 Απριλίου.






