AD
Βιομηχανία & Απανθρακοποίηση

Ελλάδα και Ευρώπη πληρώνουν 2,5 φορές ακριβότερο ρεύμα από ΗΠΑ και Κίνα στην παραγωγή- Τέσσερεις προτάσεις για μείωση ως 60%

Ελλάδα και Ευρώπη πληρώνουν 2,5 φορές ακριβότερο ρεύμα από ΗΠΑ και Κίνα στην παραγωγή- Τέσσερεις προτάσεις για μείωση ως 60%
Ο κίνδυνος του investment drain και οι τέσσερις λύσεις που προτείνει η ευρωπαϊκή ατζέντα

Η ενεργειακή μετάβαση στην Ευρώπη μετατρέπεται σε αγώνα βιομηχανικής επιβίωσης, επενδυτικής ισχύος και γεωπολιτικής επιρροής. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πληρώνει πολύ ακριβότερη ενέργεια από τους βασικούς ανταγωνιστές της, την ώρα που ΗΠΑ και Κίνα επιχειρούν να προσελκύσουν παραγωγικές επενδύσεις με χαμηλότερο κόστος, κρατικά κίνητρα και πιο επιθετική βιομηχανική πολιτική.

Το πρόβλημα έχει πλέον ξεφύγει από τα στενά όρια της ενεργειακής αγοράς. Αφορά την παραγωγή, τις εξαγωγές, τις επενδύσεις, την τεχνητή νοημοσύνη, τα data centers, τις μπαταρίες, τα μέταλλα, τη χημική βιομηχανία και τις καθαρές τεχνολογίες. Με άλλα λόγια, προκύπτει το ερώτημα αν η Ευρώπη μπορεί να διατηρήσει βιομηχανική βάση σε μια περίοδο όπου το κόστος ενέργειας λειτουργεί ως φίλτρο για το πού θα εγκατασταθεί η επόμενη μεγάλη επένδυση.

Ρεύμα 2,5 φορές ακριβότερο από τις ΗΠΑ και 2,4 φορές από την Κίνα

Τα στοιχεία που παρουσίασαν προ ημερών στελέχη της αγοράς, μιλώντας σε δημοσιογράφους του ενεργειακού ρεπορτάζ, είναι αποκαλυπτικά. Η μέση βιομηχανική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε το 2024 περίπου στα 0,199 ευρώ ανά κιλοβατώρα. Στις ΗΠΑ η αντίστοιχη τιμή ήταν περίπου 0,075 ευρώ ανά κιλοβατώρα, ενώ στην Κίνα περίπου στα 0,082 ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία πληρώνει περίπου 2,5 φορές ακριβότερο ρεύμα από την αμερικανική και περίπου 2,4 φορές ακριβότερο από την κινεζική. Η απόκλιση αυτή δεν είναι απλώς λογιστική. Για ενεργοβόρους κλάδους, όπως το αλουμίνιο, ο χάλυβας, το τσιμέντο, τα χημικά και τα λιπάσματα, μπορεί να καθορίσει αν μια γραμμή παραγωγής θα παραμείνει στην Ευρώπη ή θα μεταφερθεί σε άλλη αγορά.

Ακόμη πιο δύσκολη είναι η εικόνα στο φυσικό αέριο. Όπως επισήμαναν τα στελέχη του ελληνικού πετρελαϊκού τομέα οι τιμές αερίου στην Ευρώπη είναι περίπου 4 έως 5 φορές υψηλότερες από τις αντίστοιχες στις ΗΠΑ και την Κίνα. Παρότι οι τιμές έχουν υποχωρήσει σε σχέση με την κορύφωση της ενεργειακής κρίσης, η Ευρώπη εξακολουθεί να πληρώνει το τίμημα της απώλειας του φθηνού ρωσικού αερίου και της μεγαλύτερης εξάρτησης από εισαγωγές LNG.

Το αποτέλεσμα είναι διπλό: αφενός αυξάνεται το κόστος για τις ίδιες τις βιομηχανίες που καταναλώνουν φυσικό αέριο, αφετέρου διατηρείται ψηλά και η τιμή ηλεκτρισμού, καθώς οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν σε πολλές ώρες να καθορίζουν την οριακή τιμή στην αγορά.

Από την πράσινη μετάβαση στον φόβο της αποβιομηχάνισης

Το πιο κρίσιμο σημείο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, είναι το «investment drain», δηλαδή η αποστράγγιση επενδύσεων. Οταν η ενέργεια είναι ακριβή, η βιομηχανία δεν πιέζεται μόνο στα περιθώρια κέρδους της. Αρχίζει να επανεξετάζει πού θα κάνει την επόμενη επένδυση. Οι ΗΠΑ αξιοποιούν τα κίνητρα του Inflation Reduction Act, προσφέροντας ισχυρή κρατική στήριξη σε πράσινες τεχνολογίες, μπαταρίες, υδρογόνο, βιομηχανία και καθαρές επενδύσεις.

Η Κίνα διατηρεί πλεονέκτημα κόστους και μεγάλη παραγωγική κλίμακα. Η Ευρώπη, αντίθετα, βρίσκεται αντιμέτωπη με ακριβή ενέργεια, αργές αδειοδοτήσεις, ανεπαρκή δίκτυα και υψηλότερο κόστος κεφαλαίου.

Για αυτό και η συζήτηση έχει αλλάξει. Δεν αφορά πλέον μόνο το πώς θα μειωθούν οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αλλά το αν η Ευρώπη θα μπορέσει να πετύχει την πράσινη μετάβαση χωρίς να χάσει τη βιομηχανική της βάση. Κι αυτό, όπως επισημαίνουν χαρακτηριστικά οι ίδιες πηγές, πρέπει να υπάρξει αλλαγή πλαισίου, δηλαδή βιομηχανική πολιτική για ανάπτυξη και όχι μια μετάβαση που θα εκλαμβάνεται από τις επιχειρήσεις ως κόστος χωρίς ανταγωνιστικό αντίκρισμα.

Οι τέσσερις λύσεις που προτείνει η ευρωπαϊκή ατζέντα

Εκεί κουμπώνει και η συνταγή Draghi, η οποία κινείται σε τέσσερις άξονες. Ο πρώτος αφορά στη μαζική επέκταση των μακροχρόνιων συμβολαίων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, των λεγόμενων PPAs. Μέσα από αυτά, μεγάλοι βιομηχανικοί καταναλωτές μπορούν να κλειδώσουν τιμές για πολλά χρόνια, συνήθως απευθείας με παραγωγούς ΑΠΕ. Για τη βιομηχανία, αυτό σημαίνει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και λιγότερη έκθεση στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς.

Ο δεύτερος άξονας είναι τα Contracts for Difference, δηλαδή οι συμβάσεις επί διαφοράς. Πρόκειται για μηχανισμό που μπορεί να περιορίσει την ακραία μεταβλητότητα των τιμών. Όταν η αγορά πέφτει κάτω από μια συμφωνημένη τιμή, ενεργοποιείται στήριξη, ενώ όταν ανεβαίνει πάνω από αυτήν, επιστρέφεται μέρος του οφέλους. Η λογική είναι να δημιουργηθεί ένα πιο σταθερό πλαίσιο για επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια και βιομηχανική κατανάλωση.

Ο τρίτος άξονας είναι τα δίκτυα με στόχο τη μείωση του χρόνου αδειοδότησης και ανάπτυξης έργων δικτύου από 7 έως 10 χρόνια σήμερα το πολύ σε 2 χρόνια. Αυτό είναι ίσως το πιο πρακτικό εμπόδιο της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης. Η Ευρώπη μπορεί να έχει περισσότερες ΑΠΕ, αλλά χωρίς δίκτυα, αποθήκευση και διασυνδέσεις, η φθηνή πράσινη παραγωγή δεν φτάνει πάντα εκεί όπου τη χρειάζεται η βιομηχανία.

Ο τέταρτος άξονας είναι η επανένταξη της πυρηνικής ενέργειας στο ευρωπαϊκό ενεργειακό λεξιλόγιο και ενσωμάτωσή της στην πράσινη ταξινομία, με στόχο να κινητοποιηθούν νέες επενδύσεις σε σταθερή, χαμηλών εκπομπών ηλεκτροπαραγωγή. Αυτό δεν αφορά όλες τις χώρες με τον ίδιο τρόπο, αλλά δείχνει ότι η Ευρώπη αναζητά πλέον τεχνολογίες που μπορούν να προσφέρουν σταθερή ισχύ και όχι μόνο μεταβλητή παραγωγή από ΑΠΕ.

Οι στόχοι τιμών κάτω από 0,15 ευρώ/kWh έως το 2027

Τα αρμόδια στελέχη του πετρελαϊκού κλάδου αναφέρθηκαν και σε ενδεικτικούς στόχους τιμών. Έως το 2027, η Ευρώπη θα πρέπει να οδηγήσει τις βιομηχανικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας κάτω από τα 0,15 ευρώ ανά κιλοβατώρα, μέσα από την επέκταση των PPAs και τις βελτιώσεις στα δίκτυα. Έως το 2030, ο στόχος θα πρέπει να είναι ακόμη πιο φιλόδοξος, δηλαδή επίτευξη σύγκλισης με τις τιμές των ΗΠΑ, δηλαδή περίπου 0,075 ευρώ ανά κιλοβατώρα, μέσω διευρυμένων CfDs και ταχύτερης ανάπτυξης δικτύων.

Η απόσταση από το σημερινό σημείο εκκίνησης είναι μεγάλη. Αν η ΕΕ βρίσκεται περίπου στα 0,199 ευρώ ανά κιλοβατώρα και ο στόχος του 2027 είναι κάτω από 0,15 ευρώ, απαιτείται μείωση της τάξης του 25%. Αν ο στόχος του 2030 είναι η προσέγγιση των 0,075 ευρώ, τότε η απαιτούμενη μείωση σε σχέση με τα σημερινά ευρωπαϊκά επίπεδα υπερβαίνει το 60%.

Η ελληνική διάσταση

Για την Ελλάδα, η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια ενισχυμένο ρόλο στον ενεργειακό χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με επενδύσεις σε LNG, νέες ηλεκτρικές διασυνδέσεις, ΑΠΕ, αποθήκευση και έργα δικτύων. Ταυτόχρονα, όμως, η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να θέτει το ενεργειακό κόστος ως ένα από τα βασικά εμπόδια για την ανταγωνιστικότητά της.

Η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε μέσα στο 2026 στήριξη ύψους 100 εκατ. ευρώ ετησίως για πέντε χρόνια, δηλαδή συνολικά 500 εκατ. ευρώ, με στόχο την ελάφρυνση του ενεργειακού κόστους για βιομηχανίες και μικρότερες επιχειρήσεις. Παράλληλα, έχουν εξασφαλιστεί περίπου 200 εκατ. ευρώ από το Modernisation Fund για επενδύσεις εξοικονόμησης και ενεργειακής αναβάθμισης σε κλάδους όπως το αλουμίνιο, ο χαλκός, το τσιμέντο, ο σίδηρος και η ξυλεία.

Στην πράξη, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση. Από τη μία πλευρά διαθέτει υψηλό δυναμικό σε ΑΠΕ, γεωγραφική θέση που της επιτρέπει να εξελιχθεί σε περιφερειακό ενεργειακό κόμβο και αυξανόμενο ενδιαφέρον για επενδύσεις σε data centers, βιομηχανία και υποδομές. Από την άλλη, αν το πλεονέκτημα της πράσινης παραγωγής δεν έχει μεταφραστεί σε πιο ανταγωνιστικές τιμές για τη βιομηχανία και η χώρα κινδυνεύει.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης