AD
Βιομηχανία & Απανθρακοποίηση

Από το Rozino της Βουλγαρίας μέχρι το ελληνικό υπέδαφος: Η νέα μάχη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες

Από το Rozino της Βουλγαρίας μέχρι το ελληνικό υπέδαφος: Η νέα μάχη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες

Η διασυνοριακή περιβαλλοντική διαβούλευση με τη Βουλγαρία αναδεικνύει το δίλημμα της Ευρώπης: περισσότερη εγχώρια εξόρυξη για τη μείωση των εξαρτήσεων, αλλά με αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους - Στο νέο τοπίο, γάλλιο, γραφίτης, χαλκός, βολφράμιο και σπάνιες γαίες επαναφέρουν το ελληνικό υπέδαφος στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος

Η διασυνοριακή περιβαλλοντική διαβούλευση που άνοιξε τον προηγούμενο μήνα το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας  (ΥΠΕΝ) για το μεταλλευτικό έργο Rozino στη Βουλγαρία φέρνει στην επικαιρότητα ένα ζήτημα που ξεπερνά τα όρια μιας περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Το κοίτασμα βρίσκεται στον δήμο Ivaylovgrad, στην περιοχή Χάσκοβο, κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, και η ελληνική πλευρά συμμετέχει στη διαδικασία λόγω των δυνητικών διασυνοριακών περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Διόλου τυχαίο δεν είναι ότι η σχετική μελέτη του έργου διαβιβάστηκε επισήμως στην Ελλάδα στο πλαίσιο της Σύμβασης του Espoo, ενώ το ΥΠΕΝ έχει ήδη υποβάλει παρατηρήσεις στη βουλγαρική πλευρά.  Το ελληνικό ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γεωγραφικό. Στην υπόθεση Rozino συναντώνται δύο διαφορετικές διαστάσεις της νέας ευρωπαϊκής πραγματικότητας.

Από τη μία η ανάγκη για περισσότερη παραγωγή μετάλλων και πρώτων υλών εντός της Ευρώπης και από την άλλη οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν τέτοιες δραστηριότητες όταν ένα κοίτασμα βρίσκεται σε διασυνοριακές λεκάνες απορροής.

Οι ενστάσεις της Ελλάδας

Στις παρατηρήσεις της προς τη Βουλγαρία, η ελληνική πλευρά έχει ζητήσει μεταξύ άλλων πληρέστερη αξιολόγηση των επιπτώσεων στα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα, καθώς και ποσοτικοποίηση της πιθανής μεταφοράς ρυπαντικού φορτίου προς τα ελληνικά υδατικά συστήματα. Η διαδρομή που εξετάζεται συνδέει υδατορεύματα της βουλγαρικής πλευράς με το σύστημα του Ερυθροπόταμου και στη συνέχεια του Έβρου. Παράλληλα, το ΥΠΕΝ ζητά πρόσθετη τεκμηρίωση για τα τέλματα, τα στείρα υλικά και την πιθανότητα όξινης απορροής.

Στο επίκεντρο βρίσκεται και η παρουσία μετάλλων στο κοίτασμα. Η ελληνική πλευρά έχει ζητήσει αναλυτικότερο γεωχημικό χαρακτηρισμό και εκτίμηση της πιθανής μεταφοράς στοιχείων, μεταξύ των οποίων το αρσενικό, ο μόλυβδος, ο υδράργυρος και άλλα μέταλλα. Η βουλγαρική πλευρά, από την πλευρά της, έχει υποστηρίξει ότι τα διαθέσιμα στοιχεία και οι δοκιμές έκπλυσης δεν τεκμηριώνουν σημαντική διασυνοριακή επίπτωση.

Η υπόθεση Rozino, επομένως, είναι ενδεικτική του διλήμματος που καλείται να διαχειριστεί η Ευρώπη. Πώς θα αυξήσει την εγχώρια παραγωγή κρίσιμων πρώτων υλών χωρίς να μεταφέρει το περιβαλλοντικό κόστος της εξόρυξης σε τοπικές κοινωνίες και διασυνοριακά οικοσυστήματα;

Από το γάλλιο και τον γραφίτη μέχρι τον χαλκό και τις σπάνιες γαίες

Το ερώτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς το ελληνικό υπέδαφος επιστρέφει στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Από το γάλλιο και τον γραφίτη μέχρι τον χαλκό, το βολφράμιο και τις σπάνιες γαίες, η χώρα διαθέτει μεταλλευτικό δυναμικό που αποκτά νέα οικονομική αξία καθώς αλλάζουν οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να περιορίσει την εξάρτησή της από εισαγόμενες πρώτες ύλες και να δημιουργήσει ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας για υλικά που θεωρούνται κρίσιμα ή στρατηγικά για τη βιομηχανία, την ενέργεια, την ψηφιακή τεχνολογία και την άμυνα. Ο Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες έχει θέσει συγκεκριμένους στόχους για την αύξηση της εξόρυξης, της επεξεργασίας και της ανακύκλωσης στην Ευρώπη.

Η αλλαγή αυτή ανοίγει ένα νέο παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα. Το στοίχημα, όμως, είναι διπλό. Αφενός να εντοπιστούν και να αξιοποιηθούν τα κοιτάσματα που κρύβει το ελληνικό υπέδαφος και αφετέρου να βρεθούν τα κεφάλαια και η τεχνογνωσία που απαιτούνται ώστε οι γεωλογικές ενδείξεις να μετατραπούν σε παραγωγικές επενδύσεις.

Ήδη διαμορφώνονται οι πρώτες σημαντικές κινήσεις. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το γάλλιο, με τη METLEN να προωθεί την παραγωγή του στην Ελλάδα και να εντάσσει το εγχείρημα στις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων πρώτων υλών. Η εξέλιξη απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη διεθνή διάσταση τον Ιούλιο του 2026, όταν η εταιρεία ανακοίνωσε μακροχρόνια εμπορική συμφωνία για τη διάθεση περίπου του 25% της ετήσιας παραγωγής γαλλίου σε μεγάλη αμερικανική τεχνολογική εταιρεία.

Παράλληλα, αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για περιοχές όπου παλαιότερες έρευνες είχαν εντοπίσει μεταλλευτικό δυναμικό.  Στους Μολάους Λακωνίας συνεχίζεται η έρευνα για το κοίτασμα ψευδαργύρου, μολύβδου και αργύρου, με την περιοχή να επανέρχεται στο προσκήνιο καθώς η διεθνής αγορά αναζητά νέες πηγές μετάλλων.  Ανάλογη κινητικότητα καταγράφεται στη Θράκη. Στις Θέρμες Ξάνθης επανεξετάζεται το δυναμικό γραφίτη μιας περιοχής που είχε αξιολογηθεί σε διαφορετικές οικονομικές συνθήκες κατά το παρελθόν. Η σημερινή ζήτηση για γραφίτη, ιδιαίτερα λόγω της χρήσης του στην αλυσίδα αξίας των μπαταριών, αλλάζει την οικονομική εξίσωση για κοιτάσματα που παλαιότερα δεν θεωρούνταν επαρκώς ανταγωνιστικά.

Στα Κιμμέρια έχουν καταγραφεί ενδείξεις για χαλκό και βολφράμιο, ενώ ερευνητικό ενδιαφέρον υπάρχει επίσης για σπάνιες γαίες και άλλα μέταλλα σε περιοχές της Θράκης, της Ηπείρου και του Βορείου Αιγαίου. Στο ευρύτερο μεταλλευτικό δυναμικό της χώρας περιλαμβάνονται ακόμη το νικέλιο και το κοβάλτιο των ελληνικών λατεριτών, ο χαλκός και τα συνοδά μέταλλα των πορφυρικών συστημάτων, καθώς και στοιχεία όπως το αντιμόνιο και το γερμάνιο.

Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι κάθε γεωλογική ένδειξη μπορεί να μετατραπεί σε οικονομικά βιώσιμο ορυχείο. Η απόσταση από το κοίτασμα έως την παραγωγή παραμένει μεγάλη και απαιτεί σημαντικές επενδύσεις, τεχνική ωριμότητα, περιβαλλοντική αδειοδότηση και εξασφαλισμένη αγορά για το παραγόμενο προϊόν.

Το μεγάλο πρόβλημα ωστόσο είναι το κεφάλαιο. Η εξόρυξη κρίσιμων πρώτων υλών απαιτεί επενδύσεις υψηλού ρίσκου και μεγάλης χρονικής διάρκειας. Από την αρχική γεωλογική έρευνα έως την παραγωγή μπορούν να μεσολαβήσουν πολλά χρόνια, ενώ ένα σημαντικό μέρος των projects πρώιμου σταδίου δεν φτάνει ποτέ στην εμπορική εκμετάλλευση.  Η πρώτη ευρωπαϊκή λίστα στρατηγικών έργων του 2025 περιλαμβάνει 47 projects σε 13 κράτη-μέλη, με συνολικές εκτιμώμενες κεφαλαιακές ανάγκες ύψους 22,5 δισ. ευρώ.  

www.worldenergynews.gr

  

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης