Η γερμανική βιομηχανία αλουμινόχαρτου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αγοραστές στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά και η χαμηλότερη βιομηχανική δραστηριότητα, η υποχώρηση της ζήτησης στον κλάδο της συσκευασίας και η πιο συγκρατημένη κατανάλωση έχουν περιορίσει τις νέες παραγγελίες
Η γερμανική αγορά εξαγωγών αλουμινόχαρτου εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης μετά από δύο χρόνια σταδιακής ανάκαμψης. Η ανοδική πορεία που είχε επανέλθει μετά την υποχώρηση του 2023 δεν κατάφερε να διατηρηθεί, καθώς οι αποστολές μειώθηκαν εκ νέου το α΄ εξάμηνο του 2026, παρά την ανθεκτικότητα που εμφάνισαν ορισμένες αγορές.
Τα στοιχεία της International Trade Centre (ITC) αποτυπώνουν καθαρά την αλλαγή τάσης. Η Γερμανία εξήγαγε 151.000 τόνους αλουμινόχαρτου το α΄ εξάμηνο του 2022, όμως έναν χρόνο αργότερα οι εξαγωγές είχαν υποχωρήσει στους 138.000 τόνους, καταγράφοντας πτώση 8,6%. Ακολούθησε σταδιακή ανάκαμψη, με τις ποσότητες να ανέρχονται στους 141.000 τόνους το α΄ εξάμηνο του 2024 και στους 144.000 τόνους το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Η εικόνα άλλαξε ξανά το 2026, καθώς οι γερμανικές εξαγωγές περιορίστηκαν στους 140.000 τόνους, μειωμένες κατά 2,8% σε ετήσια βάση. Η πτώση δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε απόλυτους όρους, σηματοδοτεί όμως διακοπή της ανοδικής τάσης και δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο ο κλάδος μπορεί να ανακτήσει δυναμική στο δεύτερο μισό του έτους.
Οι τριμηνιαίες μεταβολές της τελευταίας πενταετίας δείχνουν μια αγορά με έντονες διακυμάνσεις. Το 2022 οι εξαγωγές αυξήθηκαν από τους 74.000 τόνους το α΄ τρίμηνο στους 77.000 τόνους το β΄ τρίμηνο, σημειώνοντας άνοδο 4,1%. Το 2023, ωστόσο, η τάση αντιστράφηκε, με τις αποστολές να υποχωρούν από τους 72.000 στους 66.000 τόνους, καταγράφοντας πτώση 8,3%.
Το 2024 η αγορά επέστρεψε σε τροχιά ανάκαμψης, με τις εξαγωγές να αυξάνονται από 69.000 τόνους το α΄ τρίμηνο σε 73.000 τόνους το β΄ τρίμηνο, δηλαδή κατά 5,8%. Το 2025 οι ποσότητες διαμορφώθηκαν στους 72.000 τόνους τόσο στο α΄ όσο και στο β΄ τρίμηνο, πριν υποχωρήσουν στους 68.000 τόνους το γ΄ τρίμηνο και στους 65.000 τόνους το δ΄ τρίμηνο.
Στο πρώτο μισό του 2026 καταγράφηκε εκ νέου άνοδος σε τριμηνιαία βάση, με τις εξαγωγές να αυξάνονται από 69.000 τόνους το α΄ τρίμηνο σε 71.000 τόνους το β΄ τρίμηνο, ενισχυμένες κατά 2,9%. Ωστόσο, η επίδοση αυτή παρέμεινε χαμηλότερη από τους 72.000 τόνους του β΄ τριμήνου του 2025, γεγονός που δείχνει ότι η πρόσφατη βελτίωση δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε επιστροφή στα περσινά επίπεδα.
Η ασθενέστερη ζήτηση στις βασικές ευρωπαϊκές αγορές αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες πίεσης. Η γερμανική βιομηχανία αλουμινόχαρτου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αγοραστές στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά και η χαμηλότερη βιομηχανική δραστηριότητα, η υποχώρηση της ζήτησης στον κλάδο της συσκευασίας και η πιο συγκρατημένη κατανάλωση έχουν περιορίσει τις νέες παραγγελίες.
Ιδιαίτερα αδύναμη παραμένει η ζήτηση για λεπτό και τυποποιημένο αλουμινόχαρτο, κυρίως στις εφαρμογές εύκαμπτης συσκευασίας και στα προϊόντα οικιακής χρήσης. Παράλληλα, οι γερμανικές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με εντονότερο ανταγωνισμό από προμηθευτές χαμηλότερου κόστους, γεγονός που δυσκολεύει τη διατήρηση των εξαγωγικών όγκων σε αγορές όπου η τιμή αποτελεί καθοριστικό παράγοντα.
Στην πίεση προστίθενται το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι αυξημένες δαπάνες εργασίας και το κόστος μεταποίησης. Οι παράγοντες αυτοί περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα των γερμανικών παραγωγών έναντι επιχειρήσεων από περιοχές με χαμηλότερο κόστος παραγωγής. Την ίδια στιγμή, η ασθενέστερη ζήτηση εκτός Ευρώπης και η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα προϊόντων από εναλλακτικούς προμηθευτές περιορίζουν περαιτέρω τις παραγγελίες από το εξωτερικό.
Η εικόνα, πάντως, διαφέρει σημαντικά ανάλογα με την αγορά προορισμού. Η Γαλλία αποτέλεσε την πιο ανθεκτική από τις πέντε βασικές αγορές, καθώς οι γερμανικές εξαγωγές αλουμινόχαρτου αυξήθηκαν από τους 22.000 τόνους το α΄ εξάμηνο του 2025 στους 24.000 τόνους το αντίστοιχο διάστημα του 2026, καταγράφοντας άνοδο 9,1%.
Οι αποστολές προς τη Γαλλία ανήλθαν στους 11.000 τόνους τόσο το α΄ όσο και το β΄ τρίμηνο του 2025, πριν αυξηθούν στους 13.000 τόνους το α΄ τρίμηνο του 2026 και υποχωρήσουν εκ νέου στους 11.000 τόνους το β΄ τρίμηνο.
Αντίθετα, οι εξαγωγές προς την Ελβετία μειώθηκαν από 24.000 τόνους το α΄ εξάμηνο του 2025 σε 23.000 τόνους το α΄ εξάμηνο του 2026, καταγράφοντας πτώση 4,2%. Οι αποστολές είχαν μειωθεί από 13.000 τόνους το α΄ τρίμηνο του 2025 σε 11.000 τόνους το β΄ τρίμηνο, παρέμειναν στους 11.000 τόνους το α΄ τρίμηνο του 2026 και στη συνέχεια αυξήθηκαν στους 12.000 τόνους.
Σημαντική αγορά παραμένουν και οι ΗΠΑ, αν και οι γερμανικές εξαγωγές προς την αμερικανική αγορά μειώθηκαν από 10.300 τόνους το α΄ εξάμηνο του 2025 σε 9.900 τόνους το 2026, υποχωρώντας κατά 3,9%. Σε τριμηνιαία βάση, οι αποστολές αυξήθηκαν από 4.600 τόνους το α΄ τρίμηνο του 2025 στους 5.700 τόνους το β΄ τρίμηνο, πριν υποχωρήσουν στους 4.000 τόνους το α΄ τρίμηνο του 2026. Στο β΄ τρίμηνο, ωστόσο, ανέκαμψαν στους 5.900 τόνους, σημειώνοντας άνοδο 47,5% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Η Ολλανδία κατέγραψε τη μεγαλύτερη πτώση μεταξύ των πέντε βασικών προορισμών. Οι εξαγωγές μειώθηκαν από 12.800 τόνους το α΄ εξάμηνο του 2025 σε 10.600 τόνους το α΄ εξάμηνο του 2026, σημειώνοντας πτώση 17,2%. Οι αποστολές ανέρχονταν σε 6.400 τόνους και στα δύο πρώτα τρίμηνα του 2025, πριν περιοριστούν στους 4.900 τόνους το α΄ τρίμηνο του 2026 και ανακάμψουν στους 5.700 τόνους το β΄ τρίμηνο.
Ανάλογη ήταν η εικόνα και στην Αυστρία, όπου οι εξαγωγές μειώθηκαν από 9.200 τόνους το α΄ εξάμηνο του 2025 σε 8.300 τόνους το α΄ εξάμηνο του 2026, καταγράφοντας πτώση 9,8%. Οι αποστολές μειώθηκαν από 5.100 τόνους το α΄ τρίμηνο του 2025 σε 4.100 τόνους το β΄ τρίμηνο, ενώ το 2026 περιορίστηκαν από 4.400 τόνους το α΄ τρίμηνο σε 3.900 τόνους το β΄ τρίμηνο.
Οι προοπτικές για το δεύτερο μισό του 2026 παραμένουν συνεπώς συγκρατημένες. Η γερμανική αγορά αλουμινόχαρτου εισήλθε στο β΄ εξάμηνο με εξαγωγές μειωμένες κατά 2,8% σε ετήσια βάση, ενώ η άνοδος από τους 69.000 στους 71.000 τόνους μεταξύ α΄ και β΄ τριμήνου δεν ήταν αρκετή για να επαναφέρει τις αποστολές στα επίπεδα του 2025.
Εάν επαναληφθεί στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 μια πορεία αντίστοιχη με εκείνη του δεύτερου μισού του 2025, οι εξαγωγές θα μπορούσαν να υποχωρήσουν περίπου στους 67.000 τόνους το γ΄ τρίμηνο και στους 64.000 τόνους το δ΄ τρίμηνο. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι εξαγωγές του β΄ εξαμήνου θα διαμορφώνονταν περίπου στους 131.000 τόνους και το σύνολο του 2026 στους 271.000 τόνους.
www.worldenergynews.gr






