Η παγκόσμια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 3% το 2025, μετά από άνοδο 4,4% το 2024, ενώ για την περίοδο 2026-2030 προβλέπεται μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης 3,6%, κυρίως λόγω της μεγαλύτερης κατανάλωσης από τη βιομηχανία, τα ηλεκτρικά οχήματα, τα συστήματα κλιματισμού και τα κέντρα δεδομένων
Η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων 15 ετών και αναμένεται να συνεχίσει ανοδικά τουλάχιστον έως το τέλος της δεκαετίας, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη, η προηγμένη βιομηχανία και η ηλεκτροκίνηση σηματοδοτούν την έναρξη της «Εποχής του Ηλεκτρισμού», σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.
Η νέα έκθεση Electricity 2026 προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας θα αυξάνεται κατά μέσο όρο άνω του 3,5% ετησίως έως το 2030. Ανανεώσιμες πηγές, πυρηνική ενέργεια και φυσικό αέριο αναδεικνύονται σε βασικούς ωφελημένους της αυξημένης ζήτησης, ωστόσο η ανάπτυξη της παραγωγής ενέργειας χάνει τη σημασία της εάν τα έργα δυσκολεύονται να συνδεθούν με τα ηλεκτρικά δίκτυα.
Η παγκόσμια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 3% το 2025, μετά από άνοδο 4,4% το 2024, ενώ για την περίοδο 2026-2030 προβλέπεται μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης 3,6%, κυρίως λόγω της μεγαλύτερης κατανάλωσης από τη βιομηχανία, τα ηλεκτρικά οχήματα, τα συστήματα κλιματισμού και τα κέντρα δεδομένων.
Οι αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Νοτιοανατολική Ασία, αναμένεται να καλύψουν περίπου το 80% της πρόσθετης ζήτησης έως το 2030, ενώ και οι ανεπτυγμένες οικονομίες επιστρέφουν σε αύξηση της κατανάλωσης έπειτα από περίπου 15 χρόνια στασιμότητας, με την τεχνητή νοημοσύνη, τα data centers και τη σύγχρονη βιομηχανική παραγωγή να αποτελούν βασικούς μοχλούς.
Στις ΗΠΑ η ζήτηση αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025 και εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται σχεδόν κατά 2% ετησίως έως το 2030, με τα data centers να ευθύνονται για περίπου τη μισή αύξηση. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η κατανάλωση προβλέπεται να αυξάνεται περίπου 2% ετησίως έως το τέλος της δεκαετίας, ενώ ταχύτερη άνοδος αναμένεται και σε άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
Παρά την έκρηξη της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι επενδύσεις στα δίκτυα υστερούν. Η αύξηση της ζήτησης δημιουργεί σημαντικά εμπόδια στη σύνδεση νέων μονάδων παραγωγής, ιδίως ανανεώσιμων πηγών και μονάδων φυσικού αερίου, με τα δίκτυα ηλεκτρισμού. Αν και οι τάσεις διαφέρουν ανά περιοχή, η ανάγκη για ταχεία και αποτελεσματική επέκταση των δικτύων αποτελεί παγκόσμια πρόκληση και χωρίς μεγαλύτερη ευελιξία και επενδύσεις υπάρχει κίνδυνος η «Εποχή του Ηλεκτρισμού» να προχωρήσει πιο αργά από το αναμενόμενο. Σήμερα οι παγκόσμιες επενδύσεις στα δίκτυα ανέρχονται περίπου σε 400 δισ. δολάρια ετησίως, αλλά σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας θα πρέπει να αυξηθούν κατά περίπου 50% έως το 2030 για να καλυφθεί η προβλεπόμενη ζήτηση. Παράλληλα απαιτείται σημαντική ενίσχυση των αλυσίδων εφοδιασμού που σχετίζονται με τα δίκτυα.
Περισσότερα από 2.500 γιγαβάτ έργων —ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση ενέργειας και εγκαταστάσεις μεγάλης κατανάλωσης όπως data centers— παραμένουν σήμερα σε λίστες αναμονής για σύνδεση με τα δίκτυα παγκοσμίως. Περίπου 1.600 γιγαβάτ από αυτά θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σχετικά σύντομα με τεχνολογικές βελτιώσεις και ρυθμιστικές μεταρρυθμίσεις που θα επιτρέψουν πιο ευέλικτη χρήση των δικτύων, όμως η απαιτούμενη ευελιξία και επέκταση προϋποθέτουν υψηλότερες επενδύσεις από τις σημερινές.
Σύμφωνα με ανάλυση της BloombergNEF, οι επενδύσεις στα δίκτυα ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 470 δισ. δολάρια πέρυσι, αυξημένες κατά 16% σε σχέση με το 2024. Οι ΗΠΑ αντιπροσώπευσαν περίπου το ένα τέταρτο των παγκόσμιων δαπανών με 115 δισ. δολάρια, ενώ Κίνα και Ευρωπαϊκή Ένωση μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο ακολούθησαν με περίπου 20% η καθεμία. Ωστόσο, η άνοδος του κόστους εξοπλισμού και ο υψηλός πληθωρισμός αρχίζουν να επηρεάζουν τις συνολικές επενδύσεις, ενώ ακόμη και η αυξημένη χρηματοδότηση δεν αναμένεται να εξαλείψει πλήρως τα υφιστάμενα «στενά σημεία» των υποδομών, με αποτέλεσμα καθυστερήσεις στη σύνδεση νέας παραγωγής και κατανάλωσης τα επόμενα χρόνια.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές της BloombergNEF, παρά την αύξηση των επενδύσεων εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά εμπόδια στην έγκαιρη κάλυψη των αναγκών παραγωγής και ζήτησης. Η ταχεία ανάπτυξη των data centers και η ηλεκτροποίηση της βιομηχανίας αυξάνουν απότομα τη ζήτηση, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την έγκαιρη επέκταση των δικτύων για την εξασφάλιση επαρκούς και αξιόπιστης ηλεκτροδότησης. Επιπλέον, οι επενδύσεις επιβραδύνονται λόγω προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα και ελλείψεων εργατικού δυναμικού.
Η νέα έκθεση Electricity 2026 προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας θα αυξάνεται κατά μέσο όρο άνω του 3,5% ετησίως έως το 2030. Ανανεώσιμες πηγές, πυρηνική ενέργεια και φυσικό αέριο αναδεικνύονται σε βασικούς ωφελημένους της αυξημένης ζήτησης, ωστόσο η ανάπτυξη της παραγωγής ενέργειας χάνει τη σημασία της εάν τα έργα δυσκολεύονται να συνδεθούν με τα ηλεκτρικά δίκτυα.
Η παγκόσμια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 3% το 2025, μετά από άνοδο 4,4% το 2024, ενώ για την περίοδο 2026-2030 προβλέπεται μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης 3,6%, κυρίως λόγω της μεγαλύτερης κατανάλωσης από τη βιομηχανία, τα ηλεκτρικά οχήματα, τα συστήματα κλιματισμού και τα κέντρα δεδομένων.
Οι αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Νοτιοανατολική Ασία, αναμένεται να καλύψουν περίπου το 80% της πρόσθετης ζήτησης έως το 2030, ενώ και οι ανεπτυγμένες οικονομίες επιστρέφουν σε αύξηση της κατανάλωσης έπειτα από περίπου 15 χρόνια στασιμότητας, με την τεχνητή νοημοσύνη, τα data centers και τη σύγχρονη βιομηχανική παραγωγή να αποτελούν βασικούς μοχλούς.
Στις ΗΠΑ η ζήτηση αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025 και εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται σχεδόν κατά 2% ετησίως έως το 2030, με τα data centers να ευθύνονται για περίπου τη μισή αύξηση. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η κατανάλωση προβλέπεται να αυξάνεται περίπου 2% ετησίως έως το τέλος της δεκαετίας, ενώ ταχύτερη άνοδος αναμένεται και σε άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
Παρά την έκρηξη της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι επενδύσεις στα δίκτυα υστερούν. Η αύξηση της ζήτησης δημιουργεί σημαντικά εμπόδια στη σύνδεση νέων μονάδων παραγωγής, ιδίως ανανεώσιμων πηγών και μονάδων φυσικού αερίου, με τα δίκτυα ηλεκτρισμού. Αν και οι τάσεις διαφέρουν ανά περιοχή, η ανάγκη για ταχεία και αποτελεσματική επέκταση των δικτύων αποτελεί παγκόσμια πρόκληση και χωρίς μεγαλύτερη ευελιξία και επενδύσεις υπάρχει κίνδυνος η «Εποχή του Ηλεκτρισμού» να προχωρήσει πιο αργά από το αναμενόμενο. Σήμερα οι παγκόσμιες επενδύσεις στα δίκτυα ανέρχονται περίπου σε 400 δισ. δολάρια ετησίως, αλλά σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας θα πρέπει να αυξηθούν κατά περίπου 50% έως το 2030 για να καλυφθεί η προβλεπόμενη ζήτηση. Παράλληλα απαιτείται σημαντική ενίσχυση των αλυσίδων εφοδιασμού που σχετίζονται με τα δίκτυα.
Περισσότερα από 2.500 γιγαβάτ έργων —ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση ενέργειας και εγκαταστάσεις μεγάλης κατανάλωσης όπως data centers— παραμένουν σήμερα σε λίστες αναμονής για σύνδεση με τα δίκτυα παγκοσμίως. Περίπου 1.600 γιγαβάτ από αυτά θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σχετικά σύντομα με τεχνολογικές βελτιώσεις και ρυθμιστικές μεταρρυθμίσεις που θα επιτρέψουν πιο ευέλικτη χρήση των δικτύων, όμως η απαιτούμενη ευελιξία και επέκταση προϋποθέτουν υψηλότερες επενδύσεις από τις σημερινές.
Σύμφωνα με ανάλυση της BloombergNEF, οι επενδύσεις στα δίκτυα ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 470 δισ. δολάρια πέρυσι, αυξημένες κατά 16% σε σχέση με το 2024. Οι ΗΠΑ αντιπροσώπευσαν περίπου το ένα τέταρτο των παγκόσμιων δαπανών με 115 δισ. δολάρια, ενώ Κίνα και Ευρωπαϊκή Ένωση μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο ακολούθησαν με περίπου 20% η καθεμία. Ωστόσο, η άνοδος του κόστους εξοπλισμού και ο υψηλός πληθωρισμός αρχίζουν να επηρεάζουν τις συνολικές επενδύσεις, ενώ ακόμη και η αυξημένη χρηματοδότηση δεν αναμένεται να εξαλείψει πλήρως τα υφιστάμενα «στενά σημεία» των υποδομών, με αποτέλεσμα καθυστερήσεις στη σύνδεση νέας παραγωγής και κατανάλωσης τα επόμενα χρόνια.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές της BloombergNEF, παρά την αύξηση των επενδύσεων εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά εμπόδια στην έγκαιρη κάλυψη των αναγκών παραγωγής και ζήτησης. Η ταχεία ανάπτυξη των data centers και η ηλεκτροποίηση της βιομηχανίας αυξάνουν απότομα τη ζήτηση, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την έγκαιρη επέκταση των δικτύων για την εξασφάλιση επαρκούς και αξιόπιστης ηλεκτροδότησης. Επιπλέον, οι επενδύσεις επιβραδύνονται λόγω προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα και ελλείψεων εργατικού δυναμικού.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες ειδικότερα, η παλαιότητα μεγάλου μέρους των δικτύων και η αδυναμία ανταπόκρισης σε αυξανόμενα αιτήματα σύνδεσης εντείνουν τον κίνδυνο ενεργειακών ελλείψεων έως το 2030. Αναλυτές της Goldman Sachs προειδοποιούν ότι, με τον σημερινό ρυθμό επενδύσεων και αιτημάτων διασύνδεσης, ενδέχεται να υπάρξει έλλειμμα ισχύος μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Αν το πρόβλημα των περιορισμών των δικτύων δεν αντιμετωπιστεί, υπάρχει ακόμη και το ενδεχόμενο η Κίνα να αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι των ΗΠΑ στον αγώνα για την τεχνητή νοημοσύνη.
www.worldenergynews.gr






