Η στενή σύνδεση των τιμών φυσικού αερίου με το συνολικό ενεργειακό κόστος ενισχύει τον κίνδυνο σημαντικής επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας ή ακόμη και ύφεσης, σύμφωνα με νέα ανάλυση του ICIS (Independent Commodity Intelligence Services), ενός από τους σημαντικότερους διεθνείς οργανισμούς παροχής στοιχείων και αναλύσεων για τις αγορές ενέργειας και πετροχημικών.
Η έκθεση εξετάζει τρία βασικά σενάρια εξέλιξης της κρίσης στη Μέση Ανατολή – αισιόδοξο, ενδιάμεσο και δυσμενές – τα οποία διαφοροποιούνται κυρίως από τη διάρκεια των διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με τους αναλυτές, όσο περισσότερο διαρκέσει η διακοπή των ενεργειακών ροών τόσο αυξάνεται η πιθανότητα η ενεργειακή κρίση να μετατραπεί σε παγκόσμια οικονομική κρίση.
Την ίδια στιγμή, οι αγορές ενέργειας αντέδρασαν ήδη έντονα στην κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, με τις τιμές φυσικού αερίου και LNG να καταγράφουν πολύ μεγαλύτερη άνοδο από το πετρέλαιο.
Στη χθεσινή του έκθεση, το ICIS εξετάζει τρεις βασικές εκδοχές εξέλιξης της κρίσης – ένα ευνοϊκό, ένα ενδιάμεσο και ένα δυσμενές σενάριο – αναλύοντας τις πιθανές επιπτώσεις στις θαλάσσιες μεταφορές, στις τιμές πετρελαίου και στη διεθνή οικονομία. Καθοριστικός παράγοντας διαφοροποίησης των σεναρίων θεωρείται η διάρκεια τυχόν διακοπής της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Η ανάλυση σημειώνει ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια η οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών παρέμεινε ανθεκτική, ενώ η Ευρώπη κινήθηκε με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Την ίδια περίοδο οι αναδυόμενες οικονομίες – με εξαίρεση την Κίνα – κατέγραψαν σημαντική επέκταση. Ωστόσο, ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ που θα συνδεθεί με τη σύγκρουση στο Ιράν θα μπορούσε να ανατρέψει αυτή την εικόνα και να οδηγήσει σε συγχρονισμένη παγκόσμια ύφεση.
Το ICIS επισημαίνει επίσης ότι, πέρα από τις άμεσες επιπτώσεις στην ενέργεια, θα πρέπει να εξεταστούν και οι δευτερογενείς συνέπειες της κρίσης, όπως οι πιθανές πολιτικές επιπτώσεις στις ΗΠΑ ή οι διαταραχές στην τροφοδοσία πετροχημικών προϊόντων και LPG λόγω προβλημάτων στις μεταφορές μέσω του Ορμούζ. Σε πρώτη φάση, ωστόσο, η ανάλυση επικεντρώνεται στις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι εξελίξεις στις μεταφορές και στις τιμές πετρελαίου στη διεθνή οικονομία.
Αισιόδοξο σενάριο: Περιορισμένες επιπτώσεις
Στην πιο θετική εκδοχή, η ένταση στην περιοχή παραμένει αλλά η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ συνεχίζεται υπό αυξημένα μέτρα ασφαλείας, με συνοδεία πλοίων και μερική αποκατάσταση της ασφαλιστικής κάλυψης. Οι μεταφορές σταδιακά ομαλοποιούνται και το γεωπολιτικό ασφάλιστρο στις τιμές ενέργειας περιορίζεται.
Σε αυτή την περίπτωση, οι τιμές πετρελαίου εκτιμάται ότι θα κινηθούν περίπου μεταξύ 78 και 90 δολαρίων το βαρέλι. Η άνοδος των τιμών ενέργειας θα ενισχύσει τον πληθωρισμό, ωστόσο η επίδραση αναμένεται να είναι περιορισμένη. Με βάση ιστορικά στοιχεία, μια αύξηση της τάξης του 10% στις τιμές πετρελαίου μεταφράζεται σε άνοδο περίπου 0,4 ποσοστιαίων μονάδων στον πληθωρισμό, επίδραση που συνήθως εξασθενεί μέσα σε διάστημα δύο ετών.
Η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα θα επιβραδυνθεί ελαφρώς, κυρίως στις χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας, χωρίς όμως να προκύψει γενικευμένη ύφεση. Οι αγορές θα παραμείνουν ευμετάβλητες, αλλά η εμπιστοσύνη θα ενισχυθεί καθώς οι μεταφορές θα επανέρχονται σε κανονικούς ρυθμούς. Συνολικά, πρόκειται για ένα σενάριο με περιορισμένες επιπτώσεις στην ανάπτυξη και προσωρινά υψηλότερο πληθωρισμό.
Ενδιάμεσο σενάριο: Επιβράδυνση της οικονομίας
Στο ενδιάμεσο σενάριο προβλέπονται επαναλαμβανόμενες διακοπές στη ναυσιπλοΐα, με μεγάλα χρονικά διαστήματα καθυστερήσεων, υψηλά ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου και ουρές δεξαμενόπλοιων που μπορεί να διαρκούν ημέρες ή και εβδομάδες.
Οι τιμές πετρελαίου εκτιμάται ότι θα κινηθούν σε υψηλότερα επίπεδα, περίπου μεταξύ 85 και 105 δολαρίων το βαρέλι, ενώ δεν αποκλείονται πρόσκαιρες υπερβάσεις των 110 δολαρίων σε περιόδους έντασης.
Σε αυτή την περίπτωση ο παγκόσμιος πληθωρισμός θα αυξηθεί κατά περίπου 0,3 έως 0,6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η οικονομική δραστηριότητα θα επιβραδυνθεί αισθητά, ιδιαίτερα στις χώρες που εισάγουν ενέργεια. Τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθούν σε μεγάλες οικονομίες όπως η Ινδία και οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη θα υποχωρήσει.
Το ICIS εκτιμά ότι σε αυτό το σενάριο μπορεί να εμφανιστούν περιφερειακές υφέσεις, κυρίως στην Ευρώπη και σε τμήματα της Ασίας, χωρίς όμως να σημειωθεί βαθιά συγχρονισμένη παγκόσμια ύφεση. Η συνολική εικόνα θα χαρακτηρίζεται από χαμηλότερη παραγωγή, αυξημένο πληθωρισμό και μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα στις αγορές.
Δυσμενές σενάριο: Υψηλός κίνδυνος παγκόσμιας ύφεσης
Το πιο αρνητικό σενάριο προβλέπει παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ για εβδομάδες ή και μήνες, λόγω απειλών από νάρκες, πυραυλικές επιθέσεις και πλήρους απόσυρσης της ασφαλιστικής κάλυψης, γεγονός που θα κρατήσει τα περισσότερα δεξαμενόπλοια εκτός της περιοχής.
Σε αυτή την περίπτωση οι απώλειες στην παγκόσμια προσφορά πετρελαίου θα μπορούσαν να φτάσουν προσωρινά τα 10 έως 15 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Οι τιμές Brent εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να κινηθούν μεταξύ 110 και 150 δολαρίων το βαρέλι ή ακόμη υψηλότερα, σε επίπεδα που παραπέμπουν στις ενεργειακές κρίσεις της δεκαετίας του 1970. Παράλληλα, οι διαταραχές στις ροές LNG και LPG θα εντείνουν την πίεση, ιδιαίτερα στις ασιατικές οικονομίες.
Η απότομη αύξηση του ενεργειακού κόστους θα προκαλέσει ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις και θα φέρει τις κεντρικές τράπεζες μπροστά σε δύσκολες επιλογές μεταξύ περιορισμού του πληθωρισμού και στήριξης της ανάπτυξης. Οι ενεργοβόροι κλάδοι, όπως οι μεταφορές, τα χημικά και η βιομηχανία, θα δεχθούν σοβαρή πίεση, με πιθανές μειώσεις παραγωγής ή ακόμη και προσωρινές διακοπές λειτουργίας.
Η μείωση των πραγματικών εισοδημάτων θα περιορίσει την κατανάλωση, οδηγώντας σε υποχώρηση της παγκόσμιας ζήτησης. Σε αυτό το σενάριο η πιθανότητα παγκόσμιας ύφεσης θεωρείται ιδιαίτερα αυξημένη, με άνοδο της ανεργίας και έντονες αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Συνολικά, η ανάλυση καταλήγει ότι όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια των διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα η ενεργειακή κρίση να εξελιχθεί σε ευρύτερη οικονομική κρίση με παγκόσμιες επιπτώσεις.
Εκτίναξη τιμών φυσικού αερίου και LNG
Οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου σημείωσαν απότομη άνοδο ήδη από το άνοιγμα των αγορών. Το συμβόλαιο TTF Απριλίου 2026 αξιολογήθηκε από το ICIS στα 13,94 δολάρια ανά MMBtu το πρωί της Δευτέρας, αυξημένο κατά 26% σε σχέση με την προηγούμενη συνεδρίαση. Μετά την επιβεβαίωση διακοπής της παραγωγής LNG σε εγκαταστάσεις της περιοχής, οι τιμές ενισχύθηκαν επιπλέον κατά περίπου 20% μέσα σε ιδιαίτερα ασταθές περιβάλλον.
Συνολικά, η αύξηση ξεπέρασε κατά πολύ την αντίστοιχη άνοδο του πετρελαίου Brent, το οποίο κινήθηκε περίπου 10% υψηλότερα, φθάνοντας έως τα 82,37 δολάρια το βαρέλι. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η σημερινή άνοδος μπορεί να αποτελεί μόνο την αρχή, εφόσον η κρίση διαρκέσει περισσότερο από μία ή δύο εβδομάδες.
Το συμβόλαιο TTF Απριλίου διαπραγματευόταν κοντά στα 41,4 ευρώ/MWh το μεσημέρι της Δευτέρας, καταγράφοντας άνοδο περίπου 30% σε σχέση με τα επίπεδα της Παρασκευής. Η αύξηση του γεωπολιτικού κινδύνου αποτυπώθηκε κυρίως στα βραχυπρόθεσμα συμβόλαια, ενώ η καμπύλη τιμών παρουσίασε έντονη backwardation, ένδειξη ανησυχίας για τις άμεσες προμήθειες.
Παράλληλα, η Ευρώπη παρέμεινε ελκυστικός προορισμός για τα αμερικανικά φορτία LNG, καθώς οι τιμές TTF διαμορφώθηκαν περίπου 1,35 δολάρια ανά MMBtu υψηλότερα από τον ασιατικό δείκτη LNG. Ωστόσο, οι αγορές εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ιδιαίτερα ευμετάβλητες, καθώς η ισχυρή ζήτηση της Ασίας – κυρίως για καταριανό LNG – μπορεί να οδηγήσει σε ταχύτερη άνοδο των τιμών εκεί.
Διακοπή ροών LNG από το Ορμούζ
Σύμφωνα με στοιχεία του ICIS, κανένα δεξαμενόπλοιο LNG δεν έχει περάσει τα Στενά του Ορμούζ από το Σάββατο, γεγονός που πρακτικά αποκόπτει από τις διεθνείς αγορές περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής LNG, κυρίως από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Μια παρατεταμένη διακοπή των εξαγωγών LNG μέσω του Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρότερο σοκ από εκείνο της απώλειας του ρωσικού φυσικού αερίου το 2022, καθώς θα πρόκειται για αιφνίδια διακοπή μεγάλων ποσοτήτων.
Το Κατάρ αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα LNG παγκοσμίως, με δυναμικότητα περίπου 77,4 εκατ. τόνων ετησίως, ενώ μόνο τις προηγούμενες δύο εβδομάδες είχαν φορτωθεί 47 φορτία LNG από τις εγκαταστάσεις Ras Laffan. Η εξαγωγική μονάδα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων δυναμικότητας 5,5 εκατ. τόνων ετησίως έχει επίσης αποκοπεί από τις αγορές.
Η διακοπή των ροών αναμένεται να εντείνει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία LNG, ιδιαίτερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οδηγώντας σε γενικευμένη άνοδο των τιμών σε Ευρώπη και Ασία.
Κίνδυνοι για το πετρέλαιο και τις μεταφορές
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του κόσμου, καθώς μέσω αυτών διέρχεται πάνω από το 20% των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών αργού πετρελαίου. Παρατεταμένες διαταραχές θα μπορούσαν να οδηγήσουν τις τιμές σε τριψήφια επίπεδα.
Το Ιράν είναι ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον OPEC, με παραγωγή περίπου 3,4 εκατ. βαρελιών ημερησίως. Τουλάχιστον τρία δεξαμενόπλοια έχουν δεχθεί επιθέσεις στην περιοχή, ενώ υπάρχουν προειδοποιήσεις για περαιτέρω περιστατικά.
Παρότι τα Στενά δεν έχουν επισήμως κλείσει, τα περισσότερα πλοία παραμένουν αγκυροβολημένα λόγω του κινδύνου επιθέσεων και της έλλειψης ασφαλιστικής κάλυψης. Μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες έχουν ήδη αποσύρει την κάλυψη πολεμικού κινδύνου για την περιοχή, γεγονός που καθιστά πρακτικά αδύνατη τη διέλευση δεξαμενόπλοιων.
Οι μεγαλύτερες ναυτιλιακές εταιρείες έχουν ήδη δώσει εντολή αποφυγής της περιοχής, ενώ και ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (IMO) συνέστησε στα πλοία να αποφεύγουν τη διέλευση μέχρι να βελτιωθούν οι συνθήκες ασφαλείας.
Επιπτώσεις στις ενεργειακές αγορές
Οι επιπτώσεις της κρίσης επεκτείνονται ήδη σε ολόκληρο το ενεργειακό σύστημα. Στη Γερμανία τα προθεσμιακά συμβόλαια ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκαν περίπου 13%, ενώ οι τιμές δικαιωμάτων εκπομπών CO₂ υποχώρησαν ελαφρά, αντανακλώντας τις ανησυχίες για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Παράλληλα, η παραγωγή φυσικού αερίου από τα ισραηλινά κοιτάσματα Leviathan και Karish διακόπηκε προσωρινά, γεγονός που επηρεάζει και την Αίγυπτο, η οποία εισάγει περίπου 30 εκατ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ημερησίως. Η αιγυπτιακή εταιρεία EGAS έχει ήδη προκηρύξει διαγωνισμό για την αγορά τριών φορτίων LNG για παράδοση τον Μάρτιο και εξετάζει την προμήθεια έως και 20 επιπλέον φορτίων για το καλοκαίρι.
www.worldenergynews.gr






