Η επιδίωξη αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών να ενισχύσουν την παρουσία και την επιρροή τους στα Δυτικά Βαλκάνια προκαλεί ανησυχία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το ΣΚΑI.gr, καθώς στις Βρυξέλλες υπάρχει ο φόβος ότι οι χώρες της περιοχής μπορεί να καταλήξουν εξαρτημένες από το αμερικανικό φυσικό αέριο, την ώρα που επιχειρούν να προσαρμοστούν στους ευρωπαϊκούς στόχους για την καθαρή ενέργεια και την απανθρακοποίηση.
Τα δυτικά Βαλκάνια
Η Αλβανία, το Κόσοβο και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για την προμήθεια μεγάλων ποσοτήτων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις ΗΠΑ, αλλά και για την ανάπτυξη υποδομών που θα επιτρέψουν την εισαγωγή του. Ωστόσο, αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμφισβητούν κατά πόσο ορισμένα από τα έργα που προωθούνται είναι αναγκαία ή συμβατά με τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή στρατηγική της ΕΕ, δεδομένου ότι οι συγκεκριμένες χώρες διαθέτουν σήμερα ελάχιστη ή και μηδενική εγχώρια ζήτηση φυσικού αερίου.
Ο φόβος στις Βρυξέλλες είναι ότι η μαζική είσοδος φυσικού αερίου στις αγορές των Δυτικών Βαλκανίων θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα, μακροχρόνια εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και να αυξήσει την εξάρτηση των χωρών από εισαγόμενη ενέργεια.
Οι κλιματικοί στόχοι της ΕΕ
Η ΕΕ έχει θέσει ως στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, με παράλληλη αύξηση της συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό της μείγμα. Οι χώρες που θα ενταχθούν στην Ένωση θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με αυτούς τους στόχους. Αξιωματούχοι της ΕΕ εκτιμούν ότι η σημαντική αύξηση των εισαγωγών φυσικού αερίου θα μπορούσε να περιπλέξει την προσπάθεια για απανθρακοποίηση.
Την ίδια ώρα, ο αμερικανικός κλάδος φυσικού αερίου αξιοποιεί τη γρήγορη απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, αλλά και τις αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας που έχουν προκληθεί από τον πόλεμο του Ιράν, για να προωθήσει μια σειρά συμφωνιών προμήθειας στην ευρύτερη περιοχή.
Η πολιτική αυτή εντάσσεται στη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ για την ενίσχυση της αμερικανικής «ενεργειακής κυριαρχίας».
Η διαμάχη για τον αγωγό στη Βοσνία
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την προκαταρκτική συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης για την ανάπτυξη αγωγού που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από το Κρκ, το κροατικό νησί της Αδριατικής, προς τη Βοσνία.
Το έργο έχει προκαλέσει πολιτική αντιπαράθεση από τότε που το βοσνιακό κοινοβούλιο ψήφισε, νωρίτερα φέτος, νομοθετική ρύθμιση που κατοχυρώνει την AAFS, μια μικρή εταιρεία που διοικείται από πρόσωπα με στενές σχέσεις με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ως βασικό διαχειριστή του αγωγού.
Αξιωματούχοι της ΕΕ έχουν επίσης προειδοποιήσει ότι η υπόθεση θα μπορούσε να επηρεάσει την υποψηφιότητα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης για ένταξη στην Ένωση, σύμφωνα με τον Guardian.
Η πρωτοβουλία του Σεράγεβο έχει προκαλέσει ανησυχία και στην ηγεσία της Ενεργειακής Κοινότητας, μιας πρωτοβουλίας που υποστηρίζεται από την ΕΕ και βοηθά χώρες που επιδιώκουν την ένταξή τους στην Ένωση να ευθυγραμμίσουν το ενεργειακό και κανονιστικό τους πλαίσιο με το ευρωπαϊκό. Στην Ενεργειακή Κοινότητα συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η Αλβανία, το Κόσοβο, η Σερβία, η Γεωργία, η Μολδαβία, το Μαυροβούνιο και η Βόρεια Μακεδονία.
Η ενεργειακή συνεργασία
Η Σερβία και η Βόρεια Μακεδονία αναμένεται να αποκτήσουν πρόσβαση σε αμερικανικό LNG μέσω σχεδιαζόμενων διασυνδέσεων με την Ελλάδα. Εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας δεν απάντησε άμεσα σε ερωτήσεις σχετικά με τη διαφάνεια των υπό συζήτηση συμφωνιών ή τον κίνδυνο δημιουργίας μακροχρόνιας εξάρτησης από το LNG.
Παρά τις αντιδράσεις από αξιωματούχους της ΕΕ, εκπρόσωποι των βαλκανικών χωρών που συμμετείχαν στη συνάντηση της Τρίτης υποστήριξαν ότι οι συμφωνίες με τις ΗΠΑ είναι απαραίτητες για την ενεργειακή μετάβαση. Όπως υποστηρίζουν, η σταδιακή εγκατάλειψη του άνθρακα και η αυξανόμενη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας απαιτούν μια αξιόπιστη πηγή ενέργειας που θα μπορεί να καλύπτει τις ανάγκες των δικτύων όταν η παραγωγή από πιο μεταβλητές ανανεώσιμες πηγές μειώνεται.
Οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες καλούνται να ευθυγραμμιστούν και με την πολιτική της ΕΕ για τη σταδιακή κατάργηση της χρήσης ρωσικού φυσικού αερίου. Οι χώρες αυτές αναζητούν εναλλακτικές πηγές ενέργειας, τις οποίες η ΕΕ είτε δεν μπορεί είτε δεν επιθυμεί να προμηθεύσει απευθείας. Η Ένωση διαθέτει περιορισμένη εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου, ενώ δεν χρηματοδοτεί νέα έργα υποδομών φυσικού αερίου στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, όμως, η ίδια η ΕΕ εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το αμερικανικό LNG για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της μετά τη δραστική μείωση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου.
www.worldenergynews.gr






