Διπλάσιο αριθμό φορτίων LNG σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο έχει εξασφαλίσει η Gastrade για το FSRU Αλεξανδρούπολης τον χειμώνα 2026-2027, ενισχύοντας σημαντικά τις προοπτικές αξιοποίησης του τερματικού σταθμού και τη συμμετοχή του στις εισαγωγές φυσικού αερίου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν ήδη συμφωνηθεί 18-19 φορτία LNG για τη φετινή χειμερινή περίοδο, έναντι 9 φορτίων τον προηγούμενο χειμώνα. Πρόκειται για ποσότητες που, ανάλογα με το μέγεθος των φορτίων, εκτιμάται ότι αντιστοιχούν σε περίπου 1,7-2 δισ. κυβικά μέτρα (bcm) φυσικού αερίου, διαμορφώνοντας προοπτική ιστορικά υψηλών παραλαβών για τον σταθμό, ο οποίος ξεκίνησε την εμπορική λειτουργία του τον Οκτώβριο του 2024.
Οι συμφωνίες αυτές αποτελούν ένδειξη ουσιαστικής ενίσχυσης της εμπορικής δραστηριότητας του FSRU, μετά τα τεχνικά προβλήματα που περιόρισαν τη λειτουργία του κατά το 2025. Παράλληλα, δημιουργούν προϋποθέσεις για περαιτέρω αύξηση των εξαγωγών φυσικού αερίου μέσω του ελληνικού συστήματος το 2027, υπό την προϋπόθεση ότι οι συμφωνημένες ποσότητες θα παραληφθούν και θα διοχετευθούν προς τις αγορές της περιοχής.
Η αυξημένη ζήτηση για δυναμικότητα στην Αλεξανδρούπολη συνδέεται με τη διεύρυνση του ρόλου των ελληνικών υποδομών LNG στον εφοδιασμό των Βαλκανίων, αλλά και με την προσπάθεια των χωρών της περιοχής να διαφοροποιήσουν τις πηγές προμήθειας φυσικού αερίου, περιορίζοντας την εξάρτησή τους από το ρωσικό αέριο.
Αύξηση 465% στις εισαγωγές του εννεαμήνου
Η ενίσχυση της δραστηριότητας του FSRU αποτυπώνεται ήδη στα τελευταία στοιχεία του ΔΕΣΦΑ για το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2026.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διαχειριστή, οι ποσότητες φυσικού αερίου που εισήλθαν στο Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς μέσω της Αλεξανδρούπολης ανήλθαν σε 5,82 TWh, ή περίπου 0,54 bcm, έναντι 1,03 TWh την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η αύξηση διαμορφώνεται σε περίπου 465%, αν και η σύγκριση πραγματοποιείται με ιδιαίτερα χαμηλή βάση, λόγω της πολύμηνης διακοπής λειτουργίας του σταθμού το προηγούμενο έτος.
Η Αλεξανδρούπολη αντιπροσώπευσε το 19,3% των συνολικών εισαγωγών LNG μέσω των δύο ελληνικών τερματικών σταθμών, με τη Ρεβυθούσα να παραμένει η μεγαλύτερη πύλη εισόδου υγροποιημένου φυσικού αερίου. Οι εισαγωγές μέσω Ρεβυθούσας έφτασαν τις 24,28 TWh, ή περίπου 2,25 bcm, ενώ οι συνολικές ποσότητες LNG από τις δύο υποδομές ανήλθαν σε 30,10 TWh.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική για τον μεταβαλλόμενο ρόλο του ελληνικού συστήματος είναι η εξέλιξη των εξαγωγών φυσικού αερίου. Στο εννεάμηνο του 2026 αυξήθηκαν κατά 168,77%, στις 13,60 TWh, έναντι 5,06 TWh το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Η αύξηση αυτή επιβεβαιώνει τη διεύρυνση της διαμετακομιστικής δραστηριότητας της Ελλάδας, καθώς μεγαλύτερο μέρος των εισαγόμενων ποσοτήτων κατευθύνεται προς γειτονικές αγορές. Δεν αφορά αποκλειστικά τις ποσότητες που εισάγονται από την Αλεξανδρούπολη, καθώς οι εξαγωγές τροφοδοτούνται από το σύνολο των σημείων εισόδου του ελληνικού συστήματος.
Οι προοπτικές από τη Σερβία και τον Κάθετο Διάδρομο
Πρόσθετες δυνατότητες για το FSRU δημιουργεί η επέκταση του Κάθετου Διαδρόμου προς τα Δυτικά Βαλκάνια, με τη συμμετοχή της Σερβίας και της Βόρειας Μακεδονίας.
Η ένταξη των διαχειριστών Transportgas Serbia και NOMAGAS στην πρωτοβουλία του Κάθετου Διαδρόμου, με τη συμφωνία που υπεγράφη στις 4 Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, διευρύνει τις δυνητικές αγορές στις οποίες μπορεί να διοχετεύεται το φυσικό αέριο που εισάγεται στην Ελλάδα.
Ήδη, η σερβική Srbijagas έχει δεσμεύσει δυναμικότητα 300 εκατ. κυβικών μέτρων ετησίως για δέκα χρόνια στο FSRU Αλεξανδρούπολης, εξασφαλίζοντας πρόσβαση σε μια εναλλακτική πηγή τροφοδοσίας για τη σερβική αγορά.
Η δέσμευση δυναμικότητας δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχες φυσικές παραλαβές LNG, δημιουργεί όμως το πλαίσιο για την ανάπτυξη εμπορικών ροών, ιδιαίτερα ενόψει της κατασκευής της νέας διασύνδεσης φυσικού αερίου Σερβίας-Βόρειας Μακεδονίας, δυναμικότητας περίπου 1,5 bcm ετησίως.
Η συγκεκριμένη διασύνδεση, που προγραμματίζεται να τεθεί σε λειτουργία στις αρχές του 2028, θα επιτρέψει τη δημιουργία πρόσθετης διαδρομής μεταφοράς φυσικού αερίου από την Ελλάδα προς τη Σερβία μέσω Βόρειας Μακεδονίας.
Στο πλαίσιο αυτό, η Αλεξανδρούπολη αποκτά ευρύτερο εμπορικό ενδιαφέρον, καθώς η μελλοντική αξιοποίησή της δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ελληνική και τη βουλγαρική αγορά, αλλά και από τη δυνατότητα πρόσβασης σε νέους καταναλωτές της ευρύτερης περιοχής.
www.worldenergynews.gr






