AD
Ενέργεια & Αγορές

H αποχώρηση της BP από τη Βόρεια Θάλασσα και η είσοδος των νέων παικτών (Oil Price)

H αποχώρηση της BP από τη Βόρεια Θάλασσα και η είσοδος των νέων παικτών (Oil Price)
Καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις των εταιρειών διαδραματίζει και το φορολογικό πλαίσιο της Βρετανίας, το οποίο έχει μεταβληθεί επανειλημμένα, εντείνοντας την αβεβαιότητα για τις επενδύσεις στον κλάδο

Η αποχώρηση των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων από τη Βόρεια Θάλασσα αναδιαμορφώνει τον ενεργειακό χάρτη της Βρετανίας, δημιουργώντας ευκαιρίες για ανεξάρτητες εταιρείες που αποκτούν ώριμα κοιτάσματα και επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους σε άλλες περιοχές του κόσμου.

Όπως διαβάζουμε στο Oil Price, η απόφαση της BP να διαθέσει προς πώληση το σύνολο των δραστηριοτήτων της στη βρετανική υφαλοκρηπίδα αποτελεί το πιο πρόσφατο επεισόδιο μιας ευρύτερης αναδιάρθρωσης, καθώς η εξάντληση των κοιτασμάτων και η αβεβαιότητα για το φορολογικό καθεστώς περιορίζουν την ελκυστικότητα της περιοχής.

Τον Ιούλιο, η BP ανακοίνωσε ότι θέτει προς πώληση το σύνολο της δραστηριότητάς της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο στη βρετανική Βόρεια Θάλασσα, στο πλαίσιο ευρύτερου σχεδίου αναδιάρθρωσης του χαρτοφυλακίου της, ύψους 20 δισ. δολαρίων. Η κίνηση σηματοδοτεί το τέλος μιας παρουσίας περίπου 60 ετών σε μία από τις σημαντικότερες πετρελαϊκές περιοχές της Ευρώπης.

Οι δραστηριότητες της BP στην περιοχή παρήγαγαν το 2025 περίπου 117.000 βαρέλια ισοδυνάμου πετρελαίου ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 5% της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής της, ενώ απασχολούσαν περίπου 1.100 εργαζομένους.

Η τάση αποχώρησης αφορά και άλλους μεγάλους ομίλους. Η Exxon Mobil και η Chevron έχουν ήδη πουλήσει τα περιουσιακά τους στοιχεία στη βρετανική Βόρεια Θάλασσα, ενώ η Shell και η TotalEnergies έχουν εντάξει δραστηριότητές τους σε κοινοπραξίες. Η παραγωγή της λεκάνης έχει υποχωρήσει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, από περίπου 4,5 εκατ. βαρέλια ισοδυνάμου πετρελαίου ημερησίως στις αρχές της δεκαετίας του 2000 σε περίπου 1 εκατ. βαρέλια σήμερα.

Το φορολογικό καθεστώς αλλάζει τις ισορροπίες

Καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις των εταιρειών διαδραματίζει και το φορολογικό πλαίσιο της Βρετανίας, το οποίο έχει μεταβληθεί επανειλημμένα, εντείνοντας την αβεβαιότητα για τις επενδύσεις στον κλάδο.

Η συνολική ονομαστική φορολογική επιβάρυνση στα κέρδη από την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου ανέρχεται στο 78%. Περιλαμβάνει την έκτακτη εισφορά στα ενεργειακά κέρδη (Energy Profits Levy – EPL) με συντελεστή 38%, τον εταιρικό φόρο για τις δραστηριότητες εντός του ειδικού φορολογικού πλαισίου του κλάδου (Ring Fence Corporation Tax) με 30% και την πρόσθετη επιβάρυνση 10% (Supplementary Charge).

Το ενδιαφέρον των επενδυτών στρέφεται πλέον στον σχεδιαζόμενο μηχανισμό Oil and Gas Revenue Levy (OGRL), ο οποίος προβλέπεται να αντικαταστήσει την EPL όταν αυτή λήξει, τον Μάρτιο του 2030. Ο νέος μηχανισμός προβλέπει επιβάρυνση 35% στα έσοδα παραγωγής που υπερβαίνουν συγκεκριμένα όρια τιμών: 90 δολάρια ανά βαρέλι για το πετρέλαιο και 90 πένες ανά θερμική μονάδα (therm) για το φυσικό αέριο, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε 12 δολάρια ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες (MMBtu).

Για τα έσοδα κάτω από αυτά τα όρια, οι παραγωγοί θα επιβαρύνονται με τον βασικό συνδυασμένο φορολογικό συντελεστή 40%. Ο κλαδικός φορέας Offshore Energies UK πιέζει, ωστόσο, για την εφαρμογή του νέου συστήματος από τον Ιανουάριο του 2027, αντί του 2030.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τρεις ανεξάρτητες εταιρείες με σημαντική παρουσία στη Βόρεια Θάλασσα ξεχωρίζουν, καθώς επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τα ώριμα κοιτάσματα και ταυτόχρονα να διευρύνουν τη διεθνή τους δραστηριότητα.

Harbour Energy: Διεθνής επέκταση και αυξημένες ταμειακές ροές

Η Harbour Energy, με χρηματιστηριακή αξία περίπου 7,1 δισ. δολαρίων και άνοδο της μετοχής της κατά 48% σε διάστημα 52 εβδομάδων, συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους παραγωγούς της βρετανικής Βόρειας Θάλασσας. Τα τελευταία δύο χρόνια, ωστόσο, έχει ενισχύσει την παρουσία της και εκτός της περιοχής.

Το 2024 ολοκλήρωσε την εξαγορά του χαρτοφυλακίου ανάντη δραστηριοτήτων της Wintershall Dea, εξαιρουμένων των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, έναντι 11,2 δισ. δολαρίων. Η συμφωνία τής προσέφερε δραστηριότητες στη Νορβηγία, τη Γερμανία, τη Δανία, την Αργεντινή, το Μεξικό, την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Αλγερία, καθώς και άδειες για έργα δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα στην Ευρώπη, υπερδιπλασιάζοντας την παραγωγή της.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, η Harbour κατέγραψε παραγωγή-ρεκόρ 509.000 βαρελιών ισοδυνάμου πετρελαίου ημερησίως και αύξησε την πρόβλεψή της για το σύνολο του έτους στα 490.000–500.000 βαρέλια ημερησίως. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου ενίσχυσε την εκτίμησή της για τις ελεύθερες ταμειακές ροές του 2026 σε περίπου 1,8 δισ. δολάρια, από 1,4 δισ. προηγουμένως.

Η διοίκηση έχει δεσμευτεί να επιστρέψει τουλάχιστον 800 εκατ. δολάρια στους μετόχους μέσα στο έτος. Το ποσό περιλαμβάνει πρόγραμμα επαναγοράς μετοχών 250 εκατ. δολαρίων, το οποίο θα διαρκέσει έως τον Μάρτιο του 2027, καθώς και ενδιάμεσο μέρισμα 8,05 σεντ ανά μετοχή. Στα τέλη Ιουνίου, ο καθαρός δανεισμός ανερχόταν σε 5,17 δισ. δολάρια, με μόχλευση 0,7 φορές.

Οι προοπτικές ανάπτυξης συνδέονται κυρίως με έργα εκτός Βρετανίας. Η Harbour κατέχει το 15% του έργου υγροποιημένου φυσικού αερίου SESA στην Αργεντινή, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία έως τα τέλη του 2027. Στο ίδιο χρονικό πλαίσιο, επιδιώκει να φέρει τα κοιτάσματα Zama και Kan στο Μεξικό στο στάδιο λήψης επενδυτικών αποφάσεων.

EnQuest: Στροφή στη Νοτιοανατολική Ασία

Η EnQuest, με χρηματιστηριακή αξία περίπου 776,4 εκατ. δολαρίων και άνοδο της μετοχής κατά 183,5% σε διάστημα 52 εβδομάδων, έχει αναπτύξει το επιχειρηματικό της μοντέλο μέσω της εξαγοράς ώριμων κοιτασμάτων που εγκαταλείπουν οι μεγαλύτεροι όμιλοι, επιδιώκοντας να παρατείνει την παραγωγική τους ζωή.

Στη Βρετανία διαθέτει περιουσιακά στοιχεία όπως τα κοιτάσματα Magnus και Kraken, καθώς και την περιοχή Greater Kittiwake, ενώ συμμετέχει και στο σύστημα αγωγών Ninian και στον τερματικό σταθμό Sullom Voe στα νησιά Σέτλαντ.

Η εταιρεία επιδιώκει πλέον να ενισχύσει σημαντικά την παρουσία της στη Νοτιοανατολική Ασία. Τον Ιούνιο συμφώνησε να εξαγοράσει συμμετοχές σε τέσσερις υπεράκτιες συμβάσεις κατανομής παραγωγής στη Μαλαισία από τις Petronas Carigali και E&P Malaysia Venture, έναντι συνολικού τιμήματος που μπορεί να φτάσει τα 833 εκατ. δολάρια. Περίπου 554 εκατ. δολάρια προβλέπεται να καταβληθούν κατά την ολοκλήρωση της συναλλαγής.

Τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία παρήγαγαν περίπου 57.400 βαρέλια ισοδυνάμου πετρελαίου ημερησίως το 2025, ποσότητα μεγαλύτερη από τη συνολική σημερινή παραγωγή της EnQuest. Με βάση τα μεγέθη του 2025 και μετά την ενσωμάτωση της εξαγοράς, η παραγωγή του ομίλου θα διαμορφωνόταν σε περίπου 100.000 βαρέλια ημερησίως, τα αποδεδειγμένα και πιθανά αποθέματα θα αυξάνονταν κατά περίπου 85%, στα 300 εκατ. βαρέλια ισοδυνάμου πετρελαίου, ενώ το κόστος παραγωγής ανά μονάδα θα μειωνόταν κατά περίπου 35%, στα 16 δολάρια ανά βαρέλι.

Η ολοκλήρωση της συναλλαγής αναμένεται στις 31 Δεκεμβρίου. Παράλληλα, η παραγωγή της EnQuest αυξήθηκε κατά 8,6% στο πρώτο εξάμηνο, στα 41.544 βαρέλια ισοδυνάμου πετρελαίου ημερησίως, με τη συμβολή νέων πεδίων στο Βιετνάμ και τη Μαλαισία. Η εταιρεία περιόρισε το εύρος της πρόβλεψής της για την παραγωγή του 2026 στα 41.000–43.000 βαρέλια ημερησίως. Στα τέλη Ιουνίου, ο καθαρός δανεισμός της ανερχόταν σε 517 εκατ. δολάρια, περίπου μία φορά τα EBITDA.

Ithaca Energy: Νέα στοιχήματα στον Καναδά και αβεβαιότητα για το Rosebank

Η Ithaca Energy, με χρηματιστηριακή αξία περίπου 6,6 δισ. δολαρίων και άνοδο της μετοχής κατά 42,5% σε διάστημα 52 εβδομάδων, ενίσχυσε τη θέση της ως ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς της βρετανικής Βόρειας Θάλασσας μετά τη συνένωση των δραστηριοτήτων της με τα βρετανικά περιουσιακά στοιχεία της Eni το 2024.

Η παραγωγή της έφτασε σε ιστορικό υψηλό το δεύτερο τρίμηνο, στα 131.000 βαρέλια ισοδυνάμου πετρελαίου ημερησίως, με το φυσικό αέριο να αντιπροσωπεύει το 48%. Η εταιρεία διατήρησε την πρόβλεψή της για παραγωγή 120.000–130.000 βαρελιών ημερησίως το 2026 και αύξησε την εκτίμησή της για τα μερίσματα του έτους στα 500–530 εκατ. δολάρια. Η μόχλευση ανερχόταν σε 0,49 φορές στα τέλη Ιουνίου.

Σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας αποτελεί το κοίτασμα Rosebank, δυτικά των Σέτλαντ, στο οποίο η Ithaca κατέχει το 20%. Το υπόλοιπο 80% ανήκει στην Adura, την κοινοπραξία των Equinor και Shell. Η αρχική έγκριση του έργου ακυρώθηκε δικαστικά, επειδή δεν είχε ληφθεί υπόψη η επίδραση των εκπομπών από την καύση του παραγόμενου πετρελαίου.

Ο Βρετανός υπουργός Ενέργειας δήλωσε αυτόν τον μήνα ότι η απόφαση για το Rosebank «θα χρειαστεί λίγο περισσότερο χρόνο». Ο πρόεδρος της Ithaca, Γιανίβ Φρίντμαν, ανέφερε στους Financial Times ότι η εταιρεία είναι πιθανό να σταματήσει νέες επενδύσεις στη Βρετανία εάν η κυβέρνηση δεν εγκρίνει το έργο. Η πορεία της μετοχής συνδέεται, επομένως, σε σημαντικό βαθμό με την έκβαση των δικαστικών διαδικασιών και τις τελικές κυβερνητικές αποφάσεις.

Την ίδια στιγμή, η Ithaca επεκτείνεται και πέρα από τη Βόρεια Θάλασσα. Στις αρχές Οκτωβρίου συμφώνησε να εξαγοράσει από τη Suncor συμμετοχές σε υπεράκτια κοιτάσματα στα ανοικτά της Νέας Γης στον Καναδά, έναντι αρχικού τιμήματος 860 εκατ. δολαρίων και πρόσθετων πληρωμών έως 250 εκατ. δολαρίων, οι οποίες θα συνδέονται με την τιμή του Brent.

Το χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει το 48% του κοιτάσματος Terra Nova, καθώς και συμμετοχές στα White Rose και West White Rose Extension. Τα περιουσιακά στοιχεία διαθέτουν αποδεδειγμένα και πιθανά αποθέματα 103 εκατ. βαρελιών ισοδυνάμου πετρελαίου. Η Ithaca εκτιμά ότι θα παράγουν κατά μέσο όρο περίπου 30.000 βαρέλια ημερησίως την περίοδο 2027–2031, ενώ η ολοκλήρωση της εξαγοράς αναμένεται το πρώτο εξάμηνο του 2027.

Η πορεία των τριών εταιρειών αποτυπώνει τη μεταβολή του ενεργειακού τοπίου στη Βόρεια Θάλασσα: οι ώριμες πετρελαϊκές περιοχές εξακολουθούν να προσφέρουν παραγωγικές και επενδυτικές ευκαιρίες, αλλά η φορολογική αβεβαιότητα, η εξάντληση των κοιτασμάτων και η αναζήτηση νέων πηγών ανάπτυξης ωθούν τις εταιρείες να διαφοροποιούν όλο και περισσότερο τη γεωγραφική τους παρουσία.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης