AD
Χρηματιστηριο & Asset Management

ΔΕΗ: Overweight και τιμή-στόχο στα 27 ευρώ δίνει η Morgan Stanley

ΔΕΗ: Overweight και τιμή-στόχο στα 27 ευρώ δίνει η Morgan Stanley
Από το 2019 ο όμιλος έχει αναδιαμορφώσει ουσιαστικά τη βάση των περιουσιακών του στοιχείων, με τα EBITDA να αυξάνονται από 300 εκατ. ευρώ σε 2 δισ. ευρώ, την εγκατεστημένη ισχύ από ανανεώσιμες πηγές να υπερδιπλασιάζεται, τη Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση (RAB) να φθάνει τα 5,7 δισ. ευρώ με στόχο τα 7,3 δισ. ευρώ έως το 2030 και τη βάση πελατών να ανέρχεται πλέον σε περίπου 8,6 εκατομμύρια
Η επενδυτική ιστορία της ΔΕΗ δεν αφορά πλέον κυρίως την ανάκαμψη, αλλά την ικανότητά της να δημιουργεί διατηρήσιμη ανάπτυξη σε όλο το φάσμα της παραγωγής, των δικτύων, της λιανικής και νέων συμπληρωματικών δραστηριοτήτων.

Από το 2019 ο όμιλος έχει αναδιαμορφώσει ουσιαστικά τη βάση των περιουσιακών του στοιχείων, με τα EBITDA να αυξάνονται από 300 εκατ. ευρώ σε 2 δισ. ευρώ, την εγκατεστημένη ισχύ από ανανεώσιμες πηγές να υπερδιπλασιάζεται, τη Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση (RAB) να φθάνει τα 5,7 δισ. ευρώ με στόχο τα 7,3 δισ. ευρώ έως το 2030 και τη βάση πελατών να ανέρχεται πλέον σε περίπου 8,6 εκατομμύρια. Η επόμενη φάση επικεντρώνεται στην αποτελεσματική υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου, με προσθήκη νέας ισχύος, επέκταση των ρυθμιζόμενων δικτύων, αξιοποίηση της λιανικής δραστηριότητας και δημιουργία μιας ευρύτερης περιφερειακής ενεργειακής πλατφόρμας. Με συνολικές επενδύσεις 22,2 δισ. ευρώ την περίοδο 2026-2030, οι αναλυτές εκτιμούν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης των προσαρμοσμένων κερδών ανά μετοχή κατά 22% από το 2025 έως το 2030.
 
Η καθετοποιημένη δομή του ομίλου περιορίζει σημαντικά τους κινδύνους αυτής της αναπτυξιακής στρατηγικής. Η ΔΕΗ διαθέτει ηγετική παρουσία στην παραγωγή, τη λιανική και τα δίκτυα διανομής τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Ρουμανία, γεγονός που της εξασφαλίζει πιο ισορροπημένο προφίλ κινδύνου σε σύγκριση με έναν αμιγώς παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας. Η ρυθμιζόμενη δραστηριότητα διανομής προσφέρει σταθερότητα στα έσοδα, ενώ η ισχυρή λιανική βάση επιτρέπει στην εταιρεία να απορροφά μέρος της αυξανόμενης παραγωγής της. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ΔΕΗ εξακολουθεί να πωλεί περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια στους πελάτες της από όση παράγει, με εκτιμώμενη παραγωγή 21 TWh και προμήθεια 32 TWh το 2025. Η σταδιακή ενσωμάτωση νέων έργων ΑΠΕ, μονάδων αποθήκευσης και ευέλικτης παραγωγής αναμένεται να περιορίσει την έκθεση στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς, να ενισχύσει τις δυνατότητες αντιστάθμισης κινδύνου και να αυξήσει την προστιθέμενη αξία σε όλη την ενεργειακή αλυσίδα.
 
Οι διεθνείς δραστηριότητες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία, αν και η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα του ομίλου. Η Ρουμανία έχει ήδη εξελιχθεί στη δεύτερη σημαντικότερη αγορά, συνεισφέροντας περίπου το 22% των ενοποιημένων EBITDA, μετά την εξαγορά των δραστηριοτήτων της Enel, που έδωσε στη ΔΕΗ κορυφαία θέση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στα δίκτυα διανομής και στη λιανική αγορά. Παράλληλα, ο όμιλος έχει επεκταθεί σε Ιταλία, Βουλγαρία και Κροατία, διατηρώντας περαιτέρω αναπτυξιακές επιλογές στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η στρατηγική αυτή στηρίζεται στην αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, στην απόσυρση παλαιών μονάδων ορυκτών καυσίμων, στις περιορισμένες διασυνδέσεις και στις διαχρονικά υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή. Παρά την ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας, η Ελλάδα αναμένεται να απορροφήσει το 52% των επενδύσεων της περιόδου 2026-2030 και να εξακολουθήσει να παράγει περίπου το 63% των EBITDA έως το 2030.

Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-07-06_100821.png
 
Τα κέντρα δεδομένων αποτελούν ένα νέο κεφάλαιο στην αναπτυξιακή στρατηγική της ΔΕΗ. Η ευκαιρία δεν περιορίζεται μόνο στην πώληση περισσότερης ηλεκτρικής ενέργειας μέσω εταιρικών συμβολαίων προμήθειας, αλλά επεκτείνεται και στην αξιοποίηση υφιστάμενων εκτάσεων και υποδομών, κυρίως στην Κοζάνη. Η πρώτη φάση του σχεδίου προβλέπει ανάπτυξη δυναμικότητας 300 MW έως το 2028, με δυνατότητα επέκτασης σε πάνω από 1 GW στη δεύτερη φάση, σενάριο που ενσωματώνεται στις πιο αισιόδοξες προβλέψεις. Η διοίκηση σχεδιάζει να διατηρήσει την κυριότητα των μη πληροφοριακών υποδομών και να εξασφαλίσει μακροχρόνια συμβολαιοποιημένα έσοδα. Η πρώτη φάση απαιτεί επενδύσεις ύψους 1,2 δισ. ευρώ και στοχεύει σε ετήσια EBITDA περίπου 170 εκατ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα περιθώρια από τα συμβόλαια προμήθειας ενέργειας. Εφόσον επιβεβαιωθεί η ζήτηση από μεγάλους διεθνείς παρόχους υπηρεσιών cloud, η δραστηριότητα αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντικό μοχλό ανάπτυξης, καθώς η διοίκηση εξετάζει συνολική δυναμικότητα έως 2 GW στην Ελλάδα και επιπλέον 2 GW σε άλλες αγορές.

Οι ελληνικές εταιρείες κοινής ωφέλειας θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την πορεία των ελληνικών τραπεζών, με το κόστος ιδίων κεφαλαίων να συγκλίνει σταδιακά προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι το κόστος ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών εταιρειών του κλάδου διαμορφώνεται στο 7,6%, δηλαδή 224 μονάδες βάσης υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, έναντι διαφοράς περίπου 650 μονάδων στα τέλη του 2024. Αντίστοιχα, οι ελληνικές τράπεζες περιόρισαν το σχετικό περιθώριο στις περίπου 70 μονάδες βάσης από 460 μονάδες την ίδια περίοδο. Μετά την επανέναρξη διανομής μερισμάτων το 2024, τόσο από τις τράπεζες όσο και από τη ΔΕΗ, και τη βελτίωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στη βιωσιμότητα της κερδοφορίας, σημειώθηκε σημαντική αναβάθμιση των αποτιμήσεων. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ΔΕΗ και συνολικά οι ελληνικές εταιρείες κοινής ωφέλειας, που εξακολουθούν να εμφανίζουν χαμηλή συμμετοχή θεσμικών επενδυτών, μπορούν να ακολουθήσουν αντίστοιχη πορεία, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχίσουν να υλοποιούν επιτυχώς τα αναπτυξιακά τους σχέδια.

Η σύσταση των αναλυτών είναι «υπεραπόδοση», καθώς, παρά την ισχυρή άνοδο της μετοχής, εξακολουθούν να διακρίνουν περιθώρια περαιτέρω ανόδου, θέτοντας τιμή-στόχο τα 27 ευρώ ανά μετοχή για τον Δεκέμβριο του 2027. Η αποτίμηση βασίζεται ισομερώς στη μέθοδο προεξόφλησης ταμειακών ροών και στον δείκτη EV/EBITDA. Το βασικό ρίσκο εντοπίζεται στην υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος, καθώς πιθανές καθυστερήσεις, αυξήσεις κόστους, δυσκολίες αδειοδότησης, χαμηλότερες τιμές απορρόφησης ενέργειας από ΑΠΕ, περικοπές παραγωγής, χαμηλότερες αποδόσεις νέων επενδύσεων, περιορισμένη ανάπτυξη των data centers ή αυστηρότερες ρυθμιστικές παρεμβάσεις θα μπορούσαν να περιορίσουν τις αναπτυξιακές προοπτικές. Αντίθετα, ταχύτερη υλοποίηση του σχεδίου, διατήρηση υψηλών τιμών στις περιφερειακές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, πρόωρη σύναψη συμβολαίων για data centers και υψηλότερες αποδόσεις από έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε καλύτερες επιδόσεις από τις σημερινές εκτιμήσεις.
 
Από μια επιχείρηση με αποκλειστική παρουσία στην Ελλάδα και ισχυρή εξάρτηση από τη λιγνιτική παραγωγή, η ΔΕΗ έχει εξελιχθεί σε έναν περιφερειακό ενεργειακό όμιλο, αντλώντας πλέον το 22% των EBITDA από διεθνείς δραστηριότητες. Η εξαγορά των δραστηριοτήτων της Enel στη Ρουμανία το 2023 της εξασφάλισε την πρώτη θέση στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και τη δεύτερη θέση στη λιανική αγορά της χώρας, ενώ από το 2020 έχει προσθέσει 2,2 GW νέας παραγωγικής ισχύος στην Ελλάδα και ολοκληρώνει εντός του έτους την οριστική απολιγνιτοποίηση.
 
Το 2025 η ΔΕΗ διαχειρίζεται Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση ύψους 5,7 δισ. ευρώ, εξυπηρετεί περίπου 8,6 εκατομμύρια πελάτες λιανικής και διαθέτει εγκατεστημένη ισχύ 12,4 GW, εκ των οποίων το 58% προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών έργων. Η πελατειακή της βάση περιλαμβάνει 5,5 εκατομμύρια πελάτες στην Ελλάδα και 3,1 εκατομμύρια στη Ρουμανία, ενώ η Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση παραμένει κυρίως ελληνική, με 4,2 δισ. ευρώ στην Ελλάδα και 1,5 δισ. ευρώ στη Ρουμανία. Παράλληλα, ο όμιλος διαχειρίζεται περίπου 67 TWh ηλεκτρικής ενέργειας και 45 TWh φυσικού αερίου, ενώ οι δραστηριότητες στις τηλεπικοινωνίες, την ηλεκτροκίνηση και τα κέντρα δεδομένων προσφέρουν πρόσθετες προοπτικές ανάπτυξης.
 
Στην ελληνική αγορά η ΔΕΗ διατηρεί το μονοπώλιο στη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας, κατέχει την πρώτη θέση στη λιανική με μερίδιο περίπου 50% και την πρώτη θέση στην παραγωγή με μερίδιο περίπου 32%. Αντίστοιχα, στη Ρουμανία διαθέτει μερίδιο περίπου 35% στη διανομή, 15% στη λιανική και κατέχει την πρώτη θέση στην παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με μερίδιο περίπου 24%. Η καθετοποίηση των δραστηριοτήτων της θεωρείται στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς η διανομή εξασφαλίζει σταθερότητα στα έσοδα, η λιανική ενισχύει τη σχέση με τους πελάτες και η παραγωγή, σε συνδυασμό με τη διαχείριση ενέργειας, προσφέρει λειτουργική μόχλευση και φυσική αντιστάθμιση απέναντι στη μεταβλητότητα των τιμών χονδρικής. Πέρα από τις δύο βασικές της αγορές, η ΔΕΗ έχει ήδη αποκτήσει παρουσία σε Ιταλία, Βουλγαρία και Κροατία, με περίπου 0,1 GW σε λειτουργία και επιπλέον 1,4 GW υπό ανάπτυξη, ενώ η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Σλοβακία αποτελούν τα επόμενα βήματα της περιφερειακής επέκτασης.
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης