Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν εγχώρια παραγωγή νιοβίου από το 1959 και σήμερα καλύπτουν το 100% των αναγκών τους μέσω εισαγωγών. Η αξία των εισαγωγών εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 525 εκατ. δολάρια το 2025
Το νιόβιο μπορεί να μην βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης για τα κρίσιμα ορυκτά, ωστόσο αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων, καθώς η παγκόσμια παραγωγή του είναι σχεδόν απόλυτα συγκεντρωμένη στη Βραζιλία.
Η χώρα παρήγαγε το 93% του παγκόσμιου νιοβίου το 2024, ενώ η ιδιωτική εταιρεία CBMM ελέγχει περίπου το 77% της διεθνούς αγοράς, γεγονός που της προσδίδει ουσιαστικά μονοπωλιακή θέση στον κλάδο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν εγχώρια παραγωγή νιοβίου από το 1959 και σήμερα καλύπτουν το 100% των αναγκών τους μέσω εισαγωγών. Η αξία των εισαγωγών εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 525 εκατ. δολάρια το 2025.
Σύμφωνα με την αξιολόγηση της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ (USGS) για το 2025, το νιόβιο κατατάσσεται στη δέκατη θέση μεταξύ των κρίσιμων ορυκτών με τον υψηλότερο κίνδυνο διαταραχής της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η υπηρεσία εκτιμά ότι ενδεχόμενη διακοπή των προμηθειών από τη Βραζιλία θα μπορούσε να προκαλέσει ετήσιο οικονομικό κόστος ύψους 10,4 δισ. δολαρίων για την αμερικανική οικονομία.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ αναγνώρισε τη στρατηγική σημασία του μετάλλου, εξαιρώντας το νιόβιο από τον δασμό 50% που επέβαλε στις εισαγωγές από τη Βραζιλία. Παράλληλα, χρηματοδότησε την ανάπτυξη της πρώτης εγχώριας μονάδας παραγωγής νιοβίου στις ΗΠΑ εδώ και περισσότερες από έξι δεκαετίες, μέσω του έργου Elk Creek στην πολιτεία της Νεμπράσκα.
www.worldenergynews.gr






