AD

Η μεγαλύτερη παραγωγός μαγνητών σπάνιων γαιών στον κόσμο δίνει στον Xi νέο πλεονέκτημα

Η μεγαλύτερη παραγωγός μαγνητών σπάνιων γαιών στον κόσμο δίνει στον Xi νέο πλεονέκτημα
Οι εξαγωγές κινεζικών μαγνητών σπάνιων γαιών προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν τον περασμένο μήνα, ενώ, σύμφωνα με το Bloomberg, το Πεκίνο εξετάζει το ενδεχόμενο να χορηγήσει πρόσθετες άδειες εξαγωγών, χρησιμοποιώντας τες ως διαπραγματευτικό εργαλείο στη σύνοδο κορυφής 
Η Μπαοτού, μια βιομηχανική πόλη στα όρια της ερήμου Γκόμπι, αποτελεί την καρδιά της κινεζικής βιομηχανίας σπάνιων γαιών. Δίπλα σε ερευνητικά κέντρα και εγκαταστάσεις αφιερωμένες στα στρατηγικής σημασίας ορυκτά, η JL Mag Rare Earth Co., ο μεγαλύτερος παραγωγός μαγνητών υψηλών επιδόσεων παγκοσμίως, κατασκευάζει τη μεγαλύτερη μονάδα της μέχρι σήμερα. Η επέκταση αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η Κίνα επιχειρεί να διατηρήσει το προβάδισμά της σε μια αλυσίδα εφοδιασμού κρίσιμη για τη σύγχρονη βιομηχανία.
 
Την τελευταία χρονιά, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους έχουν δεσμεύσει δισεκατομμύρια δολάρια για την ανάπτυξη νέων πηγών σπάνιων γαιών εκτός Κίνας. Τα συγκεκριμένα ορυκτά είναι απαραίτητα για ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών, από πυραύλους και ηλεκτρικά οχήματα έως προηγμένες τεχνολογίες, προσφέροντας στο Πεκίνο ένα σημαντικό εργαλείο οικονομικής επιρροής.
 
Καθώς ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ μεταβαίνει στην Ουάσινγκτον, οι σπάνιες γαίες βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα των εμπορικών συνομιλιών, την ώρα που το Πεκίνο εξετάζει την επέκταση των περιορισμών στις εξαγωγές τους μέσα στο φθινόπωρο.
 
Η προσπάθεια των ΗΠΑ να δημιουργήσουν εναλλακτική αλυσίδα εφοδιασμού δεν αφορά πλέον μόνο την εξασφάλιση πρόσβασης στα ορυχεία. Η Κίνα έχει περάσει σε ένα επόμενο στάδιο, επενδύοντας στην παραγωγή όλο και πιο σύνθετων εξαρτημάτων που βασίζονται στους μαγνήτες σπάνιων γαιών.
 
Η εξόρυξη αποτελεί μόλις το πρώτο βήμα. Τα ορυκτά πρέπει να διαχωριστούν και να υποστούν επεξεργασία, να μετατραπούν σε μαγνήτες υψηλών επιδόσεων και στη συνέχεια να ενσωματωθούν σε εξαρτήματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τη βιομηχανία. Έτσι, ακόμη και αν χώρες εκτός Κίνας εξασφαλίσουν πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες δυσπροσίου ή τερβίου από νέα ορυχεία, όπως αυτά που αναπτύσσονται στη Βραζιλία, ενδέχεται να εξακολουθήσουν να εξαρτώνται από κινεζικές επιχειρήσεις για την τεχνολογία, τις πατέντες και την παραγωγική κλίμακα που απαιτούνται για κλάδους όπως η ρομποτική.
 
Οι εξαγωγές κινεζικών μαγνητών σπάνιων γαιών προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν τον περασμένο μήνα, ενώ, σύμφωνα με το Bloomberg, το Πεκίνο εξετάζει το ενδεχόμενο να χορηγήσει πρόσθετες άδειες εξαγωγών, χρησιμοποιώντας τες ως διαπραγματευτικό εργαλείο στη σύνοδο κορυφής.
 
Η JL Mag αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της κινεζικής στρατηγικής. Πριν από λίγα χρόνια η εταιρεία ήταν κυρίως γνωστή για την παραγωγή μαγνητών που χρησιμοποιούνται σε κλιματιστικά και ανεμογεννήτριες. Σήμερα διαθέτει παραγωγική δυναμικότητα πάνω από δέκα φορές μεγαλύτερη από εκείνη του πλησιέστερου αμερικανικού ανταγωνιστή της και έχει εξελιχθεί σε σημαντικό προμηθευτή της βιομηχανίας ηλεκτρικών οχημάτων. Αναλυτές τη συνδέουν με μεγάλους πελάτες, μεταξύ των οποίων η Tesla και η Volkswagen.
 
Η έκταση της επέκτασής της ξεπερνά κατά πολύ τα αντίστοιχα εγχειρήματα που βρίσκονται ακόμη στα αρχικά τους στάδια στη Δύση. Η εταιρεία διευρύνει παράλληλα τη γεωγραφική της παρουσία, από την Μπαοτού έως το Μοντερέι του Μεξικού, όπου εξετάζει τη μεταφορά μέρους της επεξεργασίας πλησιέστερα στους Αμερικανούς πελάτες της.
 
«Η JL Mag μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πελατών της με τρόπο που οι αμερικανικοί ανταγωνιστές της δεν μπορούν», δήλωσε ο Ντέιβιντ Αβραάμ, της εταιρείας συμβούλων Materium Strata. Όπως εξήγησε, οι πελάτες μπορούν να παραδίδουν τις τεχνικές προδιαγραφές τους και η κινεζική εταιρεία διαθέτει την παραγωγική υποδομή ώστε να παραδίδει γρήγορα το τελικό προϊόν. Η κάλυψη αυτής της απόστασης, όπως σημείωσε, είναι ιδιαίτερα δύσκολη.
 
Οι εκτιμήσεις τοποθετούν το μερίδιο της JL Mag στην παγκόσμια αγορά μαγνητών σπάνιων γαιών μεταξύ 10% και 20%, ενώ τα προϊόντα της χρησιμοποιούνται από τις δέκα μεγαλύτερες εταιρείες παγκοσμίως στον τομέα των οχημάτων νέας ενέργειας. Μέχρι το 2028, η εταιρεία σχεδιάζει να αυξήσει την ετήσια παραγωγική της δυναμικότητα στην Μπαοτού κατά έως και 20.000 τόνους, δηλαδή περίπου 50%. Οι τρεις βασικοί ανταγωνιστές της είναι επίσης κινεζικές εταιρείες.
 
Η επέκταση είναι ήδη εμφανής στις εγκαταστάσεις της. Η μονάδα της JL Mag βρίσκεται δίπλα στο Rare Earth Park, όπου απεικονίζονται Κινέζοι επιστήμονες σε έναν γρανιτένιο τοίχο και χημικά σύμβολα κοσμούν τους χώρους του πάρκου. Το εργοστάσιο είναι τόσο μεγάλο ώστε απαιτούνται περισσότερα από 30 λεπτά για να διασχίσει κάποιος τις εγκαταστάσεις του.
 
Το επόμενο μεγάλο πεδίο ανάπτυξης της εταιρείας είναι η ρομποτική. Πέρυσι δημιούργησε ειδικό τμήμα για ανθρωποειδή ρομπότ, το οποίο υπάγεται απευθείας στον διευθύνοντα σύμβουλό της, με στόχο να ενισχύσει την παρουσία της στον συγκεκριμένο κλάδο. Η Daiwa Securities έχει χαρακτηρίσει την JL Mag αποκλειστικό προμηθευτή των ρότορων κινητήρων για τα ανθρωποειδή ρομπότ Optimus της Tesla, ενώ άλλη ανάλυση εκτιμά ότι η εταιρεία προμηθεύει περίπου το 80% των μαγνητών που χρησιμοποιούνται στα οχήματα της Tesla.
 
«Εμφανίστηκαν σχεδόν από το πουθενά», δήλωσε ο Κωνσταντίν Καραγιαννόπουλος, πρώην διευθύνων σύμβουλος της Neo Performance Materials. «Για μένα υπάρχει η JL και μετά όλοι οι υπόλοιποι. Είναι πραγματικός γίγαντας και μπορεί να κερδίσει συμβόλαια σε οποιαδήποτε τιμή».
 
Η JL Mag, από την πλευρά της, παρέπεμψε για τις δραστηριότητες και τα σχέδια επέκτασής της στις εταιρικές ανακοινώσεις και καταθέσεις της.
 
Η εταιρεία βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο της προσοχής του Πεκίνου. Τον Μάιο του 2019, ο Σι Τζινπίνγκ επισκέφθηκε εγκαταστάσεις της JL Mag στη νότια Κίνα, περιηγήθηκε στις γραμμές παραγωγής και ενημερώθηκε για τους φούρνους που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μαγνητών σπάνιων γαιών. Η επίσκεψη προβλήθηκε εκτενώς από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης.
 
Τότε, ο Σι είχε τονίσει ότι η τεχνολογική καινοτομία πρέπει να αποτελεί στρατηγική βάση προκειμένου η Κίνα να παραμείνει ανταγωνιστική. Στο πλευρό του βρισκόταν ο κορυφαίος Κινέζος διαπραγματευτής για το εμπόριο, Λιου Χε.
 
Η συγκυρία ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Μόλις δέκα ημέρες νωρίτερα, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε αυξήσει τους δασμούς σε κινεζικά προϊόντα, κλιμακώνοντας τον εμπορικό πόλεμο μεταξύ των δύο χωρών.
 
Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια, έως και μετά τους δασμούς που επέβαλε ο Τραμπ την περασμένη χρονιά, για να προχωρήσει το Πεκίνο σε δραστικούς περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Τα μέτρα προκάλεσαν προβλήματα σε παραγωγούς του εξωτερικού και συνέβαλαν στην επίτευξη εμπορικής εκεχειρίας μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου.
 
Η JL Mag, ωστόσο, δεν φαίνεται να έχει επηρεαστεί ουσιαστικά. Στην τελευταία ετήσια έκθεσή της επισημαίνει ότι οι προσπάθειες των ΗΠΑ να διαφοροποιήσουν τις πηγές εφοδιασμού αντιμετωπίζουν «πολλές προκλήσεις» και εκτιμά ότι οι κινεζικές επιχειρήσεις θα παραμείνουν οι κυρίαρχοι παίκτες στην αγορά μαγνητών.
 
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, το 2024 η Κίνα αντιπροσώπευε περίπου το 94% της παγκόσμιας παραγωγής μόνιμων μαγνητών από σπάνιες γαίες, ποσοστό πολύ υψηλότερο από το μερίδιό της στην εξόρυξη. Η ίδια η JL Mag υποστηρίζει ότι την ίδια χρονιά έγινε ο μεγαλύτερος παραγωγός μαγνητών παγκοσμίως τόσο σε όγκο όσο και σε πωλήσεις.
 
Από την επίσκεψη του Σι το 2019 έως το 2025, η ετήσια παραγωγική δυναμικότητα της εταιρείας αυξήθηκε περισσότερο από τέσσερις φορές. Στόχος της είναι μέσα στην επόμενη χρονιά να την αυξήσει κατά ακόμη 50%, φτάνοντας τους 60.000 τόνους.
 
Το κινεζικό πλεονέκτημα ενισχύεται από βιομηχανικά συμπλέγματα όπως αυτό της Μπαοτού. Εκεί βρίσκονται σε σχετικά μικρή απόσταση ορυχεία, μονάδες επεξεργασίας, παραγωγοί μαγνητών και ερευνητικά κέντρα, ενώ το γιγαντιαίο ορυχείο Μπαγιάν Όμπο απέχει μόλις λίγες ώρες με το τρένο. Η γεωγραφική συγκέντρωση περιορίζει το κόστος μεταφοράς, διευκολύνει την πρόσβαση σε εξειδικευμένο προσωπικό και προμηθευτές και επιτρέπει τη μεταφορά τεχνογνωσίας που έχει συσσωρευτεί επί δεκαετίες.
 
Η εικόνα στις ΗΠΑ είναι πολύ διαφορετική. Η MP Materials, η οποία λειτουργεί το μοναδικό αμερικανικό ορυχείο και εγκατάσταση επεξεργασίας σπάνιων γαιών, ξεκίνησε πέρυσι την παραγωγή μαγνητών στο εργοστάσιό της στο Φορτ Γουόρθ του Τέξας. Μετά την επένδυση 400 εκατ. δολαρίων από την αμερικανική κυβέρνηση, που αντιστοιχεί σε περίπου 15% του μετοχικού κεφαλαίου, η εταιρεία ανακοίνωσε επένδυση άνω των 1,25 δισ. δολαρίων για μια πολύ μεγαλύτερη μονάδα παραγωγής μαγνητών στο Νόρθλεϊκ του Τέξας.
 
Η νέα μονάδα θα μπορούσε τελικά να παράγει περίπου 10.000 τόνους ετησίως. Η δυναμικότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο της παραγωγής της JL Mag το 2025, χωρίς μάλιστα να συνυπολογίζεται η νέα επέκταση που σχεδιάζει η κινεζική εταιρεία.
 
Ανάλογες εξαγγελίες έχουν γίνει και από άλλες αμερικανικές επιχειρήσεις, όμως αρκετές εξακολουθούν να διαθέτουν περιορισμένη εμπειρία και κεφάλαια σε σύγκριση με τους κινεζικούς ομίλους.
 
Την ίδια στιγμή, η ζήτηση για μαγνήτες σπάνιων γαιών αυξάνεται ταχύτατα. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η κατανάλωση σπάνιων γαιών που χρησιμοποιούνται σε μόνιμους μαγνήτες έχει διπλασιαστεί από το 2015 και αναμένεται να αυξηθεί κατά ακόμη ένα τρίτο έως το 2030. Εκτός Κίνας, η ζήτηση προβλέπεται να αυξηθεί κατά 50% έως το 2035, ενώ οι υφιστάμενες και υπό σχεδιασμό μονάδες παραγωγής καλύπτουν λιγότερο από το ένα πέμπτο των αναγκών.
 
«Οι δυτικές εταιρείες εξακολουθούν να αναπτύσσουν την τεχνολογία τους και να ξεκινούν ουσιαστικά από μηδενική βάση», δήλωσε ο αναλυτής της Daiwa Securities, Ντέρεκ Ζανγκ. Αντίθετα, οι κινεζικές εταιρείες μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή τους πολύ γρήγορα, με κόστος που, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να είναι περίπου στο ένα δέκατο.
 
Η JL Mag δημιουργήθηκε από ανθρώπους που δεν προέρχονταν αρχικά από τον συγκεκριμένο κλάδο. Πριν από περίπου δύο δεκαετίες, ο Κάι Μπαογούι αναζητούσε μια νέα επιχειρηματική ευκαιρία. Είχε μεγαλώσει στην επαρχία Τζιανγκσί, στην καρδιά της κινεζικής βιομηχανίας σπάνιων γαιών, αλλά είχε εργαστεί σε άλλους τομείς, αρχικά ως πανεπιστημιακός και στη συνέχεια ως υψηλόβαθμο στέλεχος στη βιομηχανία πλαστικών.
 
Η στροφή προς την πράσινη ενέργεια ήρθε μετά τη γνωριμία του με τον πρόεδρο της ανερχόμενης τότε εταιρείας κατασκευής ανεμογεννητριών Goldwind. Ο Κάι συνεργάστηκε στη συνέχεια με δύο φίλους του, τους Χου Τζιμπίν και Λι Σινόνγκ, εξετάζοντας την παραγωγή των μαγνητών που χρειάζονταν οι ανεμογεννήτριες.
 
Το 2008 ίδρυσαν την JL Mag, συνδέοντας δύο διαφορετικά σημεία της αλυσίδας εφοδιασμού. Η Ganzhou Rare Earth εξασφάλιζε πρόσβαση στις πρώτες ύλες, ενώ η Goldwind αποτέλεσε έναν από τους σημαντικούς πρώτους πελάτες. Η στρατηγική ήταν να ξεπεραστεί η παραδοσιακή δραστηριότητα εξόρυξης, διαχωρισμού και τήξης και να δημιουργηθεί μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία μέσω της παραγωγής των μαγνητών που απαιτούνται για την τελική λειτουργία των προηγμένων τεχνολογιών.
 
Η πορεία, ωστόσο, δεν ήταν χωρίς σοβαρές δυσκολίες. Το 2011 οι τιμές των σπάνιων γαιών εκτοξεύθηκαν περισσότερο από δέκα φορές μέσα σε λίγους μήνες και στη συνέχεια κατέρρευσαν. Ο Κάι είχε προειδοποιήσει τότε ότι εάν οι πρώτες ύλες γίνονταν υπερβολικά ακριβές, η παραγωγή θα έχανε την οικονομική της λογική.
 
Το 2013 και το 2014, η εταιρεία αντιμετώπισε νέα προβλήματα, με εργαζομένους να αποχωρούν και τον Κάι να εξετάζει ακόμη και την εγκατάλειψη του κλάδου.
 
Όταν όμως ο Σι επισκέφθηκε την εταιρεία το 2019, η JL Mag είχε ήδη ξεπεράσει τη δύσκολη περίοδο και είχε εξελιχθεί σε σημαντικό προμηθευτή μαγνητών για ανεμογεννήτριες, κλιματιστικά και ηλεκτρικά οχήματα. Έναν χρόνο νωρίτερα είχε εισαχθεί στο χρηματιστήριο της Σεντζέν.
 
Το 2023 άντλησε περίπου 4,2 δισ. δολάρια Χονγκ Κονγκ, δηλαδή περίπου 540 εκατ. δολάρια, μέσω της εισαγωγής της στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ, αποκτώντας πρόσβαση σε νέα κεφάλαια για την επιθετική επέκτασή της.
 
Παράλληλα, η ανάπτυξη της εταιρείας συνοδεύτηκε από κρατική στήριξη. Τα τελευταία τρία χρόνια έχει αναγνωρίσει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια σε επιδοτήσεις, ενώ οι τοπικές αρχές έχουν επανειλημμένα χαρακτηρίσει τις εγκαταστάσεις της ως έργα μεγάλης σημασίας.
 
Η θέση της JL Mag αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική ακόμη και κατά τις περιόδους έντονης έντασης στις σχέσεις Ουάσινγκτον και Πεκίνου. Όταν οι κινεζικοί περιορισμοί στις εξαγωγές σπάνιων γαιών προκάλεσαν αναταράξεις στη διεθνή βιομηχανία, η εταιρεία ήταν μεταξύ των πρώτων κινεζικών ομίλων που έλαβαν γενική άδεια εξαγωγών. Τα έσοδά της από την αμερικανική αγορά αυξήθηκαν κατά 40%.
 
Ο Τζον Έμπερτ, επί χρόνια εκπρόσωπος στις ΗΠΑ της ανταγωνίστριας Ningbo Yunsheng, υποστήριξε ότι η JL Mag αποτελεί εδώ και χρόνια μία από τις εταιρείες που απολαμβάνουν ιδιαίτερη εύνοια από το κινεζικό κράτος, γεγονός που, κατά την άποψή του, εξηγεί την ταχύτατη ανάπτυξή της.
 
Τώρα η εταιρεία επιχειρεί να αξιοποιήσει μία ακόμη αγορά με μεγάλες προοπτικές: τα ανθρωποειδή ρομπότ.
 
Στην τελευταία ετήσια έκθεσή της, η JL Mag χαρακτηρίζει τη ρομποτική έναν από τους βασικούς πυλώνες της μελλοντικής ανάπτυξής της. Οι αρθρώσεις των ανθρωποειδών βασίζονται σε κινητήρες με μαγνήτες, οι οποίοι λειτουργούν ουσιαστικά ως «μύες», επιτρέποντας ακριβείς και ευέλικτες κινήσεις. Η εταιρεία δεν περιορίζεται πλέον στην προμήθεια των ίδιων των μαγνητών, αλλά επιδιώκει να κατασκευάζει ολοκληρωμένα εξαρτήματα, ανεβαίνοντας ακόμη ένα επίπεδο στην αλυσίδα αξίας.
 
Η JL Mag έχει δηλώσει ότι θα συνεχίσει να αυξάνει τις επενδύσεις της στην έρευνα και ανάπτυξη μαγνητικών εξαρτημάτων για ανθρωποειδή ρομπότ.
 
Η Κίνα έχει ήδη αποκτήσει ισχυρή παρουσία στον συγκεκριμένο κλάδο. Σύμφωνα με σχετική έρευνα, αντιπροσώπευε το 97% των παγκόσμιων αποστολών ανθρωποειδών ρομπότ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
 
Οι προοπτικές για τη ζήτηση μαγνητών είναι σημαντικές, καθώς σύμφωνα με τη Nomura τα ανθρωποειδή χρησιμοποιούν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες σπάνιων γαιών ανά κινητήρα σε σχέση με τα ηλεκτρικά οχήματα. Η ίδια η JL Mag εκτιμά ότι η Κίνα θα εξακολουθεί να παράγει περίπου το 80% των παγκόσμιων μαγνητών το 2030.
 
Η Citi, παρουσιάζοντας τις εκτιμήσεις της διοίκησης της JL Mag, σημειώνει ότι ακόμη και εάν τα δυτικά έργα παραγωγής υλοποιηθούν, είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν δυσκολίες να ανταγωνιστούν την Κίνα σε κόστος, κλίμακα, ποιότητα και δυνατότητα προσαρμογής των προϊόντων.
 
Η εξέλιξη αυτή εξηγεί γιατί οι ΗΠΑ εξετάζουν και μια διαφορετική προσέγγιση: την ανάπτυξη μαγνητών που δεν θα βασίζονται καθόλου σε σπάνιες γαίες.
 
Η αμερικανική Niron Magnetics, με έδρα τη Μινεσότα, αναπτύσσει μαγνήτες από σίδηρο και άζωτο, με τη στήριξη του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας. Στόχος είναι η δημιουργία παραγωγικών μονάδων που θα μπορούν τελικά να παράγουν έως και 11.500 τόνους ετησίως. Παράλληλα, οι νέοι περιορισμοί δημιουργούν κίνητρα για την ανάπτυξη εναλλακτικών τεχνολογιών, καθώς από την 1η Ιανουαρίου το αμερικανικό Πεντάγωνο σχεδιάζει να σταματήσει την προμήθεια ορισμένων αμυντικών τεχνολογιών που περιέχουν κινεζικούς μαγνήτες σπάνιων γαιών.
 
Ωστόσο, το οικονομικό χάσμα παραμένει σημαντικό. Η Niron έχει δεχθεί, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο εμπορικής και εταιρικής ανάπτυξης Τομ Γκρέιντζερ, «τεράστιο» ενδιαφέρον από δυνητικούς πελάτες του αμυντικού τομέα ενόψει των νέων περιορισμών. Η ζήτηση έχει ήδη ξεπεράσει τις δυνατότητες της σχετικά μικρής εταιρείας, πριν ακόμη στραφεί στην αγορά της ρομποτικής.
 
«Αν εξετάσεις βασικούς παράγοντες κόστους, όπως η εργασία ή η κρατική στήριξη, απλώς δεν μπορείς να ανταγωνιστείς την Κίνα», ανέφερε ο Γκρέιντζερ.
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης