Η σύγκρουση έχει προκαλέσει σοβαρή αβεβαιότητα και για τις οικονομικές προοπτικές των χωρών του Κόλπου, οι οποίες τα τελευταία πενήντα χρόνια αξιοποίησαν τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου για να εξελιχθούν σε μερικές από τις πλουσιότερες οικονομίες παγκοσμίως
Οι αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου που διατηρούν στενές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται ολοένα και πιο δυσαρεστημένες από την κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, καθώς οι επιπτώσεις στην ασφάλεια και τις οικονομίες τους γίνονται όλο και πιο έντονες.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Bloomberg, στους κόλπους των κυβερνήσεων του Κόλπου επικρατούν διαφορετικές απόψεις για τα επόμενα βήματα των ΗΠΑ. Ορισμένοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα πρέπει να εντείνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, ακόμη και με την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων σε τμήματα του Ιράν ή με την κατάληψη του νησιού Χαργκ, του σημαντικότερου κόμβου εξαγωγών πετρελαίου της χώρας.
Κατά τις ίδιες πηγές, οι συγκεκριμένοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι η ιρανική ηγεσία δεν πρόκειται να υποχωρήσει ούτε να σταματήσει τις παρεμβάσεις της στα Στενά του Ορμούζ χωρίς μια πιο αποφασιστική αμερικανική στρατιωτική απάντηση. Διαφορετικά, προειδοποιούν ότι η περιοχή κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια παρατεταμένη σύγκρουση χαμηλής έντασης, η οποία θα μπορούσε να διαρκέσει για μήνες, αποθαρρύνοντας επενδύσεις και τουρισμό.
«Πολλοί στην περιοχή θεωρούν ότι απαιτείται κλιμάκωση για να επιτευχθεί αποκλιμάκωση», δήλωσε ο Ντέιβιντ Σένκερ, πρώην ανώτερος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τη Μέση Ανατολή κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Όπως υποστήριξε, η σημερινή κατάσταση δεν αρκεί για να εξαναγκάσει το Ιράν σε παραχωρήσεις, είτε όσον αφορά τα Στενά του Ορμούζ είτε το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Από την άλλη πλευρά, χώρες όπως το Κατάρ, που μαζί με το Πακιστάν διαδραματίζουν ρόλο διαμεσολαβητή στη σύγκρουση, επιδιώκουν την άμεση αποκλιμάκωση, προκειμένου να αποφευχθεί επανάληψη των εκτεταμένων εχθροπραξιών του Μαρτίου και των αρχών Απριλίου, όταν οι αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις πραγματοποιούσαν μαζικές επιθέσεις σε ιρανικές πόλεις και η Τεχεράνη απαντούσε με χιλιάδες drones και πυραύλους.
Η διαφοροποίηση αυτή σηματοδοτεί αλλαγή σε σχέση με τις εβδομάδες που προηγήθηκαν της προσωρινής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στα μέσα Ιουνίου, όταν τα κράτη του Κόλπου εμφανίζονταν ενωμένα υπέρ της διπλωματικής επίλυσης της κρίσης. Η ενότητα αυτή διαλύθηκε μετά τη νέα επιδείνωση των σχέσεων, με τις δύο πλευρές να αλληλοκατηγορούνται για την κατάρρευση του μνημονίου κατανόησης που είχαν υπογράψει.
Στο μεταξύ, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και η Ιορδανία έχουν δεχθεί σφοδρές ιρανικές επιθέσεις. Στο Κουβέιτ έχουν πληγεί εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής και ύδρευσης από πυραύλους και drones, ενώ οι αεροπορικές πτήσεις διακόπτονται συχνά. Παράλληλα, ενεργειακά δεξαμενόπλοια της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έχουν δεχθεί επιθέσεις κοντά στα Στενά του Ορμούζ, ενώ ιρανικά πλήγματα έχουν καταγραφεί και στο Ομάν και το Ιράκ.
Ο πόλεμος, τον οποίο οι μοναρχίες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου είχαν ζητήσει από την Ουάσιγκτον να αποφύγει, έχει ενισχύσει τις αμφιβολίες τους για την ικανότητα των ΗΠΑ να προστατεύσουν αποτελεσματικά τους συμμάχους τους. Ως αποτέλεσμα, ορισμένες χώρες εξετάζουν πλέον την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας τους με ευρωπαϊκά κράτη.
Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται ολοένα και πιο εκνευρισμένος με την ιρανική ηγεσία, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο τριών Αμερικανών στρατιωτών την τελευταία εβδομάδα σε Ιορδανία και Ιράκ, ενώ ένας ακόμη αγνοείται. Παρά τις αμερικανικές απειλές για εντατικοποίηση των αεροπορικών επιδρομών, το Ιράν συνεχίζει τις επιθέσεις εναντίον πλοίων που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ.
Ωστόσο, οι επιλογές της Ουάσιγκτον παραμένουν περιορισμένες. Μια ενδεχόμενη αποστολή χερσαίων δυνάμεων ή επιχείρηση κατάληψης του νησιού Χαργκ θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη πιο σφοδρά ιρανικά αντίποινα, να εκτινάξει περαιτέρω τις τιμές του πετρελαίου και να εκθέσει εκατοντάδες ή και χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες σε άμεσες επιθέσεις.
Η δυσαρέσκεια των κρατών του Κόλπου εντείνεται και λόγω της νέας πτώσης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, από όπου πριν από τη σύγκρουση διέρχονταν οι περισσότερες πετρελαϊκές εξαγωγές της περιοχής. Αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η πλήρης αποκατάσταση της κυκλοφορίας δεν αναμένεται στο άμεσο μέλλον.
«Υπάρχει έντονη απογοήτευση και οργή, αλλά οι περισσότερες κυβερνήσεις αποφεύγουν τις δημόσιες τοποθετήσεις, καθώς προσπαθούν να διαχειριστούν τη σχέση τους με τον Τραμπ», δήλωσε ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία, Μάικλ Ράτνεϊ. «Αυτό που θέλουν είναι να αποκατασταθεί η ροή του πετρελαίου και να επιστρέψουν οι οικονομίες τους στην κανονικότητα.»
Μεγάλη η αβεβαιότητα
Μεγάλη η αβεβαιότητα
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα συγκαταλέγονται στις χώρες που ζητούν με τη μεγαλύτερη επιμονή να παραμείνουν ανοικτά τα Στενά του Ορμούζ. Παρά τις απειλές της Τεχεράνης, συνεχίζουν, μαζί με τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ, να αποστέλλουν πετρελαιοφόρα μέσω της περιοχής, συχνά με απενεργοποιημένα τα συστήματα εντοπισμού για λόγους ασφαλείας.
Σε ανακοίνωσή του στις 18 Ιουλίου, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΑΕ κάλεσε σε άμεση αποκλιμάκωση και αποφυγή περαιτέρω έντασης στην περιοχή, ζητώντας την ταχεία επιστροφή στις διαπραγματεύσεις και υπογραμμίζοντας τη σημασία της ασφαλούς και απρόσκοπτης ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η σύγκρουση έχει προκαλέσει σοβαρή αβεβαιότητα και για τις οικονομικές προοπτικές των χωρών του Κόλπου, οι οποίες τα τελευταία πενήντα χρόνια αξιοποίησαν τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου για να εξελιχθούν σε μερικές από τις πλουσιότερες οικονομίες παγκοσμίως.
Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ επενδύουν πλέον δυναμικά σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα επενδυτικά κεφάλαια και ο τουρισμός, θεωρώντας τη σταθερότητα της περιοχής βασική προϋπόθεση για την επιτυχία αυτής της στρατηγικής.
Η σύγκρουση και το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν ήδη πλήξει τις οικονομίες τους, περιορίζοντας τις εξαγωγές και διευρύνοντας τα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Παρότι οι χώρες του Κόλπου είχαν υποδεχθεί θετικά το μνημόνιο κατανόησης που υπεγράφη τον περασμένο μήνα μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, εξέφραζαν ανησυχίες ότι η άρση των κυρώσεων, η αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων και η δημιουργία ταμείου ανασυγκρότησης ύψους 300 δισ. δολαρίων θα ενίσχυαν σημαντικά οικονομικά την Τεχεράνη. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, κανένα από τα έξι κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου δεν σχεδιάζει να συνεισφέρει στο συγκεκριμένο ταμείο.
Αξιωματούχοι της περιοχής εμφανίζονται ιδιαίτερα ενοχλημένοι από την προοπτική να κληθούν ουσιαστικά να χρηματοδοτήσουν την αποκατάσταση του Ιράν, τη στιγμή που οι ίδιες οι χώρες τους έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές από τις ιρανικές επιθέσεις.
Όπως σχολίασε ο διευθυντής του Iran Project στο International Crisis Group, Αλί Βάεζ, οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται σήμερα σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, καθώς «είναι απογοητευμένες, αλλά ουσιαστικά ανίσχυρες να σταματήσουν οποιαδήποτε από τις δύο εμπόλεμες πλευρές».
www.worldenergynews.gr






