Οι αναλυτές του Atlantic Council εκτιμούν, πάντως, ότι τα πρώτα μέτρα περισσότερο λειτουργούν ως προειδοποιητικό μήνυμα παρά ως αποφασιστικό οικονομικό πλήγμα. Στο στόχαστρο μπήκαν ιρανικές και κινεζικές επιχειρήσεις, εταιρείες σε τρίτες χώρες, δεξαμενόπλοια του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» και άλλες οντότητες που θεωρείται ότι διευκολύνουν την παράκαμψη των κυρώσεων
Η νέα αμερικανική εκστρατεία οικονομικής πίεσης κατά του Ιράν βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη, με την Ουάσινγκτον να στρέφει τα πυρά της όχι μόνο κατά της Τεχεράνης, αλλά και εναντίον εταιρειών, τραπεζών και κρατών που εξακολουθούν να διατηρούν οικονομικούς δεσμούς μαζί της. Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο η στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ μπορεί πράγματι να στερήσει από το Ιράν τις τελευταίες οικονομικές του «ανάσες» χωρίς να προκαλέσει παράλληλα σοβαρό κόστος στις ΗΠΑ και στους συμμάχους τους.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε τη Δευτέρα την έναρξη της επιχείρησης «Economic Outcast», ενός συνδυασμού κυρώσεων, οικονομικών μέτρων και δράσεων επιβολής, με στόχο, όπως είπε, να διακοπεί κάθε εναπομείνασα οικονομική γραμμή που στηρίζει το ιρανικό καθεστώς. Ο ίδιος παρομοίασε την εκστρατεία με την απόβαση στη Νορμανδία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι αναλυτές του Atlantic Council εκτιμούν, πάντως, ότι τα πρώτα μέτρα περισσότερο λειτουργούν ως προειδοποιητικό μήνυμα παρά ως αποφασιστικό οικονομικό πλήγμα. Στο στόχαστρο μπήκαν ιρανικές και κινεζικές επιχειρήσεις, εταιρείες σε τρίτες χώρες, δεξαμενόπλοια του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» και άλλες οντότητες που θεωρείται ότι διευκολύνουν την παράκαμψη των κυρώσεων.
Το μέγεθος των μέτρων δεν θεωρείται αρκετό για να αλλάξει άμεσα τα δεδομένα. Η ρητορική της Ουάσινγκτον είναι ιδιαίτερα σκληρή, όμως η πραγματική οικονομική πίεση θα απαιτούσε πιθανότατα τη στοχοποίηση μεγάλων κινεζικών εταιρειών και τραπεζών, κάτι που δεν συνέβη στην πρώτη φάση.
Ενδεικτική θεωρείται η δήλωση του Μπέσεντ ότι η Ουάσινγκτον δεν επιθυμεί να «ανατινάξει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα». Η τοποθέτηση αυτή δείχνει ότι, παρά τις απειλές για κυρώσεις σε τρίτες χώρες, η αμερικανική κυβέρνηση αναγνωρίζει το υψηλό κόστος και τους κινδύνους μιας μετωπικής σύγκρουσης με μεγάλες οικονομίες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν.
Το βλέμμα στρέφεται στο Πεκίνο
Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα αφορά την αντίδραση της Κίνας. Στις 24 Αυγούστου, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε κυρώσεις σε περίπου 60 οντότητες με έδρα, μεταξύ άλλων, το Χονγκ Κονγκ, την Κίνα, τη Μαλαισία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σιγκαπούρη. Οι συγκεκριμένες εταιρείες φέρεται να συμμετείχαν σε δίκτυα που βοηθούν το Ιράν να παρακάμπτει τις κυρώσεις, να διακινεί έσοδα από τις πωλήσεις πετρελαίου, να αποκτά ευαίσθητη τεχνολογία και να διατηρεί σε λειτουργία τον «σκιώδη στόλο» του.
Πρόκειται κυρίως για εταιρείες-βιτρίνες, εικονικές επιχειρήσεις και ενδιάμεσους μηχανισμούς σε χώρες που χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια για την αποφυγή των αμερικανικών περιορισμών. Το πραγματικά σημαντικό βήμα, σύμφωνα με τους αναλυτές, θα είναι εάν η Ουάσινγκτον προχωρήσει σε κυρώσεις εναντίον μεγάλης χρηματοπιστωτικής δομής, όπως άφησε να εννοηθεί ο Μπέσεντ.
Η Κίνα αποτελεί το κρίσιμο μέτωπο, καθώς τα κινεζικά διυλιστήρια απορροφούν σχεδόν το 90% του ιρανικού πετρελαίου. Η επικείμενη συνάντηση Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στο ζήτημα, καθώς μια επιθετική εφαρμογή των κυρώσεων θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τις εμπορικές εντάσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο κινεζικών αντιμέτρων στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών, ειδικά καθώς η προσωρινή εμπορική εκεχειρία μεταξύ των δύο χωρών πλησιάζει στη λήξη της.
Η αποτρεπτική ισχύς του Τραμπ
Οι κυρώσεις κατά του Ιράν έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές κατά την προηγούμενη θητεία του Τραμπ, όχι επειδή το θεσμικό πλαίσιο ήταν διαφορετικό από εκείνο της περιόδου Ομπάμα, αλλά επειδή οι ξένες επιχειρήσεις θεωρούσαν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος ήταν διατεθειμένος να επιβάλει κυρώσεις ακόμη και όταν αυτό θα είχε διπλωματικό κόστος.
Αυτή η αντίληψη λειτουργεί ως ισχυρός αποτρεπτικός μηχανισμός. Εταιρείες κρατικών συμφερόντων στην Κίνα, την Ευρώπη, την Ινδία και αλλού γνωρίζουν ότι η Ουάσινγκτον μπορεί να προχωρήσει σε κυρώσεις ανεξάρτητα από τις πολιτικές συνέπειες.
Το πρόβλημα πλέον είναι η εφαρμογή. Ιράκ, χώρες του Κόλπου, Κίνα και άλλοι εταίροι του Ιράν έχουν αντιμετωπίσει το καθεστώς των δευτερογενών κυρώσεων εδώ και τρεις δεκαετίες και έχουν αναπτύξει μηχανισμούς προστασίας. Η Ουάσινγκτον θα χρειαστεί επομένως να πιέσει τους τελευταίους σημαντικούς εμπορικούς εταίρους της Τεχεράνης χωρίς να επιτρέψει στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις να αποδυναμώσουν την απειλή.
Παράλληλα, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η Τεχεράνη ενδέχεται να απαντήσει με στρατιωτικά μέσα. Αν οι γειτονικές χώρες περιορίσουν τις συναλλαγές τους με το Ιράν, η ιρανική ηγεσία θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση σε Ιράκ και κράτη του Κόλπου, επιδιώκοντας να διατηρήσει ανοιχτές οικονομικές διόδους και να εξασφαλίσει τα απαραίτητα έσοδα για την επιβίωση του καθεστώτος.
Η εκστρατεία κινδυνεύει να εξελιχθεί σε «αγώνα προς τα κάτω»
Παρά τη βαρύγδουπη ονομασία «Economic D-Day», τα πρώτα μέτρα δεν συνιστούν μέχρι στιγμής κάποια ριζική αλλαγή στρατηγικής. Οι νέες κυρώσεις και οι απειλές για ακόμη αυστηρότερα μέτρα παραπέμπουν περισσότερο σε συνέχεια της ήδη γνωστής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ.
Ακόμη και αν η Ουάσινγκτον εφαρμόσει πλήρως την πίεση, οι αναλυτές θέτουν δύο κρίσιμα ερωτήματα: ποιο θα είναι το κόστος και ποιο ακριβώς αποτέλεσμα επιδιώκει να επιτύχει;
Η Κίνα είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος του Ιράν και η απώλεια αυτής της αγοράς θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αντισταθμιστεί από την Τεχεράνη. Το Πεκίνο, ωστόσο, έχει αποδείξει επί χρόνια ότι είναι πρόθυμο να παρακάμπτει τις αμερικανικές κυρώσεις και δεν έχει δώσει ενδείξεις ότι σκοπεύει να αλλάξει στάση.
Παράλληλα, χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκονται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Η συμμόρφωση με τις αμερικανικές απαιτήσεις θα μπορούσε να προκαλέσει αντίδραση από το Ιράν, ακόμη και εναντίον ενεργειακών υποδομών στην περιοχή. Η άρνηση συμμόρφωσης, από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αμερικανικές κυρώσεις.
Με άλλα λόγια, μια επιτυχημένη εκστρατεία οικονομικής πίεσης μπορεί να πλήξει σοβαρά το Ιράν, αλλά ταυτόχρονα να επιβαρύνει την αμερικανική οικονομία και, ακόμη περισσότερο, τις χώρες του Περσικού Κόλπου.
Παραμένει επίσης ασαφές ποιος είναι ο τελικός πολιτικός στόχος της Ουάσινγκτον. Ο Μπέσεντ άφησε να εννοηθεί ότι η πίεση θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλλαγή καθεστώτος, ενώ ο αντιπρόεδρος JD Vance έχει αναφερθεί στην προοπτική επιστροφής στις διαπραγματεύσεις.
Μετά από έξι μήνες πολέμου, οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμη αποσαφηνίσει πλήρως εάν επιδιώκουν αλλαγή καθεστώτος, συμφωνία με την Τεχεράνη ή απλώς την αποδυνάμωση της ιρανικής ισχύος. Και αυτό δημιουργεί έναν ευρύτερο στρατηγικό προβληματισμό: σχεδόν μισός αιώνας πιέσεων δεν έχει οδηγήσει στην κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας ούτε έχει μεταβάλει ριζικά τις στρατηγικές επιλογές της.
Το Πεκίνο προετοιμάζει την απάντησή του
Η κινεζική πλευρά αντιμετωπίζει τις νέες αμερικανικές απειλές ως ακόμη ένα επεισόδιο στην ήδη μακρά αντιπαράθεση με την κυβέρνηση Τραμπ. Το Πεκίνο γνωρίζει ότι πολλές από τις αμερικανικές απειλές τελικά περιορίζονται ή καθυστερούν, καθώς η εφαρμογή τους μπορεί να προκαλέσει σημαντικό οικονομικό κόστος και στις δύο πλευρές.
Παράλληλα, η Κίνα έχει ενισχύσει τα τελευταία χρόνια το δικό της θεσμικό οπλοστάσιο για την επιβολή αντιμέτρων σε περίπτωση αμερικανικών κυρώσεων. Εάν η Ουάσινγκτον προχωρήσει σε κυρώσεις κατά κινεζικών τραπεζών, διυλιστηρίων ή λιμανιών που συνδέονται με το ιρανικό εμπόριο, το Πεκίνο είναι πιθανό να απαντήσει δυναμικά.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν ο Τραμπ μπορεί να αποκόψει το Ιράν από τις οικονομικές του πηγές. Είναι αν η αμερικανική κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να αναλάβει το οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος που θα απαιτούσε μια πραγματικά αποτελεσματική εφαρμογή της στρατηγικής.
Η σύγκρουση φαίνεται έτσι να μετατρέπεται σταδιακά σε έναν αγώνα φθοράς, όπου Ουάσινγκτον και Τεχεράνη επιδιώκουν να αυξήσουν το κόστος για την άλλη πλευρά και να συσσωρεύσουν διαπραγματευτική ισχύ, χωρίς μέχρι στιγμής να είναι σαφές ποιος μπορεί να μετατρέψει αυτή την πίεση σε πραγματικό στρατηγικό πλεονέκτημα.
www.worldenergynews.gr






