Η άνοδος της AfD και του Melenchon δεν σημαίνει ακόμη ότι οι πιο ριζοσπαστικές προτάσεις τους θα επικρατήσουν - Το διακύβευμα, όμως, είναι πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, καθώς η επόμενη κρίση θα μπορούσε να εκδηλωθεί σε μια Ευρώπη που αντιμετωπίζει χρόνια οικονομική αδυναμία, αυξανόμενη πολιτική πόλωση και σημαντικές γεωπολιτικές ανατροπές
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα, καθώς καλείται να αποφασίσει για την πορεία των επιτοκίων σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός ενισχύεται, η οικονομική ανάπτυξη παραμένει ασθενής και τα λαϊκιστικά κόμματα κερδίζουν έδαφος στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η άνοδος των τιμών, που επιβαρύνεται και από τον πόλεμο στα Στενά του Ορμούζ, βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων στην ΕΚΤ. Μια νέα αύξηση των επιτοκίων, όμως, θα αύξανε περαιτέρω το κόστος δανεισμού σε μια οικονομία που ήδη δυσκολεύεται να αναπτυχθεί και θα μπορούσε να εντείνει την πολιτική δυσαρέσκεια.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα μετά την εντυπωσιακή εκλογική επίδοση της ευρωσκεπτικιστικής Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ, αλλά και τις παρεμβάσεις του Ζαν-Λικ Μελανσόν στη Γαλλία. Ο επικεφαλής της γαλλικής Αριστεράς έχει προτείνει ακόμη και τη διαγραφή του γαλλικού χρέους που διακρατεί η ΕΚΤ, ανοίγοντας μια συζήτηση με ιδιαίτερα υψηλό οικονομικό και πολιτικό ρίσκο.
Η αξιοπιστία της ΕΚΤ δοκιμάζεται
Μια νέα αύξηση των επιτοκίων θεωρείται από αρκετούς ως δοκιμασία για τη θεσμική αξιοπιστία της ΕΚΤ. Η λογική είναι ότι η κεντρική τράπεζα οφείλει να αντιμετωπίσει τις πληθωριστικές πιέσεις ανεξάρτητα από το πολιτικό κόστος και να απορρίψει κάθε προσπάθεια πολιτικής παρέμβασης στη νομισματική πολιτική.
Το ζήτημα αναμένεται να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τον διάδοχο της Κριστίν Λαγκάρντ στην προεδρία της ΕΚΤ. Ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης Γιόαχιμ Νάγκελ, ο οποίος τάσσεται υπέρ της αύξησης των επιτοκίων, έχει εκφράσει την ανησυχία του για τη δημοτικότητα, όπως τη χαρακτήρισε, «ανεύθυνων» πολιτικών προτάσεων.
Ο ίδιος έχει επικρίνει τις θέσεις της AfD υπέρ της αποχώρησης της Γερμανίας από το ενιαίο νόμισμα, ενώ χαρακτήρισε την πρόταση του Μελανσόν για διαγραφή χρέους ως παράνομη μορφή νομισματικής χρηματοδότησης. Μάλιστα, προειδοποίησε ότι μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να ανοίξει μια «Πανδώρα» υπερπληθωριστικών εξελίξεων.
Ο πληθωρισμός αυξάνεται, αλλά ο πυρήνας υποχωρεί
Το πρόβλημα για την ΕΚΤ είναι ότι η διατήρηση της νομισματικής αξιοπιστίας μπορεί να έχει σημαντικό κόστος για την ανάπτυξη.
Τα τελευταία στοιχεία έδειξαν ότι ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη επιταχύνθηκε στο 3,3%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν τριών ετών και αρκετά πάνω από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ.
Ωστόσο, η εικόνα είναι διαφορετική εάν εξαιρεθούν οι ευμετάβλητες κατηγορίες, όπως τα τρόφιμα και η ενέργεια. Ο δομικός πληθωρισμός υποχώρησε στο 2,4%, εξέλιξη που δείχνει ότι μέχρι στιγμής δεν έχει επιβεβαιωθεί το σενάριο ενός επίμονου σπιράλ μισθών και τιμών.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο χρειάζεται περαιτέρω νομισματική σύσφιξη. Μια νέα αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να πλήξει την ανάπτυξη χωρίς να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά έναν πληθωρισμό που σε σημαντικό βαθμό προκαλείται από την πλευρά της προσφοράς.
Η Γαλλία στο επίκεντρο της πίεσης
Η Γαλλία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του διλήμματος που αντιμετωπίζει η ΕΚΤ. Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν συνδυασμό επιβράδυνσης της ονομαστικής ανάπτυξης και σημαντικής αύξησης του κόστους δανεισμού.
Οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων έχουν ανέβει στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008, ενώ η οικονομική αδυναμία τροφοδοτεί την ενίσχυση των λαϊκιστικών δυνάμεων. Την ίδια στιγμή, η πιθανότητα να διεκδικήσει με ισχυρές αξιώσεις την προεδρία η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα πολιτικής αβεβαιότητας.
Η αύξηση του γαλλικού πληθωρισμού δεν φαίνεται να συνδέεται κυρίως με υπερθέρμανση της ζήτησης. Αντίθετα, σημαντικό μέρος της πίεσης προέρχεται από παράγοντες της προσφοράς, μεταξύ των οποίων το ενεργειακό κόστος.
Μια νέα αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ θα μπορούσε επομένως να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο ένα ήδη εύθραυστο οικονομικό μείγμα.
Διαφορετικές οικονομίες, διαφορετικές ανάγκες
Το βασικό επιχείρημα υπέρ μιας πιο προσεκτικής προσέγγισης είναι ότι η ΕΚΤ δεν μπορεί να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο διαφορετικές οικονομικές πραγματικότητες.
Η ισχυρή οικονομική δραστηριότητα και ο πληθωρισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες, που συνδέεται μεταξύ άλλων με την άνθηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, δεν μπορούν να αποτελούν απόλυτο σημείο αναφοράς για οικονομίες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, όπου η ετήσια ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει κάτω από το 1%.
Ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι είχε επισημάνει ότι οι αμερικανικές εξελίξεις επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επιτόκια, ανεξάρτητα από τις αποφάσεις της ίδιας της ΕΚΤ. Κατά την άποψή του, όταν οι πιέσεις μεταφέρονται στην Ευρώπη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα βασικά επιτόκια δεν αποτελούν πάντοτε το κατάλληλο εργαλείο αντίδρασης.
Ο Ντράγκι είχε επίσης υπογραμμίσει τη σημασία του ισχυρού ισολογισμού της ΕΚΤ, ο οποίος προσφέρει περιθώρια για μεγαλύτερη ευελιξία και για την αποφυγή υπερβολικής πίεσης στις βασικές οικονομίες της Ευρωζώνης. Από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Σεπτέμβριο του 2026, ο ισολογισμός της ΕΚΤ έχει συρρικνωθεί κατά περίπου 1 τρισ. ευρώ.
Γερμανία και Γαλλία κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις
Η πολιτική διάσταση, ωστόσο, καθιστά ακόμη δυσκολότερη μια διαφοροποιημένη προσέγγιση.
Η ενίσχυση της AfD αντανακλά, μεταξύ άλλων, την αυξανόμενη δυσφορία μερίδας των Γερμανών ψηφοφόρων απέναντι στη μεταφορά πόρων προς χώρες της Ευρωζώνης που θεωρούν ότι ακολουθούν δημοσιονομικά πιο χαλαρή πολιτική.
Στη Γαλλία, αντίθετα, η ενίσχυση του Μελανσόν, ο οποίος στις δημοσκοπήσεις βρίσκεται κοντά στη Λεπέν, καταδεικνύει ότι ένα μέρος του εκλογικού σώματος είναι διατεθειμένο να εξετάσει ακόμη και τη λύση της διαγραφής χρέους προκειμένου να αποφύγει μια βαθύτερη δημοσιονομική προσαρμογή.
Έτσι, η ΕΚΤ βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο διαφορετικές αλλά εξίσου επικίνδυνες πολιτικές πιέσεις. Στη Γερμανία ενισχύονται οι δυνάμεις που αμφισβητούν την ίδια τη λογική της αλληλεγγύης εντός του ευρώ, ενώ στη Γαλλία αποκτούν μεγαλύτερη απήχηση προτάσεις που αμφισβητούν τους δημοσιονομικούς περιορισμούς της νομισματικής ένωσης.
Το μεγάλο ερώτημα για την επόμενη κρίση
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι εάν η ΕΚΤ θα μπορέσει να επιμείνει στην καταπολέμηση του πληθωρισμού χωρίς να επιταχύνει την οικονομική και πολιτική αποσταθεροποίηση στη Γαλλία. Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο τα εργαλεία που διαθέτει για την αντιμετώπιση των πιέσεων στις αγορές ομολόγων θα είναι επαρκή εάν οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης βρεθούν σε ολοένα μεγαλύτερη πολιτική αντιπαράθεση.
Η άνοδος της AfD και του Μελανσόν δεν σημαίνει ακόμη ότι οι πιο ριζοσπαστικές προτάσεις τους θα επικρατήσουν. Το διακύβευμα, όμως, είναι πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, καθώς η επόμενη κρίση θα μπορούσε να εκδηλωθεί σε μια Ευρώπη που αντιμετωπίζει χρόνια οικονομική αδυναμία, αυξανόμενη πολιτική πόλωση και σημαντικές γεωπολιτικές ανατροπές.
Το 2012, ο Μάριο Ντράγκι ανέλαβε τον ρόλο του θεσμικού «ενήλικα στο δωμάτιο», δεσμευόμενος να κάνει «ό,τι χρειαστεί» για τη διάσωση του ευρώ και ανοίγοντας τον δρόμο για αποφασιστικές αγορές ομολόγων. Κατά την πανδημία, Γερμανία και Γαλλία συνεργάστηκαν για τη δημιουργία ενός ιστορικού μηχανισμού κοινού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
www.worldenergynews.gr






