Είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί στους Αμερικανούς πολίτες η διάθεση τόσο μεγάλων ποσών για στρατιωτικές επιχειρήσεις, τη στιγμή που το κόστος ζωής συνεχίζει να αυξάνεται
Το κόστος του πολέμου με το Ιράν έχει ανέλθει μέχρι σήμερα στα 37,5 δισ. δολάρια, δήλωσε ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, ενώπιον της Επιτροπής Πιστώσεων της Γερουσίας, ζητώντας την έγκριση πρόσθετης χρηματοδότησης ύψους 67,1 δισ. δολαρίων για τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ο Χέγκσεθ και ο αρχηγός του Μικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Τζον Κέιν, κατέθεσαν ενώπιον της επιτροπής προκειμένου να εξασφαλίσουν έκτακτη χρηματοδότηση, η οποία θα καλύψει όχι μόνο τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν, αλλά και δαπάνες για πυρομαχικά, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, καθώς και την ανάπτυξη δυνάμεων του Στρατού και της Εθνοφρουράς στα νότια σύνορα των ΗΠΑ και στην Ουάσιγκτον.
Το αίτημα αντιμετωπίστηκε με επιφυλάξεις από αρκετούς γερουσιαστές, καθώς το Πεντάγωνο διαθέτει ακόμη περίπου 75 δισ. δολάρια από τα συνολικά 156 δισ. που έλαβε μέσω του περσινού πακέτου χρηματοδότησης.
Η επικεφαλής των Δημοκρατικών στην επιτροπή, γερουσιαστής Πάτι Μάρεϊ, ξεκαθάρισε ότι το Κογκρέσο δεν πρόκειται να εγκρίνει αυτόματα το αίτημα, επισημαίνοντας ότι το υπουργείο Άμυνας έλαβε πάνω από 1 τρισ. δολάρια την προηγούμενη χρονιά και έχει ήδη ζητήσει προϋπολογισμό ύψους 1,3 τρισ. δολαρίων για το τρέχον έτος.
Όπως ανέφερε, το μεγαλύτερο μέρος του νέου αιτήματος δεν αφορά άμεσα το κόστος του πολέμου με το Ιράν, αλλά χρηματοδοτεί ευρύτερες προτεραιότητες του Πενταγώνου, οι οποίες θα έπρεπε να εξεταστούν στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας κατάρτισης του προϋπολογισμού και όχι μέσω έκτακτης χρηματοδότησης.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η γερουσιαστής Κρίστεν Γκίλιμπραντ, η οποία υποστήριξε ότι είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί στους Αμερικανούς πολίτες η διάθεση τόσο μεγάλων ποσών για στρατιωτικές επιχειρήσεις, τη στιγμή που το κόστος ζωής συνεχίζει να αυξάνεται.
Απαντώντας στις επικρίσεις, ο Χέγκσεθ υποστήριξε ότι τα διαθέσιμα κονδύλια προορίζονται για τη μακροπρόθεσμη ανασυγκρότηση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, οι οποίες, όπως είπε, είχαν παραμεληθεί κατά τη διακυβέρνηση Μπάιντεν.
«Οι ένοπλες δυνάμεις χρειάζονται μια επένδυση γενιάς ώστε να διασφαλιστεί η ειρήνη μέσω της ισχύος», δήλωσε, προσθέτοντας ότι το νέο αίτημα αντανακλά τις νέες γεωπολιτικές πραγματικότητες.
Τον Μάιο, ο Χέγκσεθ είχε εκτιμήσει ότι το κόστος του πολέμου ανερχόταν στα 29 δισ. δολάρια.
Από το συνολικό πακέτο των 67,1 δισ. δολαρίων, περίπου 32,7 δισ. προορίζονται για τη χρηματοδότηση των πολεμικών επιχειρήσεων, ενώ τα υπόλοιπα θα διατεθούν σε ευρύτερες ανάγκες εθνικής ασφάλειας.
Ειδικότερα, το αίτημα περιλαμβάνει 21 δισ. δολάρια για πυρομαχικά, 17,3 δισ. για επιχειρησιακές δαπάνες, 12,1 δισ. για απόρρητα προγράμματα, 5,1 δισ. για κυβερνοασφάλεια, 2,4 δισ. για μη επανδρωμένα αεροσκάφη, 1,7 δισ. για την επιχειρησιακή ετοιμότητα, 1,5 δισ. για καύσιμα και 2 δισ. για προτεραιότητες της κυβέρνησης και την υποστήριξη της Εθνοφρουράς.
Το αίτημα κατατίθεται ενώ ο πόλεμος, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, έχει κλιμακωθεί σημαντικά τις τελευταίες εβδομάδες. Οι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποιούν συνεχείς αεροπορικές επιδρομές τις τελευταίες δέκα ημέρες, ενώ τέσσερις Αμερικανοί στρατιωτικοί έχασαν τη ζωή τους μέσα στις τελευταίες τέσσερις ημέρες, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των αμερικανικών απωλειών στους 18.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO), τουλάχιστον 14 εμπορικοί ναυτικοί έχουν χάσει τη ζωή τους από επιθέσεις στα Στενά του Ορμούζ, ενώ η εμπορική ναυσιπλοΐα έχει περιοριστεί αισθητά, καθώς το Ιράν έχει ενισχύσει τον έλεγχό του στη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό.
Ο στρατηγός Κέιν προειδοποίησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να εκμεταλλευτούν το παράθυρο ευκαιρίας που εξακολουθεί να υπάρχει, τονίζοντας ότι οι αντίπαλες δυνάμεις ενισχύουν συνεχώς τη συνεργασία τους, ανταλλάσσοντας πληροφορίες, στρατιωτικές δυνατότητες και τεχνολογία, γεγονός που επιταχύνει τη φύση των σύγχρονων συγκρούσεων.
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, αρκετοί γερουσιαστές ζήτησαν επίσης διευκρινίσεις για τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας.
Ο γερουσιαστής Τζον Κένεντι ζήτησε από τον στρατηγό Κέιν να ξεκαθαρίσει ποια πλευρά επιθυμούν να επικρατήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες.
«Θέλω να κερδίσει η Ουκρανία», απάντησε ο Κέιν, ενώ σε ερώτηση εάν η Ρωσία αποτελεί φίλο των ΗΠΑ απάντησε ότι η σχέση είναι περίπλοκη, αλλά ξεκαθάρισε πως «δεν θεωρώ ότι είναι φίλος μας».
Παράλληλα, ο Κένεντι ζήτησε σαφείς απαντήσεις για τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης σχετικά με το μέλλον της κατάστασης στα Στενά του Ορμούζ και για τις προθέσεις του Ιράν όσον αφορά το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Η γερουσιαστής Λίζα Μουρκόφσκι ζήτησε διαβεβαιώσεις ότι, ακόμη και αν εγκριθεί το νέο πακέτο χρηματοδότησης, η κυβέρνηση Τραμπ δεν θα θεωρήσει ότι αποκτά νέα εξουσιοδότηση για την παράταση των πολεμικών επιχειρήσεων στο Ιράν.
Ο Χέγκσεθ απάντησε ότι, σύμφωνα με τη θέση του Λευκού Οίκου, η κυβέρνηση διαθέτει ήδη την απαραίτητη νομική εξουσιοδότηση για τη συνέχιση των επιχειρήσεων.
Τέλος, οι γερουσιαστές Τάμι Μπάλντουιν και Σέλεϊ Μουρ Κάπιτο ζήτησαν εξηγήσεις σχετικά με καταγγελίες ότι τραυματισμένοι Αμερικανοί στρατιωτικοί δεν έλαβαν την απαραίτητη ιατρική περίθαλψη ή εξετάσεις για κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις.
www.worldenergynews.gr






