Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο χρειάζονται ένα νέο πλαίσιο σχέσεων που θα διατηρεί τον ανταγωνισμό τους, αλλά θα περιορίζει τον κίνδυνο στρατιωτικής σύγκρουσης και θα δημιουργεί περιθώρια αμοιβαίου οφέλους. Η μέχρι σήμερα προσέγγιση, η οποία στηρίζεται στην επιδίωξη στρατηγικής υπεροχής, ενισχύει την καχυποψία και μπορεί να οδηγήσει σε επαναλαμβανόμενες κρίσεις, επιτάχυνση των εξοπλισμών και οικονομικό και τεχνολογικό κατακερματισμό.
Σύμφωνα με το War on the Rocks, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια κλειστή αμερικανοκινεζική προσομοίωση κρίσης, την οποία ο συντάκτης του άρθρου συνέβαλε να οργανώσει τη δεκαετία του 2010, στο πλαίσιο μακροπρόθεσμου προγράμματος που χρηματοδοτούσε ο αμερικανικός στρατός. Όταν η αμερικανική ομάδα μετακίνησε ένα αεροπλανοφόρο μακριά από μια θαλάσσια διαμάχη μεταξύ Κίνας και Φιλιππίνων, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο έστελνε μήνυμα αυτοσυγκράτησης, η κινεζική πλευρά ανησύχησε ακόμη περισσότερο. Οι συμμετέχοντες από την Κίνα εκτίμησαν ότι το πλοίο είχε πλέον τοποθετηθεί σε καταλληλότερη θέση για να εξαπολύσει πολεμικές επιχειρήσεις, ενώ ήταν λιγότερο ευάλωτο σε επίθεση.
Το περιστατικό αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η δυσπιστία μπορεί να μετατρέψει μια κίνηση αποκλιμάκωσης σε αντιληπτή απειλή. Όταν οι δύο πλευρές ερμηνεύουν σχεδόν κάθε ενέργεια μέσα από το πρίσμα του στρατηγικού ανταγωνισμού, ακόμη και οι προσπάθειες καθησυχασμού μπορούν να επιδεινώσουν την ένταση.
Τα όρια της στρατηγικής αντιπαράθεσης
Εδώ και σχεδόν μία δεκαετία, ο στρατηγικός ανταγωνισμός καθορίζει την αμερικανική προσέγγιση απέναντι στην Κίνα, επηρεάζοντας τον στρατιωτικό σχεδιασμό, τις συμμαχίες, το εμπόριο, την τεχνολογία, τις επενδύσεις και, ολοένα περισσότερο, τις επιστημονικές, εκπαιδευτικές και πολιτιστικές ανταλλαγές.
Η πολιτική αυτή έχει ενισχύσει την αποτροπή και έχει ωθήσει τις ΗΠΑ να αναβαθμίσουν τις ανταγωνιστικές τους δυνατότητες. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, ο ανταγωνισμός έχει σταδιακά μετατραπεί σε αυτοσκοπό, ενθαρρύνοντας αποφάσεις που συχνά βασίζονται σε υπερβολικά δυσμενείς εκτιμήσεις για τις προθέσεις και τις δυνατότητες του Πεκίνου. Αντίστοιχα, η κινεζική πλευρά αντιμετωπίζει πολλές αμερικανικές κινήσεις ως προσπάθειες περιορισμού της δικής της ανάπτυξης και επιρροής.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η στρατηγική αυτή δεν προσδιορίζει ποια θα ήταν η επιθυμητή κατάληξη των σχέσεων μεταξύ των δύο δυνάμεων. Η Ουάσιγκτον μετρά την επιτυχία μέσα από την ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας της, τη διεύρυνση των συμμαχιών που αντισταθμίζουν την Κίνα, τους περιορισμούς στις εξαγωγές και τις επενδύσεις, τους δασμούς και άλλα μέτρα. Οι κινεζικές οικονομικές και τεχνολογικές επιτυχίες οδηγούν σε νέους αμερικανικούς περιορισμούς, ενώ η στρατιωτική αναβάθμιση της μιας πλευράς χρησιμοποιείται από την άλλη ως επιχείρημα για περαιτέρω εξοπλισμούς.
Το αποτέλεσμα είναι ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος αντιπαράθεσης. Παράλληλα, ολοένα περισσότερες πτυχές των διμερών σχέσεων αντιμετωπίζονται ως ζητήματα εθνικής ασφάλειας, από την εμπορική δραστηριότητα έως την επιστημονική συνεργασία, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί.
Η λογική αυτή ενισχύει τον σχεδιασμό βάσει των δυσμενέστερων σεναρίων, καλλιεργεί την αμοιβαία δυσπιστία και δημιουργεί προσδοκίες που δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στις πραγματικές δυνατότητες κάθε πλευράς. Οι μηχανισμοί επικοινωνίας και διαχείρισης κρίσεων, από μόνοι τους, δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν αυτές τις τάσεις, εάν δεν συνοδεύονται από ουσιαστικές και αμοιβαίες δεσμεύσεις.
Οι πραγματικές δυνατότητες και οι περιορισμοί των δύο δυνάμεων
Η Κίνα αποτελεί σημαντική οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική δύναμη και χρησιμοποιεί κατά περιόδους τις δυνατότητές της για να αντισταθμίσει αμερικανικά συμφέροντα. Σε αυτές τις ενέργειες περιλαμβάνονται οι περιορισμοί στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών προς τις ΗΠΑ, καθώς και οι κυβερνοεπιχειρήσεις που, σύμφωνα με αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών και κυβερνοασφάλειας, έχουν διεισδύσει σε δίκτυα κρίσιμων υποδομών με στόχο τη δυνατότητα πρόκλησης διαταραχών σε περίπτωση κρίσης ή σύγκρουσης.
Η ανάλυση επισημαίνει επίσης την κινεζική υποστήριξη προς τη Ρωσία και το Ιράν μέσω στρατιωτικών εξαρτημάτων και υλικών διττής χρήσης, στο πλαίσιο των συγκρούσεών τους με την Ουκρανία και τις ΗΠΑ αντίστοιχα. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι τέτοιες ενέργειες δεν δικαιολογούν την παρουσίαση της Κίνας ως υπαρξιακής απειλής για τις Ηνωμένες Πολιτείες, πέραν του ακραίου ενδεχομένου ενός πυρηνικού πολέμου. Ούτε σημαίνει ότι κάθε αύξηση της κινεζικής ισχύος συνεπάγεται αυτομάτως απώλεια αμερικανικής επιρροής.
Παρά την προσπάθειά της να μειώσει την ευπάθειά της σε εξωτερικές πιέσεις και να προτάξει την κρατική κυριαρχία έναντι των φιλελεύθερων δημοκρατικών αρχών, η Κίνα παραμένει βαθιά ενσωματωμένη στη διεθνή οικονομία, από την οποία έχει αποκομίσει σημαντικά οφέλη και στην οποία έχει συμβάλει ουσιαστικά.
Παράλληλα, αντιμετωπίζει διαρθρωτικά εμπόδια, όπως η δυσμενής δημογραφική εξέλιξη, το υψηλό χρέος, οι αδυναμίες του κλάδου ακινήτων και η επιβράδυνση της παραγωγικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης. Το πολιτικό της σύστημα και οι ιδεολογικές του επιλογές περιορίζουν, επίσης, την απήχηση του κινεζικού μοντέλου διεθνώς.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, το Πεκίνο αμφισβητεί την αμερικανική υπεροχή στη θάλασσα στον δυτικό Ειρηνικό, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη διατήρηση αποτρεπτικών δυνατοτήτων. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο, η Κίνα δύσκολα θα μπορέσει στο ορατό μέλλον να συγκεντρώσει τις δυνατότητες που απαιτούνται για παγκόσμια στρατιωτική κυριαρχία, όπως εκτεταμένες συμμαχίες, βάσεις στο εξωτερικό, παγκόσμια εφοδιαστική υποστήριξη και ευρεία διεθνή αποδοχή της ηγεσίας της.
Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν αυξανόμενους δημοσιονομικούς περιορισμούς, πολιτική πόλωση, κοινωνική αντίθεση στην κλιμάκωση και σε παρατεταμένους πολέμους, λιγότερο πρόθυμους συμμάχους και μια διεθνή κατανομή ισχύος που γίνεται ολοένα πιο πολυκεντρική. Η επιδίωξη διαρκούς αμερικανικής υπεροχής δεν μπορεί, επομένως, να θεωρείται δεδομένη.
Η ανοικτού ορίζοντα αντιπαράθεση ενδέχεται, επιπλέον, να αποδυναμώνει τις ίδιες τις βάσεις της αμερικανικής ισχύος. Η προτεραιότητα στις αμυντικές δαπάνες, σε συνδυασμό με περικοπές σε πολιτικά προγράμματα, μπορεί να περιορίσει τις επενδύσεις στην εγχώρια παραγωγική βάση, στην ευημερία και στις υποδομές που στηρίζουν τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα.
Τι σημαίνει «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα»
Η εγκατάλειψη της λογικής του διαρκούς ανταγωνισμού δεν συνεπάγεται επιστροφή στην πολιτική της προσέγγισης και της αντιστάθμισης κινδύνων, η οποία εφαρμοζόταν επί δεκαετίες. Η προηγούμενη προσέγγιση συνέβαλε σε μια περίοδο σχετικής σταθερότητας, οικονομικών αλληλεξαρτήσεων και ομαλοποίησης των ανταλλαγών, αλλά υποτίμησε τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της αντιπαράθεσης. Παράλληλα, συνδέθηκε με προσδοκίες για πολιτική φιλελευθεροποίηση της Κίνας και σχεδόν πλήρη αποδοχή της διεθνούς τάξης υπό αμερικανική ηγεσία.
Η έννοια της «στρατηγικής σταθερότητας» εμφανίστηκε αρχικά κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, στο πλαίσιο των προσπαθειών περιορισμού των κινδύνων από τον πυρηνικό ανταγωνισμό ΗΠΑ–Σοβιετικής Ένωσης. Σήμερα χρησιμοποιείται με ευρύτερη έννοια, που αφορά το σύνολο των σχέσεων Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Ο όρος «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα» φαίνεται να προήλθε από τον Σι Τζινπίνγκ και άλλους Κινέζους αξιωματούχους. Η κινεζική προσέγγιση περιγράφει μια σχέση στην οποία η συνεργασία αποτελεί τη βάση, ο ανταγωνισμός παραμένει μετριοπαθής, οι διαφορές είναι διαχειρίσιμες και η ειρήνη έχει μακροπρόθεσμο χαρακτήρα. Η αμερικανική πλευρά αποδέχθηκε στη συνέχεια τον ίδιο όρο, προσθέτοντας ότι η σταθερότητα θα πρέπει να βασίζεται στην «ισοτιμία και την αμοιβαιότητα».
Η κινεζική προέλευση του όρου δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απόρριψής του. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα οριστεί και θα εφαρμοστεί, ώστε να εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα και να περιορίζει επικίνδυνες συμπεριφορές και από τις δύο πλευρές. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει, σύμφωνα με την ανάλυση, να αποτρέψει μια ερμηνεία που θα ισοδυναμούσε με μονομερή αποδοχή των κινεζικών «κόκκινων γραμμών».
Η εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα νοείται τόσο ως πολιτική διαδικασία όσο και ως επιθυμητό αποτέλεσμα: μια σταθερή σχέση αμοιβαίου οφέλους, η οποία θα στηρίζει και μια λειτουργική διεθνή τάξη. Βασίζεται στην παραδοχή ότι καμία από τις δύο χώρες δεν συνιστά σε κάθε καθημερινή περίσταση υπαρξιακή απειλή για την άλλη, με εξαίρεση το ακραίο ενδεχόμενο πυρηνικού πολέμου, ούτε είναι προδιαγεγραμμένο ότι η μία θα κυριαρχήσει ή θα οδηγηθεί αναπόφευκτα σε παρακμή.
Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι η αλληλεπίδρασή τους μπορεί να δημιουργήσει έναν επικίνδυνο και σχεδόν ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό. Η διατήρηση της διεθνούς τάξης και της ευημερίας απαιτεί, συνεπώς, εκτεταμένη διμερή συνεργασία, αμοιβαία οφέλη, ουσιαστικές πολιτικές προσαρμογές και αμοιβαία αυτοσυγκράτηση.
Ορισμένος βαθμός αντιπαλότητας είναι αναπόφευκτος, δεδομένων των διαφορετικών πολιτικών συστημάτων και της προσπάθειας των δύο δυνάμεων να εξασφαλίσουν ασφάλεια και ευημερία μέσα σε ένα περιβάλλον περιορισμένων πόρων. Η αντιπαλότητα, όμως, δεν θα πρέπει να επισκιάζει την ανάγκη για σταθερές σχέσεις και συνεργασία σε ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, οι πανδημίες, η διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα και ο πυρηνικός κίνδυνος.
Τέσσερα στάδια για τη μετάβαση σε ένα νέο πλαίσιο
Η διαμόρφωση μιας τέτοιας σχέσης δεν θα πρέπει να εξαρτάται από μια μεγάλη κρίση που θα αναγκάσει τις δύο πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση ή από την ανάδειξη διαφορετικών πολιτικών ηγεσιών. Η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση έχει ήδη χρησιμοποιήσει διατυπώσεις που μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία, όπως η αναφορά της Εθνικής Αμυντικής Στρατηγικής του 2026 στην ανάγκη στρατηγικής σταθερότητας και «αξιοπρεπούς ειρήνης» με την Κίνα, καθώς και η κοινή αναφορά των δύο ηγετών σε μια σχέση που θα βασίζεται στην ισοτιμία και την αμοιβαιότητα.
Στη διαδικασία θα μπορούσαν να συμμετάσχουν αξιωματούχοι που υποστηρίζουν την ισχυρή αποτροπή, αλλά επιδιώκουν να αποφύγουν μια διαρκή κατάσταση κρίσης, στρατιωτικοί που θέλουν να μειώσουν τον κίνδυνο ατυχημάτων και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, καθώς και επιχειρηματικοί και τεχνολογικοί φορείς που έχουν συμφέρον από προβλέψιμες και σταθερές σχέσεις.
Η αλλαγή δεν μπορεί να προκύψει από μία σύνοδο κορυφής, μια συνολική συμφωνία για όλα τα ζητήματα ή απλές διακηρύξεις καλής θέλησης. Ούτε μπορεί να στηριχθεί σε μονομερείς παραχωρήσεις που θα ακολουθηθούν από την προσδοκία ότι η άλλη πλευρά θα ανταποδώσει. Απαιτεί σταδιακές, συγκεκριμένες, αμοιβαία επωφελείς και επαληθεύσιμες ενέργειες.
Η προτεινόμενη διαδικασία περιλαμβάνει τέσσερα αλληλοεπικαλυπτόμενα στάδια: πολιτική επικοινωνία, επιχειρησιακές διαβεβαιώσεις, αμοιβαία μέτρα αυτοσυγκράτησης και θεσμοθέτηση των δεσμεύσεων. Τα μέτρα θα πρέπει να καλύπτουν τρία βασικά πεδία: την Ταϊβάν και την ασφάλεια στην Ασία, την οικονομία και την τεχνολογία, καθώς και τα πυρηνικά όπλα, τον κυβερνοχώρο και την τεχνητή νοημοσύνη.
Τα αρχικά βήματα θα πρέπει να έχουν περιορισμένο κόστος, να μπορούν να επαληθευτούν και, κατά κανόνα, να είναι αναστρέψιμα. Οι πιο σημαντικές δεσμεύσεις θα ακολουθήσουν μόνο εφόσον τα πρώτα μέτρα αποδειχθούν αποτελεσματικά. Αποτυχία συνεργασίας σε έναν τομέα δεν θα πρέπει να οδηγεί αυτομάτως στην κατάρρευση της συνεργασίας σε όλους τους υπόλοιπους.
Πολιτικές διαβεβαιώσεις με επίκεντρο την Ταϊβάν
Η κρίση του Αυγούστου του 2022, μετά την επίσκεψη της τότε προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Νάνσι Πελόζι, στην Ταϊβάν, ανέδειξε τους κινδύνους που δημιουργούν τα αντιφατικά πολιτικά μηνύματα. Η επίσκεψη, την οποία το γραφείο της χαρακτήρισε επίσημη, πραγματοποιήθηκε παρά τον ανεπίσημο χαρακτήρα των αμερικανικών σχέσεων με το νησί. Το περιστατικό υπογράμμισε την ανάγκη σαφούς επικοινωνίας σχετικά με τις ενέργειες που κάθε πλευρά θεωρεί απαράδεκτες και τις διαβεβαιώσεις που είναι διατεθειμένη να προσφέρει.
Ως πρώτο βήμα, προτείνεται μια επίσημη, ενδεχομένως κοινή, δήλωση των δύο ηγετών που θα προσδιορίζει το είδος της σχέσης που επιδιώκουν και τους κινδύνους που θέλουν να αποφύγουν. Η δήλωση θα πρέπει να ξεκαθαρίζει ότι καμία πλευρά δεν επιδιώκει τη στρατηγική υποταγή, την οικονομική κατάρρευση ή την πολιτική αποδυνάμωση και διάλυση της άλλης. Θα πρέπει, επίσης, να αναγνωρίζει ότι οι δύο χώρες θα εξακολουθήσουν να έχουν σε σημαντικό βαθμό αλληλεξαρτώμενα συμφέροντα.
Σε ό,τι αφορά την Ταϊβάν, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει κινηθεί εν μέρει προς αυτήν την κατεύθυνση. Μετά τη σύνοδο στο Πεκίνο, επανέλαβε δημοσίως την πάγια αμερικανική θέση κατά μιας μονομερούς ανακήρυξης ανεξαρτησίας από την Ταϊβάν. Απέφυγε, ωστόσο, να δεσμευτεί για το αν οι ΗΠΑ θα υπερασπίζονταν στρατιωτικά το νησί, σε αντίθεση με σχετική δήλωση του Τζο Μπάιντεν, και υποστήριξε ότι δεν είχε αναλάβει καμία δέσμευση προς τον Σι Τζινπίνγκ για το συγκεκριμένο ζήτημα. Παράλληλα, προκάλεσε ανησυχία στην Ταϊβάν και στις ΗΠΑ αμφισβητώντας τη δυνατότητα στρατιωτικής υπεράσπισης του νησιού και εκφράζοντας επιφυλάξεις για ένα υπό εξέταση πακέτο πωλήσεων όπλων.
Η πρόταση είναι να αντικατασταθεί αυτή η ασάφεια από μια ισορροπημένη πολιτική αποτροπής και διαβεβαιώσεων. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να δηλώσει με σαφήνεια ότι αντιτίθεται σε μονομερείς προσπάθειες οποιασδήποτε πλευράς να μεταβάλει ουσιωδώς το status quo, είτε προς την ανεξαρτησία είτε προς την ενοποίηση, όπως αυτή ερμηνεύεται από τις ΗΠΑ. Αυτό θα σήμαινε ενεργότερη αντίθεση σε μια τέτοια μεταβολή και όχι απλώς τη διατύπωση ότι οι ΗΠΑ δεν υποστηρίζουν την ανεξαρτησία της Ταϊβάν.
Ως πιθανά παραδείγματα αναφέρονται μια επίσημη προσπάθεια της Ταϊπέι να υιοθετήσει πολιτική «Μίας Κίνας, μίας Ταϊβάν» ή η χρήση στρατιωτικής βίας από την Κίνα για την ενοποίηση, ακόμη και αν αυτή είχε περιορισμένη έκταση.
Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ θα πρέπει να επαναβεβαιώσει χωρίς αμφισημίες την αμερικανική πολιτική της «Μίας Κίνας» και να αντιστρέψει κινήσεις που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν το υφιστάμενο πλαίσιο. Η πρόταση περιλαμβάνει τη δέσμευση ότι οι ΗΠΑ δεν θα αναπτύξουν μάχιμες μονάδες στο νησί ούτε θα προβούν σε ενέργειες που θα υποδήλωναν στρατιωτική συμμαχία με την Ταϊπέι, ενώ η στρατιωτική βοήθεια θα επικεντρώνεται σε αμυντικές δυνατότητες.
Η Ουάσιγκτον θα πρέπει, επίσης, να δηλώσει ότι παραμένει ανοικτή σε οποιαδήποτε ειρηνική και χωρίς εξαναγκασμό διευθέτηση του ζητήματος της Ταϊβάν, εφόσον αυτή είναι αποδεκτή από τους πληθυσμούς και στις δύο πλευρές των Στενών. Στο ίδιο πλαίσιο, θα πρέπει να πιέσει την Ταϊπέι να σταματήσει να παρουσιάζει την Ταϊβάν ως ζωτικό στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο των ΗΠΑ που, κατ’ επέκταση, πρέπει να παραμείνει χωριστό από την Κίνα. Η κατοχή προηγμένων δυνατοτήτων παραγωγής ημιαγωγών δεν αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο, επαρκή λόγο για μια τέτοια προσέγγιση.
Από την κινεζική πλευρά, ο Σι Τζινπίνγκ θα πρέπει να επαναλάβει ότι η ειρηνική ενοποίηση παραμένει ο προτιμώμενος στόχος του Πεκίνου, να διευκρινίσει ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και να δηλώσει πρόθυμος να περιορίσει ουσιαστικά τη στρατιωτική δραστηριότητα γύρω από την Ταϊβάν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας αποκλιμάκωσης.
Οι δηλώσεις αυτές δεν θα εξάλειφαν τη δυσπιστία, θα δημιουργούσαν όμως πολιτικά κριτήρια για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς κάθε πλευράς και θα δοκίμαζαν την προθυμία τους να προχωρήσουν σε αμοιβαίες διαβεβαιώσεις και προσαρμογές.
Από τις πολιτικές δεσμεύσεις στην επιχειρησιακή αυτοσυγκράτηση
Οι πολιτικές διαβεβαιώσεις έχουν περιορισμένη αξία εάν δεν επηρεάζουν την πραγματική συμπεριφορά των ενόπλων δυνάμεων και των υπόλοιπων κρατικών μηχανισμών.
Στις 24 Οκτωβρίου 2023, κινεζικό μαχητικό J-11 αναχαίτισε αμερικανικό βομβαρδιστικό B-52 πάνω από τη Νότια Σινική Θάλασσα και, σύμφωνα με την αμερικανική Διοίκηση Ινδο-Ειρηνικού, πέρασε σε απόσταση περίπου τριών μέτρων από αυτό, τη νύχτα, δημιουργώντας σοβαρό κίνδυνο σύγκρουσης. Αντίστοιχα περιστατικά έχουν καταγραφεί και με συμμάχους των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το αυστραλιανό υπουργείο Άμυνας, κινεζικό ναυτικό ελικόπτερο πραγματοποίησε επικίνδυνους ελιγμούς κοντά σε αυστραλιανό ελικόπτερο πάνω από την Κίτρινη Θάλασσα στις 4 Μαρτίου 2026, αναγκάζοντας το πλήρωμά του να προβεί σε ελιγμούς αποφυγής.
Τα περιστατικά καταδεικνύουν τα όρια ενός αμερικανοκινεζικού μνημονίου του 2014 και ενός συμπληρωματικού παραρτήματος του 2015 για την ασφάλεια των αεροπορικών και ναυτικών συναντήσεων, καθώς οι κανόνες τους δεν έχουν αποτρέψει με συνέπεια τις επικίνδυνες προσεγγίσεις.
Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να προτείνει μια δοκιμαστική περίοδο 90 ημερών, μετά τις αρχικές πολιτικές διαβεβαιώσεις, κατά την οποία οι δύο στρατοί θα δεσμεύονταν αμοιβαία να αποφεύγουν επικίνδυνες αναχαιτίσεις και προσεγγίσεις. Στο διάστημα αυτό θα χρησιμοποιούσαν συστηματικά συγκεκριμένους διαύλους επικοινωνίας έκτακτης ανάγκης, θα διερευνούσαν αναφερόμενες παραβιάσεις εντός συμφωνημένου χρονικού πλαισίου και θα ενημέρωναν εκ των προτέρων για ασκήσεις μεγάλης κλίμακας και σημαντικές δοκιμές πυραύλων.
Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας θα μπορούσε να εξετάσει, χωρίς να εφαρμόσει άμεσα τα συμπεράσματα, κατά πόσο ορισμένες αποστολές αναγνώρισης κοντά στις κινεζικές ακτές θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται σε μεγαλύτερη απόσταση, με μικρότερη συχνότητα ή με διαφορετικά μέσα, χωρίς ουσιαστική απώλεια πληροφοριών.
Τα μέτρα αυτά δεν θα απαιτούσαν εγκατάλειψη της αμερικανικής αποτροπής, αλλαγή της πολιτικής της «Μίας Κίνας», περιορισμό νόμιμων στρατιωτικών επιχειρήσεων ή αποδοχή κινεζικών «κόκκινων γραμμών». Ωστόσο, η εφαρμογή περαιτέρω προσαρμογών θα εξαρτιόταν από τη συνεπή τήρηση των συμφωνημένων κανόνων από το Πεκίνο. Αν η Κίνα δεν ανταποκρινόταν, η πρωτοβουλία θα παρέμενε στο στάδιο των πολιτικών διαβεβαιώσεων, χωρίς αλλαγή της αμερικανικής στρατιωτικής στάσης.
Στο οικονομικό και τεχνολογικό πεδίο, οι δύο κυβερνήσεις θα πρέπει να διαχωρίσουν τις πραγματικές ανάγκες ασφάλειας από τον εμπορικό ανταγωνισμό. Κάθε πλευρά θα μπορούσε να εξηγεί τη λογική των σημαντικών περιορισμών σε τεχνολογίες και επενδύσεις και να διαβουλεύεται, όπου είναι εφικτό, πριν από την επιβολή νέων μέτρων. Παρά τις δυσκολίες που δημιουργούν οι τεχνολογίες διττής χρήσης, η αξιολόγησή τους θα μπορούσε να στηρίζεται σε διαφανή και αμοιβαία κατανοητά κριτήρια.
Προτείνεται, επίσης, η καθιέρωση τακτικών διαλόγων με συγκεκριμένα αποτελέσματα για τις βιομηχανικές επιδοτήσεις, τον έλεγχο των επενδύσεων, την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, την επιστημονική συνεργασία και την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και για τις κυβερνοεπιχειρήσεις και τα πυρηνικά ζητήματα. Οι συζητήσεις θα πρέπει να προσδιορίζουν τις «κόκκινες γραμμές» και τις δυνατότητες αμοιβαίων διαβεβαιώσεων. Παράλληλα, χρειάζεται να ενισχυθούν οι επίσημοι και ανεπίσημοι δίαυλοι διαχείρισης κρίσεων, ώστε να εξετάζονται τόσο οι πολιτικές και στρατιωτικές αιτίες τους όσο και οι τρόποι αντιμετώπισής τους.
Αμοιβαίοι περιορισμοί σε στρατιωτική ισχύ και τεχνολογία
Η οικονομική και τεχνολογική αντιπαράθεση καταδεικνύει γιατί οι πολιτικές διαβεβαιώσεις θα πρέπει να οδηγούν σε συγκεκριμένα μέτρα αυτοσυγκράτησης. Στις 7 Οκτωβρίου 2022, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν εκτεταμένους περιορισμούς στην πρόσβαση της Κίνας σε προηγμένα τσιπ υπολογιστών και εξοπλισμό παραγωγής ημιαγωγών, τους οποίους διεύρυναν στη συνέχεια. Το Πεκίνο απάντησε με απαιτήσεις αδειοδότησης για τις εξαγωγές υλικών που είναι κρίσιμα για την παραγωγή ημιαγωγών, την άμυνα και τις αλυσίδες εφοδιασμού μπαταριών.
Και οι δύο κυβερνήσεις επικαλέστηκαν λόγους εθνικής ασφάλειας, χωρίς όμως να καθορίσουν από κοινού τα όρια των περιορισμών, μια διαδικασία διαβούλευσης ή τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσαν να μειωθούν ή να αρθούν. Έτσι, κάθε προσπάθεια περιορισμού της ευπάθειας της μιας πλευράς ενίσχυε τα κίνητρα της άλλης για αντίποινα.
Για να αντιστραφεί αυτή η δυναμική, οι δύο χώρες θα πρέπει να περάσουν από τις προσωρινές εκεχειρίες και τις γενικές διακηρύξεις σε επαληθεύσιμους και διαρκείς περιορισμούς στις ενέργειες που θεωρούν περισσότερο αποσταθεροποιητικές.
Στον τομέα της ασφάλειας, εφόσον η Κίνα τηρήσει σταθερά τους κανόνες της δοκιμαστικής περιόδου των 90 ημερών, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να εφαρμόσει τις συστάσεις της εσωτερικής αξιολόγησης για τον περιορισμό αποστολών αναγνώρισης σε μικρή απόσταση, ιδίως όταν η πρόσθετη πληροφοριακή αξία τους είναι περιορισμένη σε σχέση με το πολιτικό κόστος και τον κίνδυνο κλιμάκωσης. Οι προσαρμογές θα πρέπει να διατηρούν τις βασικές αποτρεπτικές και πληροφοριακές δυνατότητες των ΗΠΑ και να είναι αναστρέψιμες.
Αντίστοιχα, το Πεκίνο θα πρέπει να διατηρήσει ασφαλή συμπεριφορά κατά τις αναχαιτίσεις και να μειώσει μετρήσιμα τις στρατιωτικές πιέσεις γύρω από την Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένων των συχνών διελεύσεων από τη μέση γραμμή των Στενών, των ασκήσεων περικύκλωσης και των προσομοιώσεων αποκλεισμού. Σε επόμενο στάδιο θα μπορούσαν να εξεταστούν αμοιβαίες προσκλήσεις παρατηρητών σε επιλεγμένες στρατιωτικές ασκήσεις, όπως η πολυεθνική άσκηση Rim of the Pacific, με την επιφύλαξη των ισχυουσών νομοθετικών περιορισμών. Η Κίνα θα μπορούσε να προσκαλέσει Αμερικανούς παρατηρητές σε ασκήσεις του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού.
Στην οικονομία και την τεχνολογία, οι ΗΠΑ θα πρέπει να επανεξετάσουν τους περιορισμούς στις εξαγωγές που δεν προσφέρουν επαρκή οφέλη ασφάλειας ώστε να δικαιολογούν το κόστος τους για την πολιτική παραγωγή, την έρευνα και τις επωφελείς ανταλλαγές. Ιδιαίτερη αξιολόγηση χρειάζονται οι περιορισμοί σε εξοπλισμό παραγωγής ημιαγωγών και βιοτεχνολογίας, με τα μέτρα να προσαρμόζονται σε συγκεκριμένους κινδύνους.
Η Κίνα, από την πλευρά της, θα πρέπει να περιορίσει τους πολιτικά υποκινούμενους φραγμούς στην πρόσβαση ξένων επιχειρήσεων στην αγορά της, να ενισχύσει την προστασία από την εξαναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας, να μειώσει τους ελέγχους στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών και να διασφαλίσει πιο ισότιμη μεταχείριση των ξένων εταιρειών.
Στα πυρηνικά, τον κυβερνοχώρο και την τεχνητή νοημοσύνη, οι δύο πλευρές θα πρέπει να περιορίσουν ή να τερματίσουν επιχειρήσεις που ενισχύουν τους φόβους για πυρηνική κλιμάκωση, απώλεια ανθρώπινου ελέγχου στη χρήση πυρηνικών όπλων ή επιθέσεις σε κρίσιμες πολιτικές υποδομές. Καθώς βελτιώνονται οι δυνατότητες επαλήθευσης, θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν μια επίσημη δήλωση μη παρέμβασης στον κυβερνοχώρο, η οποία θα απαγορεύει σε περίοδο ειρήνης επιθέσεις κατά συστημάτων πυρηνικής διοίκησης και ελέγχου, ηλεκτρικών δικτύων, νοσοκομείων και άλλων κρίσιμων πολιτικών υποδομών. Η συμφωνία θα πρέπει να περιλαμβάνει διαδικασίες ενημέρωσης και διαβούλευσης για περιστατικά.
Θεσμοθέτηση και επαλήθευση των δεσμεύσεων
Η συμφωνία του 2015 για τον κυβερνοχώρο δείχνει τόσο την αξία όσο και την ευθραυστότητα των θεσμοθετημένων περιορισμών. Ο Μπαράκ Ομπάμα και ο Σι Τζινπίνγκ συμφώνησαν ότι καμία κυβέρνηση δεν θα πραγματοποιεί ούτε θα υποστηρίζει εν γνώσει της κυβερνοκλοπές πνευματικής ιδιοκτησίας με σκοπό το εμπορικό όφελος. Ανεξάρτητοι ερευνητές κυβερνοασφάλειας είχαν ήδη καταγράψει μείωση των επιθέσεων που αποδίδονταν σε ομάδες με βάση την Κίνα από τα μέσα του 2014. Η βελτίωση, ωστόσο, αποδείχθηκε δύσκολο να διατηρηθεί, καθώς η εφαρμογή της συμφωνίας παρέμεινε αβέβαιη και οι ευρύτερες διμερείς σχέσεις επιδεινώθηκαν.
Το συμπέρασμα είναι ότι μια δέσμευση αποκτά διάρκεια όταν προσδιορίζει με ακρίβεια την απαγορευμένη συμπεριφορά, καθορίζει αρχική βάση σύγκρισης και αξιόπιστους τρόπους αξιολόγησης της συμμόρφωσης, προβλέπει τακτικές επανεξετάσεις και ορίζει αναλογικές συνέπειες για παραβιάσεις. Στόχος δεν είναι να καταστεί αδύνατη κάθε παραβίαση, αλλά να γίνει αρκετά ορατή ώστε η αμοιβαία αυτοσυγκράτηση να παραμένει πολιτικά βιώσιμη.
Οι μέθοδοι επαλήθευσης θα διαφέρουν ανάλογα με το πεδίο. Η επιτήρηση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, οι εμπορικές δορυφορικές εικόνες, η παρακολούθηση πλοίων και αεροσκαφών και οι συμφωνημένες ενημερώσεις για ασκήσεις μπορούν να προσφέρουν στοιχεία για τη στρατιωτική δραστηριότητα γύρω από την Ταϊβάν. Δημοσιευμένοι κανονισμοί, στοιχεία αδειοδότησης και τελωνείων, καθώς και η εμπειρία των επιχειρήσεων, μπορούν να συμβάλουν στην αξιολόγηση των περιορισμών στις εξαγωγές και των μέτρων για τα κρίσιμα ορυκτά.
Επειδή η απόδοση ευθύνης για κυβερνοεπιθέσεις είναι δυσκολότερη, οι αρχικές συμφωνίες θα πρέπει να εστιάσουν στη διαβούλευση για περιστατικά, στην προστασία σαφώς καθορισμένων υποδομών και στην εξέταση επαναλαμβανόμενων μοτίβων συμπεριφοράς. Η αξιολόγηση θα μπορούσε να βασίζεται σε δεδομένα των προηγούμενων 12 μηνών, σε διαρκή συμμόρφωση σε διαδοχικές περιόδους ελέγχου και σε εκτιμήσεις αρμόδιων διυπηρεσιακών μηχανισμών, με συμμετοχή των αμερικανικών συμμάχων όπου είναι δυνατόν. Αντίστοιχη διαδικασία θα πρέπει να υπάρχει και στην κινεζική πλευρά.
Εφόσον αυξηθεί η εμπιστοσύνη και υποχωρήσουν οι εντάσεις, οι δύο κυβερνήσεις θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε παράλληλους περιορισμούς για ιδιαίτερα αποσταθεροποιητικές στρατιωτικές δυνατότητες. Σε αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται ορισμένες αναπτύξεις πυραύλων μέσου βεληνεκούς, επιθετικά αντιδορυφορικά συστήματα, μεγάλες συγκεντρώσεις πυραυλικών δυνάμεων απέναντι από την Ταϊβάν και η αμερικανική αμυντική βοήθεια προς το νησί. Κάθε αμερικανική προσαρμογή, πάντως, θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο εφόσον έχει προηγηθεί ουσιαστική και επαληθεύσιμη κινεζική αυτοσυγκράτηση.
Μια διμερής συμφωνία για την οικονομική ασφάλεια θα μπορούσε να ορίζει ποιες τεχνολογίες υπόκεινται σε περιορισμούς, να προβλέπει διαβουλεύσεις πριν από σημαντικές νέες απαγορεύσεις και να θεσπίζει τακτική επανεξέταση των ελέγχων στις εξαγωγές, των κυρώσεων, των δασμών, του ελέγχου επενδύσεων και των πολιτικών για τα κρίσιμα ορυκτά. Κάθε μέτρο θα πρέπει να συνοδεύεται από σαφή στόχο, κριτήρια επιτυχίας και προϋποθέσεις άρσης ή ενίσχυσης.
Σε αυτό το στάδιο θα μπορούσαν να συναφθούν επίσημες συμφωνίες για τον κυβερνοχώρο και την τεχνητή νοημοσύνη, με αξιόπιστους μηχανισμούς διαβούλευσης και προστασία κρίσιμων πολιτικών υποδομών και συστημάτων πυρηνικής διοίκησης και ελέγχου. Παράλληλα, οι δύο χώρες θα πρέπει να αποκαταστήσουν τις αμοιβαία επωφελείς επιστημονικές, εκπαιδευτικές και τεχνολογικές ανταλλαγές, προστατεύοντάς τες από τις βραχυπρόθεσμες πολιτικές διακυμάνσεις.
Ο ρόλος των συμμάχων και του αμερικανικού Κογκρέσου
Η μετάβαση σε ένα πλαίσιο στρατηγικής σταθερότητας απαιτεί διαβουλεύσεις με τους συμμάχους και τους βασικούς εταίρους των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της Ταϊβάν. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να εξηγήσει γιατί επιδιώκει να εγκαταλείψει τον ανοικτού ορίζοντα ανταγωνισμό υπέρ μιας σχέσης με σαφείς συμφωνίες και αμοιβαία οφέλη, διευκρινίζοντας ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν θα υπονομεύσουν την ασφάλεια τρίτων χωρών. Αντιθέτως, μια σταθερότερη σχέση μεταξύ των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων θα μπορούσε να ενισχύσει την ασφάλεια σε ολόκληρη την περιοχή.
Απαραίτητη θεωρείται και η έγκαιρη ενημέρωση του Κογκρέσου. Η εκτελεστική εξουσία θα μπορούσε να ξεκινήσει τη δοκιμαστική περίοδο για την ασφάλεια των στρατιωτικών συναντήσεων στο πλαίσιο των υφιστάμενων αρμοδιοτήτων της. Μεταγενέστερα μέτρα, όμως, ιδίως όσα αφορούν νομοθετικά κατοχυρωμένους οικονομικούς περιορισμούς ή την αμερικανική πολιτική πωλήσεων όπλων προς την Ταϊβάν, δεν θα πρέπει να επιβληθούν αποκλειστικά με εκτελεστικές αποφάσεις. Η διαρκής διαβούλευση θα μπορούσε να καταστήσει τις συμφωνίες πολιτικά πιο ανθεκτικές και να περιορίσει τον κίνδυνο κατάρρευσής τους μετά από αλλαγή κυβέρνησης.
Η πιθανότητα αμοιβαίων στρατιωτικών περιορισμών γύρω από την Ταϊβάν ενδέχεται να προκαλέσει ερωτήματα σε σχέση με τις Έξι Διαβεβαιώσεις προς την Ταϊβάν και τον Νόμο περί Σχέσεων με την Ταϊβάν. Ωστόσο, το άρθρο επισημαίνει ότι ο νόμος αποτελεί δεσμευτικό νομικό πλαίσιο, ενώ οι Έξι Διαβεβαιώσεις συνιστούν πολιτικές δεσμεύσεις που δεν έχουν την ίδια νομική ισχύ. Κανένα από τα δύο δεν αποκλείει αυτομάτως εθελοντικές συνεννοήσεις ΗΠΑ–Κίνας για τη μείωση της στρατιωτικής έντασης.
Ο Νόμος περί Σχέσεων με την Ταϊβάν προβλέπει ότι τα αμυντικά μέσα και οι υπηρεσίες που παρέχονται στο νησί πρέπει να επαρκούν για τη διατήρηση της ικανότητάς του να αυτοαμύνεται. Η φύση και η ποσότητά τους καθορίζονται από τον πρόεδρο και το Κογκρέσο βάσει της δικής τους αξιολόγησης των αμυντικών αναγκών της Ταϊβάν, με προβλεπόμενη συμμετοχή των αμερικανικών στρατιωτικών αρχών.
Με βάση αυτήν τη διατύπωση, μια επαληθευμένη μείωση της κινεζικής απειλής, στο πλαίσιο μιας αμοιβαίας διαδικασίας αποκλιμάκωσης, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναθεώρηση των αμυντικών αναγκών της Ταϊβάν και, κατ’ επέκταση, σε ανεξάρτητα καθορισμένες προσαρμογές της αμερικανικής βοήθειας.
Οι Έξι Διαβεβαιώσεις αναφέρουν ότι οι ΗΠΑ «δεν έχουν συμφωνήσει να διαβουλεύονται με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας για τις πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν». Σύμφωνα με το άρθρο, η διατύπωση αυτή δεν απαγορεύει ρητά μελλοντικές συνεννοήσεις. Επιπλέον, διπλωματικά τηλεγραφήματα του 1982 συνέδεαν πιθανές μειώσεις στις πωλήσεις όπλων με τη συνέχιση της ειρηνικής συμπεριφοράς της Κίνας, διατηρώντας ως βασικό κριτήριο τις αμυντικές ανάγκες της Ταϊβάν.
Οποιαδήποτε αλλαγή, επομένως, θα πρέπει να αποτελεί ανεξάρτητη και αναστρέψιμη αμερικανική απόφαση ως απάντηση σε επαληθευμένη κινεζική αυτοσυγκράτηση, χωρίς να καθιερώνονται προηγούμενες διαβουλεύσεις με το Πεκίνο για συγκεκριμένες πωλήσεις όπλων ή να του παρέχεται έλεγχος επί της άμυνας της Ταϊβάν.
Η στρατηγική σταθερότητα ως εναλλακτική στην επιδίωξη κυριαρχίας
Η εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα δεν προϋποθέτει τυφλή εμπιστοσύνη στην Κίνα, εγκατάλειψη της αποτροπής ή αποδοχή μιας κινεζικής σφαίρας επιρροής. Στόχος είναι να ενταχθούν ο ανταγωνισμός και η αποτροπή σε ένα πολιτικό πλαίσιο που θα επιτρέπει τη δοκιμή περιορισμένων διαβεβαιώσεων, την επίτευξη αμοιβαίας αυτοσυγκράτησης και τη διαμόρφωση δεσμευτικών συμφωνιών.
Εάν το Πεκίνο αρνηθεί να ανταποκριθεί με ουσιαστικά μέτρα, οι ΗΠΑ θα έχουν περιορίσει το κόστος τους μέσω χαμηλού κόστους και αναστρέψιμων πρωτοβουλιών, αποκτώντας παράλληλα σαφέστερη εικόνα για τις προθέσεις της κινεζικής ηγεσίας. Εάν, αντίθετα, η Κίνα ανταποκριθεί, θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για βαθύτερη συνεργασία και μεγαλύτερα βήματα αποκλιμάκωσης.
Η διαδικασία απαιτεί σταθερή πολιτική ηγεσία και στις δύο χώρες και, όσο είναι δυνατόν, τη στήριξη των αμερικανικών συμμάχων. Καμία από τις δύο δυνάμεις δεν μπορεί να δημιουργήσει μονομερώς μια σταθερή σχέση. Θα πρέπει να αποδείξουν με επαναλαμβανόμενες πράξεις ότι μπορούν να προστατεύουν τα ζωτικά τους συμφέροντα, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι και η άλλη πλευρά έχει συμφέροντα που απαιτούν πολιτικές προσαρμογές.
Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι αν οι ΗΠΑ θα ανταγωνίζονται την Κίνα. Η αντιπαλότητα είναι αναπόφευκτη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα εξελιχθεί σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο αγώνα για κυριαρχία ή αν θα ενταχθεί σε μια ευρύτερη στρατηγική που επιδιώκει μακροπρόθεσμη ειρήνη και αμοιβαίο όφελος. Η απάντηση θα επηρεάσει όχι μόνο την πορεία του αμερικανοκινεζικού ανταγωνισμού, αλλά και τη δυνατότητα των δύο ισχυρότερων χωρών του κόσμου να συνυπάρξουν με σταθερούς όρους.
www.worldenergynews.gr






