AD

Οι Κινέζοι κατασκευαστές ηλιακών προειδοποιούν ότι η αύξηση της ζήτησης δεν θα λύσει το πρόβλημα υπερπροσφοράς

Οι Κινέζοι κατασκευαστές ηλιακών προειδοποιούν ότι η αύξηση της ζήτησης δεν θα λύσει το πρόβλημα υπερπροσφοράς
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Morningstar, το 2025 τα κινεζικά εργοστάσια φωτοβολταϊκών διέθεταν δυναμικότητα σχεδόν διπλάσια από την προβλεπόμενη παγκόσμια ζήτηση, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η επίδραση του πολέμου στο Ιράν 
Οι Κινέζοι κατασκευαστές φωτοβολταϊκών εκτιμούν ότι τυχόν ενίσχυση της παγκόσμιας ζήτησης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εξαιτίας του σοκ στην προσφορά πετρελαίου που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν, δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει την υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα του κλάδου, διατηρώντας έντονες τις ανησυχίες για την επιβίωση πολλών εταιρειών.
 
Οι μετοχές κινεζικών εταιρειών πράσινης ενέργειας κατέγραψαν άνοδο άνω του 10% φτάνοντας σε υψηλά σχεδόν πενταετίας μετά την έναρξη των επιθέσεων ΗΠΑ–Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου, πριν περιορίσουν μέρος των κερδών τους.
 
Η σύγκρουση έχει ωθήσει τις τιμές του πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια ανά βαρέλι και απειλεί την παγκόσμια οικονομία, αναγκάζοντας κυβερνήσεις να επανεξετάσουν τον ρόλο των ορυκτών καυσίμων στο ενεργειακό μείγμα, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι οι αγορές προεξοφλούν αύξηση της ζήτησης για κινεζικά φωτοβολταϊκά και άλλα προϊόντα καθαρής ενέργειας, οι ίδιοι οι παραγωγοί εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί.
 
Ο κλάδος της ηλιακής ενέργειας θεωρείται από τους πλέον πληγέντες από το φαινόμενο της υπερπροσφοράς, ένα διαρθρωτικό πρόβλημα της κινεζικής οικονομίας που έχει συμβάλει σε ιστορικά υψηλό εμπορικό πλεόνασμα, αλλά ταυτόχρονα έχει συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους των κατασκευαστών και έχει εντείνει τις διεθνείς εμπορικές εντάσεις.
 
Όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, οι τιμές ενδέχεται να αυξηθούν ελαφρώς ή η παγκόσμια ζήτηση να ενισχυθεί περιορισμένα, χωρίς όμως ουσιαστική επίδραση στη συνολική ισορροπία προσφοράς και ζήτησης, με την υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα να παραμένει ενεργή, χωρίς να έχει αποσυρθεί από την αγορά.
 
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Morningstar, το 2025 τα κινεζικά εργοστάσια φωτοβολταϊκών διέθεταν δυναμικότητα σχεδόν διπλάσια από την προβλεπόμενη παγκόσμια ζήτηση, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η επίδραση του πολέμου στο Ιράν.
 
Μάλιστα, τμήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας συνέχισαν να επεκτείνουν την παραγωγική τους ικανότητα το προηγούμενο έτος, παρά τις προσπάθειες περιορισμού της, με τη δυναμικότητα σε πολυπυρίτιο, wafers και κυψέλες να αυξάνεται κατά 9%, 11% και 7% αντίστοιχα σε σχέση με το 2024, ενώ μόνο η παραγωγή modules κατέγραψε πτώση 5%.
 
Παράγοντες της αγοράς τονίζουν ότι η υπερπροσφορά παραμένει ιδιαίτερα έντονη και δεν πρόκειται να εξαλειφθεί βραχυπρόθεσμα, με τον κλάδο να βρίσκεται υπό ισχυρή πίεση.
 
Στελέχη κινεζικών εταιρειών αναφέρουν επίσης ότι δεν έχουν διαπιστώσει αύξηση της ζήτησης μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, αποδίδοντας την εξέλιξη αυτή στο γεγονός ότι οι αγοραστές είχαν ήδη επιταχύνει τις παραγγελίες τους πριν από την κατάργηση των φορολογικών επιστροφών στις εξαγωγές του κλάδου από την 1η Απριλίου, μέτρο που υιοθέτησε το Πεκίνο για τον περιορισμό της παραγωγικής ικανότητας.
 
Όπως επισημαίνεται, πολλές εταιρείες είχαν ήδη αποστείλει μεγάλο μέρος των προβλεπόμενων πωλήσεων του δεύτερου τριμήνου σε αποθήκες του εξωτερικού πριν από την αλλαγή πολιτικής, με αποτέλεσμα η αγορά να βρίσκεται σήμερα σε φάση χαμηλής δραστηριότητας.
 
Ένας ακόμη λόγος επιφυλακτικότητας είναι η αβεβαιότητα ως προς το πού θα μπορούσε να προέλθει ενδεχόμενη αύξηση της ζήτησης, δεδομένου ότι περίπου το 70% των νέων εγκαταστάσεων φωτοβολταϊκών παγκοσμίως πραγματοποιήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα το προηγούμενο έτος.
 
Οι δασμοί και άλλοι περιορισμοί εξακολουθούν να εμποδίζουν σημαντικές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το Πεκίνο εξετάζει επιπλέον περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένου εξοπλισμού κατασκευής φωτοβολταϊκών προς την αμερικανική αγορά, κίνηση που ενδέχεται να κλιμακώσει περαιτέρω τις εμπορικές εντάσεις.
 
Στην Κίνα, η ζήτηση αναμένεται να υποχωρήσει μετά τις περσινές μεταρρυθμίσεις στην τιμολόγηση της ανανεώσιμης ενέργειας, οι οποίες εισήγαγαν μηχανισμό δημοπρασιών και κατάργησαν τις εγγυημένες αποδόσεις σε σχέση με τις τιμές του άνθρακα.
 
Αυτό αφήνει την Ευρώπη ως πιθανό μοχλό ανάπτυξης, ωστόσο οι αναλυτές δεν προβλέπουν επανάληψη της έκρηξης εγκαταστάσεων φωτοβολταϊκών που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, όταν οι τιμές φυσικού αερίου είχαν εκτιναχθεί σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από ό,τι σήμερα.
 
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η επίδραση της τρέχουσας κρίσης στις τιμές του φυσικού αερίου είναι σαφώς πιο ήπια, γεγονός που περιορίζει και την ώθηση προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
 
Όπως καταλήγουν, ο πόλεμος στο Ιράν αναμένεται να έχει μόνο οριακά θετική επίδραση στη διεθνή ζήτηση για ηλιακή ενέργεια, χωρίς να διαφαίνεται σημαντική αύξηση στο άμεσο μέλλον.
 
www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης