AD

Aurora: Μπαταρίες 4–5 GW στην Ελλάδα έως το 2030 – Οι αποδόσεις, τα εμπόδια και οι όροι για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων

Aurora: Μπαταρίες 4–5 GW στην Ελλάδα έως το 2030 – Οι αποδόσεις, τα εμπόδια και οι όροι για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων
Στο ενδεικτικό σενάριο της Aurora για αυτόνομη μπαταρία διάρκειας δύο ωρών, με έναρξη λειτουργίας το 2027 και 1,5 κύκλο φόρτισης και εκφόρτισης ημερησίως, ο εσωτερικός βαθμός απόδοσης της επένδυσης διαμορφώνεται από 9% έως κάτω του 12%- Για τα συνδυασμένα έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης παρουσιάστηκαν αποδόσεις πάνω από το επίπεδο του 11%

Εγκατεστημένη ισχύ μπαταριών 4–5 GW στην Ελλάδα έως το 2030 προβλέπει η Aurora Energy Research, εκτιμώντας ότι οι περιορισμοί στις συνδέσεις με το δίκτυο και οι δυσκολίες χρηματοδότησης θα καθορίσουν πόσο από το μεγάλο επενδυτικό ενδιαφέρον θα μετατραπεί σε λειτουργικά έργα.

Παρότι οι διαφορετικές διαδρομές ανάπτυξης της αποθήκευσης που παρουσιάστηκαν μπορούν δυνητικά να οδηγήσουν σε περίπου 6,8 GW, η εκτίμηση της εταιρείας είναι πιο συγκρατημένη, καθώς η εξασφάλιση ηλεκτρικού χώρου αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα: για να προχωρήσει μια επένδυση χρειάζονται έσοδα που να στηρίζουν τόσο την απόδοσή της όσο και την αποπληρωμή του δανεισμού.

Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα του κοινού webinar της Aurora και της δικηγορικής εταιρείας KLC, στο οποίο εξετάστηκαν οι προοπτικές της ελληνικής αγοράς αποθήκευσης, οι πηγές εσόδων των μπαταριών και οι συμβατικές προϋποθέσεις για τη χρηματοδότησή τους. Η εικόνα που παρουσίασαν οι ομιλητές είναι μιας αγοράς με αξιόλογες επενδυτικές δυνατότητες, η οποία όμως περνά από τα πρώτα επιδοτούμενα έργα σε ένα πολύ πιο απαιτητικό περιβάλλον εμπορικής λειτουργίας.

Στο ενδεικτικό σενάριο της Aurora για αυτόνομη μπαταρία διάρκειας δύο ωρών, με έναρξη λειτουργίας το 2027 και 1,5 κύκλο φόρτισης και εκφόρτισης ημερησίως, ο εσωτερικός βαθμός απόδοσης της επένδυσης διαμορφώνεται από 9% έως κάτω του 12%. Για τα συνδυασμένα έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης παρουσιάστηκαν αποδόσεις πάνω από το επίπεδο του 11%, με την επισήμανση ότι το αποτέλεσμα μεταβάλλεται ανάλογα με τη διαμόρφωση της εγκατάστασης, τη διάρκεια αποθήκευσης, το έτος εισόδου στην αγορά και τον τρόπο λειτουργίας της.

Οι αποδόσεις αυτές, ωστόσο, δεν αρκούν από μόνες τους για να εξασφαλίσουν τραπεζικό δανεισμό. Όπως υπογράμμισε η KLC, το κρίσιμο ερώτημα για τις τράπεζες είναι εάν τα έσοδα είναι αρκετά προβλέψιμα και οι εξασφαλίσεις επαρκείς, ώστε το έργο να μπορεί να χρηματοδοτηθεί.

Τι ζητούν οι τράπεζες

Σύμφωνα με την εμπειρία που μετέφερε η δικηγορική εταιρεία, οι ελληνικές τράπεζες εξετάζουν τις επενδύσεις αποθήκευσης με λογική χρηματοδότησης έργου, διατηρώντας όμως ιδιαίτερη έμφαση στην πιστοληπτική εικόνα του επενδυτή και στην υποστήριξη από τους μετόχους. Επειδή η αγορά βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, οι απαιτήσεις αυτές μπορεί να είναι πιο συντηρητικές από εκείνες ώριμων επενδύσεων ΑΠΕ.

Οι χρηματοδότες ζητούν ένα ελάχιστο επίπεδο προβλέψιμων εσόδων για την εξυπηρέτηση του δανεισμού και εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε επιχειρηματικά σχέδια που εξαρτώνται από υπό προϋποθέσεις υψηλές απολαβές. Γι’ αυτό η KLC υπογράμμισε ότι οι τράπεζες χρειάζεται να συμμετέχουν νωρίς στη διαδικασία διαμόρφωσης των συμβάσεων. Η καθυστερημένη εμπλοκή τους μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή όρων που έχουν ήδη συμφωνηθεί.

Στο επίκεντρο της διαπραγμάτευσης βρίσκεται η κατανομή των τεχνικών και εμπορικών κινδύνων. Ο αντισυμβαλλόμενος που αξιοποιεί τη μπαταρία επιδιώκει δυνατότητα μείωσης της αμοιβής όταν η διαθεσιμότητα ή η απόδοσή της υπολείπεται των συμφωνημένων επιπέδων. Ο ιδιοκτήτης και η τράπεζα, από την άλλη, χρειάζονται σαφή όρια σε αυτές τις προσαρμογές, ώστε να μην υπονομεύεται η προβλεψιμότητα των εσόδων.

Ταυτόχρονα, ο ιδιοκτήτης πρέπει να προστατεύεται από υπερβολικά εντατική χρήση που επιταχύνει τη φθορά της μπαταρίας. Οι όροι λειτουργίας, οι εγγυήσεις του κατασκευαστή και οι υποχρεώσεις του φορέα εμπορικής διαχείρισης χρειάζεται να συμφωνούν μεταξύ τους, ώστε να είναι σαφές ποιος αναλαμβάνει το κόστος όταν η πραγματική απόδοση αποκλίνει από την προβλεπόμενη.

Ανάλογη συνοχή απαιτείται ανάμεσα στη σύμβαση εμπορικής αξιοποίησης, στις συμβάσεις κατασκευής και συντήρησης, στην ασφαλιστική κάλυψη και στους όρους του δανεισμού. Οι τράπεζες εξετάζουν επίσης προσεκτικά τις δυνατότητες καταγγελίας, τις περιόδους αποκατάστασης παραβάσεων και τα δικαιώματα παρέμβασής τους, ώστε μια διαφωνία να μην προκαλεί αιφνίδια διακοπή της λειτουργίας και των εσόδων.

Τι εμποδίζει τα έργα αποθήκευσης να υλοποιηθούν

Το άθροισμα των δυνατοτήτων για έργα αποθήκευσης προσεγγίζει τα 6,83 GW, αλλά η Aurora εκτιμά ότι οι πραγματικοί περιορισμοί ανάπτυξης οδηγούν σε χαμηλότερη εγκατεστημένη ισχύ στο τέλος της δεκαετίας.

Η  πρόσβαση στο δίκτυο παραμένει βασικό εμπόδιο, σε συνδυασμό με τις αυστηρές προθεσμίες υλοποίησης. Στην παρουσίαση της KLC για το καθεστώς προτεραιότητας των αυτόνομων μπαταριών αναφέρθηκαν όρια συγκέντρωσης ισχύος, δεσμευτικές διμερείς συμφωνίες ελάχιστης διάρκειας οκτώ ετών και υποχρέωση δήλωσης ετοιμότητας εντός 18 μηνών από την αποδοχή της οριστικής προσφοράς σύνδεσης. Η KLC επισήμανε επίσης ότι, έως το 2029, ισχύει όριο αντισυγκέντρωσης 500 MW στην εκπροσώπηση μπαταριών, το οποίο περιορίζει τη συνολική ισχύ ιδιόκτητων έργων και έργων τρίτων που μπορεί να διαχειρίζεται στην αγορά ο ίδιος φορέας

Οι απαιτήσεις αυτές καθιστούν κρίσιμο τον συντονισμό αδειοδοτήσεων, προμήθειας εξοπλισμού, κατασκευής και χρηματοδότησης. Κατά την KLC, η μέχρι σήμερα εμπειρία από καθαρά εμπορικά έργα παραμένει περιορισμένη, με αποτέλεσμα οι συμβάσεις να αξιοποιούν σε μεγάλο βαθμό το υπόδειγμα των PPAs των ΑΠΕ, προσαρμοσμένο όμως στις ιδιαίτερες ανάγκες των μπαταριών.

Για την επόμενη φάση ανάπτυξης της ελληνικής αποθήκευσης, το ζητούμενο είναι επομένως η μετατροπή των ευκαιριών της αγοράς σε χρηματοδοτήσιμα έργα: με ρεαλιστικές προβλέψεις εσόδων, εξασφαλισμένη σύνδεση, αξιόπιστες τεχνικές εγγυήσεις και συμβάσεις που ορίζουν με σαφήνεια ποιος αναλαμβάνει κάθε κίνδυνο.

Στο επίκεντρο μπαίνει ο τρόπος που οι μπαταρίες θα έχουν έσοδα στο μέλλον. Η ανάλυση της Aurora δείχνει ότι ο βασικός οικονομικός τους ρόλος θα είναι η αξιοποίηση των διαφορών τιμών: η αγορά ενέργειας όταν είναι φθηνή και η πώλησή της όταν οι τιμές ανεβαίνουν.

Στο παράδειγμα της αυτόνομης δίωρης μπαταρίας με έναρξη λειτουργίας το 2027, περίπου το 70% των συνολικών εσόδων σε όλη τη διάρκεια ζωής του έργου προέρχεται από το ενεργειακό arbitrage στις χονδρεμπορικές αγορές και στις αγορές ενέργειας εξισορρόπησης. Το υπόλοιπο περίπου 30% συνδέεται με την παροχή ισχύος εξισορρόπησης και υπηρεσιών εφεδρείας.

Σύμφωνα με τους αναλυτές της  Aurora   η Αγορά Επόμενης Ημέρας και η Ενδοημερήσια Αγορά μπορούν, μαζί, να συνεισφέρουν περισσότερο από το 65% των συνολικών εσόδων ζωής ενός αυτόνομου έργου και το υπόλοιπο η Αγορά Εξισορρόπησης.

Η διάκριση έχει σημασία, διότι η Αγορά Επόμενης Ημέρας προσφέρει μεγαλύτερο πεδίο δραστηριοποίησης, ενώ οι αγορές εφεδρειών είναι μικρότερες και μπορούν να δεχθούν ισχυρότερη πίεση καθώς αυξάνονται οι διαθέσιμες μπαταρίες. Επομένως, ένα επενδυτικό σχέδιο που στηρίζεται υπερβολικά στα σημερινά έσοδα μιας περιορισμένης αγοράς υπηρεσιών κινδυνεύει να υπερεκτιμήσει τη μακροπρόθεσμη κερδοφορία του.

Αυτός είναι και ο μηχανισμός του «κανιβαλισμού» των εσόδων που περιέγραψαν οι αναλυτές. Όσο περισσότερες μπαταρίες εισέρχονται στο σύστημα, τόσο εντείνεται ο ανταγωνισμός για τις ίδιες ευκαιρίες. Στις αγορές ισχύος εξισορρόπησης η αύξηση της προσφοράς μπορεί να συμπιέσει τις αμοιβές, ενώ στις αγορές ενέργειας η φόρτιση στις φθηνές ώρες και η εκφόρτιση στις ακριβές περιορίζουν σταδιακά τη διαφορά τιμών από την οποία κερδίζουν οι ίδιες οι εγκαταστάσεις.

Η Aurora προβλέπει υποχώρηση των ημερήσιων διαφορών τιμών στα επόμενα χρόνια, χωρίς όμως να θεωρεί ότι οι ευκαιρίες arbitrage εξαφανίζονται. Στη σχετική παρουσίαση, τα μέσα ημερήσια spreads της Αγοράς Επόμενης Ημέρας (διαφορές μεταξύ ακριβών και φθηνών ωρών ) αναμένεται να κινούνται περίπου στα 50–60 ευρώ/MWh μετά το 2035, στο περιβάλλον υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ και αποθήκευσης που εξετάζει το μοντέλο της. 

Ποια έργα αποθήκευσης προγραμματίζονται

Η αφετηρία της αγοράς βρίσκεται στα έργα που εξασφάλισαν ενίσχυση μέσω των τριών διαγωνισμών αποθήκευσης. Σύμφωνα με την παρουσίαση, πρόκειται για συνολικά 900 MW, εκ των οποίων 711 MW αφορούν μπαταρίες δύο ωρών και 189 MW συστήματα τεσσάρων ωρών. Οι πρώτες εγκαταστάσεις τέθηκαν σε λειτουργία τον Απρίλιο του 2026, ενώ στη σχετική διαφάνεια αναφέρονταν περίπου 400 MW ήδη σε λειτουργία και αναμενόταν η ενεργοποίηση της υπόλοιπης ισχύος εντός του έτους. Συνολικά, η Aurora τοποθετεί την εγκατεστημένη ισχύ μπαταριών για το 2026 κοντά στο 1 GW.

Το επόμενο και μεγαλύτερο κύμα ανάπτυξης αναμένεται να προέλθει από έργα χωρίς επιδότηση, τα οποία θα αντλούν έσοδα από την αγορά και, όπου είναι εφικτό, από διμερείς συμβάσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται το καθεστώς προτεραιότητας σύνδεσης για 4,7 GW αυτόνομων μπαταριών, με 3,8 GW στο σύστημα μεταφοράς και 900 MW στο δίκτυο διανομής.

Το ενδιαφέρον υπερκαλύπτει κατά πολύ αυτό το περιθώριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, υποβλήθηκαν αιτήσεις συνολικής ισχύος 12,15 GW, από τις οποίες 10 GW στον ΑΔΜΗΕ και 2,15 GW στον ΔΕΔΔΗΕ. Κατά τον χρόνο του webinar οι αιτήσεις βρίσκονταν υπό αξιολόγηση, γεγονός που σημαίνει ότι η ισχύς αυτή αποτυπώνει επενδυτικό ενδιαφέρον και όχι εξασφαλισμένη ανάπτυξη.

Στις υπόλοιπες διαδρομές περιλαμβάνονται περίπου 333 MW αποθήκευσης σε επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με φωτοβολταϊκά, καθώς και περίπου 900 MW μέσω ταχύτερων αδειοδοτικών διαδικασιών και άλλων σχημάτων, μεταξύ των οποίων η μετατροπή εγκαταστάσεων συμβατικών καυσίμων σε μονάδες αποθήκευσης.  

Συνδυασμένα έργα ΑΠΕ και μπαταριών

Στα συνδυασμένα έργα ΑΠΕ και μπαταριών, η Aurora εντοπίζει πρόσθετα περιθώρια απόδοσης, καθώς η κοινή ανάπτυξη επιτρέπει εξοικονόμηση τόσο στο αρχικό επενδυτικό κόστος όσο και στις λειτουργικές δαπάνες. Οι εγκαταστάσεις μπορούν να μοιράζονται υποδομές και επιμέρους εξοπλισμό, ενώ η μπαταρία προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στη διάθεση της ανανεώσιμης παραγωγής.

Για ένα φωτοβολταϊκό, αυτό σημαίνει ότι μέρος της παραγωγής μπορεί να αποθηκεύεται τις ώρες της μεγάλης ηλιοφάνειας και να πωλείται αργότερα, όταν η ενέργεια έχει μεγαλύτερη αξία. Παράλληλα, η μπαταρία μπορεί να αξιοποιεί τις πρόσθετες δυνατότητες συμμετοχής στις αγορές εξισορρόπησης, δημιουργώντας περισσότερες πηγές εσόδων για το συνολικό έργο.

Ωστόσο, η οικονομική εικόνα επηρεάζεται ουσιαστικά από τους περιορισμούς έγχυσης. Στην ενότητα ερωτήσεων και απαντήσεων, η Aurora ανέφερε ότι, σε συγκεκριμένο παράδειγμα φωτοβολταϊκού με δίωρη μπαταρία, η εφαρμογή των περιορισμών μείωσε τα συνολικά έσοδα ζωής του έργου κατά περίπου 15–16%.

Οι αναλυτές διευκρίνισαν ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται από τη διαμόρφωση κάθε εγκατάστασης. Οι περιορισμοί αλλάζουν το πρόγραμμα λειτουργίας και μπορεί να υποχρεώνουν το έργο να αποθηκεύει μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας αντί να την εγχέει απευθείας στο δίκτυο. Επομένως, οι προβλέψεις εσόδων χρειάζεται να ενσωματώνουν τους πραγματικούς όρους σύνδεσης και λειτουργίας.

Εργαλεία για σταθεροποίηση των ταμειακών ροών

Απέναντι στη μεταβλητότητα της αγοράς, η Aurora παρουσίασε μια σειρά εργαλείων για τη σταθεροποίηση των ταμειακών ροών. Κεντρική θέση έχουν τα tolling agreements, μέσω των οποίων ο ιδιοκτήτης παραχωρεί συμβατικά την εμπορική αξιοποίηση της μπαταρίας σε έναν αντισυμβαλλόμενο, συνήθως εταιρεία εμπορίας ή ενεργειακή επιχείρηση, έναντι συμφωνημένης αμοιβής.

Με αυτή τη δομή, ο ιδιοκτήτης αποκτά μεγαλύτερη ορατότητα εσόδων, ενώ ο αντισυμβαλλόμενος αναλαμβάνει τον κίνδυνο και την ευκαιρία από την αξιοποίηση της εγκατάστασης στις αγορές. Στα ευρωπαϊκά παραδείγματα που παρουσιάστηκαν, οι συμβάσεις είχαν διάρκεια από δύο έως δέκα χρόνια και αφορούσαν αγορές όπως η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ολλανδία.

Η σημασία της συμβασιοποίησης αποτυπώνεται και στο κόστος κεφαλαίου. Σε ενδεικτικό μοντέλο επταετούς tolling agreement, η Aurora χρησιμοποίησε παραδοχή κόστους κεφαλαίου 8% για την περίοδο των συμβασιοποιημένων εσόδων, έναντι 11,5% για την περίοδο που ακολουθεί, όταν το έργο εκτίθεται στην αγορά. Η ελάχιστη οικονομικά αποδεκτή αμοιβή υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη το αρχικό κόστος, τις λειτουργικές δαπάνες, τη μελλοντική ανανέωση του εξοπλισμού και τα αναμενόμενα έσοδα μετά τη λήξη της σύμβασης.

Μια δεύτερη δυνατότητα είναι τα day-ahead spread swaps, χρηματοοικονομικές συμφωνίες που επιτρέπουν τη σταθεροποίηση της αξίας του arbitrage στην Αγορά Επόμενης Ημέρας μέσω εκκαθάρισης έναντι ενός συμφωνημένου spread. Για τα συνδυασμένα έργα, τα υβριδικά PPAs μπορούν επίσης να εξασφαλίζουν μέρος των εσόδων της παραγωγής και της αποθήκευσης.

Παρουσιάστηκε ακόμη η δυνητική συμβολή ενός μηχανισμού αμοιβής ισχύος, με τη ρητή διευκρίνιση ότι, κατά τον χρόνο του webinar, δεν λειτουργούσε τέτοιος μηχανισμός στην Ελλάδα. Συνεπώς, οι σχετικές πληρωμές εξετάστηκαν ως πιθανή μελλοντική πηγή εσόδων.

Η KLC συμπλήρωσε ότι ανάμεσα στην πλήρη έκθεση στην αγορά και στο σταθερό tolling υπάρχουν ενδιάμεσες επιλογές, όπως οι συμβάσεις με ελάχιστο εγγυημένο έσοδο και συμμετοχή στα πρόσθετα κέρδη. Η κατάλληλη δομή εξαρτάται από το πόσο κίνδυνο θέλει να αναλάβει κάθε πλευρά, αλλά και από τις απαιτήσεις των χρηματοδοτών.

www.worldenergynews.gr



Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης