Η T&E προτείνει επιτάχυνση των συνδέσεων στο δίκτυο, ευέλικτες λύσεις αποθήκευσης και φόρτισης και προτεραιότητα σε στρατηγικές υποδομές ενόψει των στόχων εξηλεκτρισμού έως το 2030
Φανταστείτε ότι αγοράζετε ένα ηλεκτρικό βαν για την επιχείρησή σας και στη συνέχεια ανακαλύπτετε ότι το καλώδιο που θα το συνδέσει με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας δεν πρόκειται να εγκατασταθεί για άλλα δέκα χρόνια.
Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα τα ευρωπαϊκά λιμάνια και αεροδρόμια. Οι Βρυξέλλες τούς έχουν επιβάλει, μέσω νομοθεσίας, να προχωρήσουν στην ηλεκτροδότηση, όμως το δίκτυο πρέπει να ακολουθήσει.
Παρότι η ΕΕ έχει μειώσει τις συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 30% από το 1990, οι εκπομπές από τη διεθνή αεροπορία και τη ναυτιλία έχουν κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, αυξανόμενες κατά 29% και 26% αντίστοιχα. Κανένας άλλος οικονομικός κλάδος δεν έχει καταγράψει τόσο μεγάλη αύξηση των εκπομπών του.
Οι δύο αυτοί τομείς είναι δύσκολο να απανθρακοποιηθούν, καθώς η άμεση ηλεκτροδότηση παραμένει σήμερα δύσκολη λόγω της τεράστιας ενεργειακής πυκνότητας που απαιτείται για τις μεταφορές μεγάλων αποστάσεων.
Οι σημερινές μπαταρίες είναι υπερβολικά βαριές και ογκώδεις για να ανταγωνιστούν την ενεργειακή πυκνότητα των ορυκτών καυσίμων σε ταξίδια και πτήσεις μεγάλων αποστάσεων.
Ωστόσο, η ΕΕ έχει πλέον αναλάβει πρωτοβουλία, απαιτώντας την άμεση ηλεκτροδότηση της ναυτιλίας και της αεροπορίας όπου αυτό είναι εφικτό: στο λιμάνι και στην πύλη του αεροδρομίου.
Στη ναυτιλία, ο κανονισμός για τις υποδομές εναλλακτικών καυσίμων (AFIR) και ο κανονισμός FuelEU Maritime απαιτούν από τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και τα επιβατηγά πλοία που προσεγγίζουν λιμάνια της ΕΕ να συνδέονται με ηλεκτρική παροχή από την ξηρά (OPS) έως το 2030, αντί να χρησιμοποιούν τις βοηθητικές μηχανές τους όσο βρίσκονται ελλιμενισμένα.
Οι χαμηλότερες εκπομπές από τα πλοία σημαίνουν καθαρότερο αέρα για τους εργαζομένους στα λιμάνια και τους κατοίκους των γύρω περιοχών.
Παράλληλα, τα πορθμεία και τα πλοία μικρών αποστάσεων στρέφονται επίσης σε υβριδικές και πλήρως ηλεκτρικές λύσεις. Σύντομα, η ηλεκτρική ενέργεια στα λιμάνια δεν θα χρησιμοποιείται μόνο για την τροφοδοσία των πλοίων κατά τον ελλιμενισμό, αλλά και για τη φόρτιση των μπαταριών τους.
Στην αεροπορία, ο AFIR υποχρεώνει τα αεροδρόμια του βασικού και του εκτεταμένου δικτύου TEN-T -με εξαίρεση εκείνα με λιγότερες από 10.000 εμπορικές κινήσεις αεροσκαφών ετησίως - να παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια στα σταθμευμένα αεροσκάφη στις θέσεις επαφής από το 2025 και στις απομακρυσμένες θέσεις από το 2030.
Με άλλα λόγια, όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά αεροδρόμια θα πρέπει να παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια στα σταθμευμένα αεροσκάφη στις πύλες, καταργώντας σταδιακά τις πετρελαιοκίνητες μονάδες επίγειας τροφοδοσίας (GPU).
Ο εξοπλισμός επίγειας υποστήριξης (GSE), όπως τα οχήματα μεταφοράς αποσκευών, τα οχήματα ώθησης αεροσκαφών και οι ιμάντες φόρτωσης, ηλεκτροδοτείται επίσης με ταχύ ρυθμό. Τα πρώτα ηλεκτρικά και υβριδικά-ηλεκτρικά αεροσκάφη για περιφερειακές πτήσεις μικρών αποστάσεων βρίσκονται ήδη στο στάδιο των πρωτοτύπων.
Οι αποφάσεις που λαμβάνουν σήμερα τα αεροδρόμια για τις υποδομές των τερματικών σταθμών θα καθορίσουν εάν αυτά τα αεροσκάφη θα έχουν πού να συνδεθούν με το δίκτυο αύριο.
Το πρόβλημα
Από τη μία πλευρά, 375 GW έργων καθαρής ενέργειας και 455 GW έργων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκονται σε ουρές αναμονής, περιμένοντας άδεια σύνδεσης στο δίκτυο.
Από την άλλη, εγκαταστάσεις κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, όπως εργοστάσια, data centers, λιμάνια και αεροδρόμια, αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα αναμονής.
Οι δύο ουρές είναι τεχνικά ξεχωριστές - μία για την παραγωγή και μία για τη ζήτηση - όμως αντιμετωπίζουν την ίδια δυσκολία: η κατασκευή νέων υποδομών είναι πιο αργή από την αύξηση της ζήτησης ή της παραγωγής που πρέπει να συνδεθεί στο δίκτυο.
Το αποτέλεσμα είναι έλλειψη διαθέσιμης φυσικής δυναμικότητας του δικτύου, δηλαδή συμφόρηση του δικτύου (grid congestion).
Η ουρά των αιτήσεων σύνδεσης αποτελεί σημαντικό δείκτη για την εκτίμηση της ταχύτητας της εξηλεκτρισμού. Πρόκειται για το σύνολο των έργων που περιμένουν από τους Διαχειριστές Δικτύων Διανομής (DSO) ή τους Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς (TSO) να επιβεβαιώσουν πόση ισχύ μπορούν να παρέχουν, σε ποιο σημείο και πότε.
Όσο μεγαλύτερη είναι η ουρά, τόσο περισσότερο πρέπει να περιμένουν τα έργα για να αποκτήσουν πρόσβαση στο δίκτυο, ενώ συχνά δεν υπάρχει εκ των προτέρων σαφής εικόνα για το πόσο θα διαρκέσει η αναμονή.
Γιατί φτάσαμε σε αυτό το σημείο;
Εν μέρει επειδή το ευρωπαϊκό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας γηράσκει και σχεδιάστηκε για έναν κόσμο με λίγες μεγάλες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής και αργή, προβλέψιμη αύξηση της ζήτησης - όχι για ένα σύστημα με διάσπαρτη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές και εκατοντάδες λιμάνια, αεροδρόμια, εργοστάσια και στόλους οχημάτων που στρέφονται ταυτόχρονα στον ηλεκτρισμό.
Επιπλέον, η κατασκευή μιας νέας σύνδεσης ή η ενίσχυση του δικτύου απαιτεί 4 έως 10 χρόνια, ενώ περίπου ο μισός χρόνος χάνεται στις διαδικασίες αδειοδότησης, πριν καν τοποθετηθεί ένα καλώδιο.
Τέλος, το σημερινό σύστημα ενθαρρύνει σε ορισμένες περιπτώσεις λάθος συμπεριφορές. Πολλοί developers υποβάλλουν αιτήματα για μεγαλύτερη δυναμικότητα από αυτή που θα χρειαστούν πραγματικά, «για κάθε ενδεχόμενο».
Οι περισσότερες χώρες εξακολουθούν να κατανέμουν τη διαθέσιμη δυναμικότητα αυστηρά με βάση την αρχή «first come, first served», δηλαδή «όποιος έρθει πρώτος εξυπηρετείται πρώτος». Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει τρόπος να προωθηθεί ένα στρατηγικά σημαντικό έργο σε ένα λιμάνι ή αεροδρόμιο του δικτύου TEN-T έναντι ενός «zombie project» - μιας δηλαδή στάσιμης ή κερδοσκοπικής αίτησης που κατατέθηκε πριν από χρόνια αλλά δεν έχει προχωρήσει.
Τι προτείνει η T&E
Η Transport & Environment (T&E) προτείνει στους ρυθμιστές:
1. Σχεδιασμό της ηλεκτροδότησης λιμανιών και αεροδρομίων σε επίπεδο TSO και DSO
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν διαθέτουν σήμερα έναν ολοκληρωμένο χάρτη που να δείχνει πού είναι μεγαλύτερη η συμφόρηση στις ουρές σύνδεσης ή ποια λιμάνια και αεροδρόμια κινδυνεύουν περισσότερο να μην προλάβουν να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους έως το 2030.
Οι TSO και DSO θα πρέπει να γνωρίζουν τις ανάγκες ηλεκτροδότησης των λιμανιών και των αεροδρομίων σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, ώστε να μπορούν να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη δυναμικότητα σύνδεσης.
Αυτό θα πρέπει να γίνει μέσω συντονισμού μεταξύ των λιμενικών και αεροπορικών αρχών, των TSO, των DSO και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ενέργειας, ώστε να ευθυγραμμιστούν τα χρονοδιαγράμματα ανάπτυξης των υποδομών και να αποφευχθούν σημεία συμφόρησης στην ηλεκτροδότηση.
2. Ευέλικτες λύσεις: παραγωγή, αποθήκευση και έξυπνη φόρτιση
Τα λιμάνια και τα αεροδρόμια μπορούν να μειώσουν τις ανάγκες τους για νέα ισχύ από το δίκτυο αξιοποιώντας τοπική παραγωγή ενέργειας, αποθήκευση και έξυπνη φόρτιση.
Η εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών και συστημάτων αποθήκευσης κοντά σε λιμενικές και αεροπορικές υποδομές, με κοινό σημείο σύνδεσης, μπορεί να μειώσει την πρόσθετη δυναμικότητα που πρέπει να εξασφαλιστεί από το δημόσιο δίκτυο.
Παράλληλα, η εφαρμογή έξυπνης φόρτισης σε όλες τις προβλέψιμες υποδομές φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων μπορεί να εξομαλύνει τα φορτία αιχμής και να μειώσει την πρόσθετη ισχύ που απαιτείται για την ηλεκτροδότηση.
Η προσέγγιση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στον εξοπλισμό επίγειας υποστήριξης, στα οχήματα μεταφοράς εντός των τερματικών σταθμών, στα φορτηγά μεταφοράς εμπορευμάτων και στους στόλους οχημάτων του προσωπικού.
3. Προτεραιότητα στη σύνδεση και κίνητρα για ευέλικτες συνδέσεις
Η αρχή «first come, first served» είχε νόημα όταν η ζήτηση ήταν χαμηλή και προβλέψιμη. Σύμφωνα με την T&E, δεν ανταποκρίνεται πλέον σε ένα σύστημα όπου στρατηγικές επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές, όπως τα λιμάνια και τα αεροδρόμια, πρέπει να αποκτούν προτεραιότητα.
Οι Flexible Connection Agreements θα μπορούσαν να επιτρέπουν στα λιμάνια και τα αεροδρόμια να συνδέονται νωρίτερα στο δίκτυο, με δυναμικότητα που μπορεί να αυξομειώνεται, αντί να περιμένουν χρόνια για μια σταθερή σύνδεση πλήρους ισχύος.
Μια τέτοια ευέλικτη σύνδεση θα μπορούσε παράλληλα να προσφέρει πρόσθετη αξία στον διαχειριστή του δικτύου, καθώς θα του επέτρεπε να αξιοποιεί τις εγκαταστάσεις για υπηρεσίες εξισορρόπησης του συστήματος.
Σε αντάλλαγμα, οι ευέλικτες συνδέσεις θα μπορούσαν να συνοδεύονται από ευέλικτα τιμολόγια, με χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας όταν το λιμάνι ή το αεροδρόμιο καταναλώνει ρεύμα σε περιόδους κατά τις οποίες η παραγωγή είναι υψηλότερη από τη ζήτηση.
Η Γερμανία και το Βέλγιο εφαρμόζουν ήδη πιλοτικά παρόμοιες μεταρρυθμίσεις. Σύμφωνα με την T&E, η ΕΕ θα πρέπει να αξιοποιήσει την εμπειρία τους και να επεκτείνει γρήγορα τις λύσεις που αποδεικνύονται αποτελεσματικές.
www.worldenergynews.gr






