AD
Βιομηχανία & Απανθρακοποίηση

Συναγερμός στη βιομηχανία για το ενεργειακό κόστος – Φόβοι για το φθινόπωρο

Συναγερμός στη βιομηχανία για το ενεργειακό κόστος – Φόβοι για το φθινόπωρο
Η ανησυχία της ελληνικής βιομηχανίας εντείνεται και από το γεγονός ότι, την ώρα που στην Ελλάδα οι τιμές του ρεύματος ανεβαίνουν και δεν έχει ανοίξει μέχρι στιγμής συζήτηση για ένα νέο μέτρο αντιμετώπισης του αυξημένου κόστους, άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση

Με μεγάλη ανησυχία βλέπει η ελληνική βιομηχανία τις τιμές ενέργειας του Σεπτεμβρίου να διαμορφώνονται σε ιδιαίτερα υψηλά για την εποχή επίπεδα και σχεδόν διπλάσια από τον Ιούλιο. Ταυτόχρονα, η έλλειψη οποιασδήποτε συζήτησης για κάποια νέα πρωτοβουλία από την κυβέρνηση δημιουργεί περαιτέρω φόβους για το τι θα συμβεί με το ενεργειακό κόστος και τη βιωσιμότητά τους τους επόμενους μήνες.

Η επιστροφή των εργοστασίων σε πλήρεις ρυθμούς παραγωγής μετά τις διακοπές του Αυγούστου συμπίπτει έτσι με μια απότομη επιδείνωση του ενεργειακού περιβάλλοντος, η οποία ξυπνά μνήμες προηγούμενων περιόδων έντονης ενεργειακής κρίσης. Ήδη στα τέλη Αυγούστου οι ημερήσιες τιμές στη χονδρεμπορική αγορά έφθασαν κοντά στα 185 ευρώ/MWh, προαναγγέλλοντας το δύσκολο σκηνικό με το οποίο ξεκίνησε ο Σεπτέμβριος.

Οι τιμές της ενέργειας κινούνται σταθερά ανοδικά τους τελευταιους μηνες

Η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας αυξήθηκε από 92,93 ευρώ/MWh τον Ιούνιο σε 109,95 ευρώ/MWh τον Ιούλιο και σε 133,4 ευρώ/MWh τον Αύγουστο. Μέσα σε δύο μήνες η αύξηση έφθασε περίπου το 43,5%, ενώ μόνο από τον Ιούλιο στον Αύγουστο ήταν 21,3%. Στις 26 Αυγούστου, μάλιστα, η ελληνική αγορά έφθασε στα 184,47 ευρώ/MWh, αποτυπώνοντας την ταχύτητα με την οποία μπορεί να αλλάξει η εικόνα.

Η ενεργειακή εξίσωση γίνεται ξανά ασφυκτική

Για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις τέτοιες διακυμάνσεις δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην απόδοση τους και ακόμη και τη βιωσιμότητα τους . Η ηλεκτρική ενέργεια έχει καθοριστική συμμετοχή στο συνολικό κόστος παραγωγής και μπορεί να κρίνει εάν ένα προϊόν παραμένει ανταγωνιστικό ή ακόμη και εάν συμφέρει να παραχθεί.

Χαλυβουργίες, βιομηχανίες αλουμινίου και μετάλλων, τσιμεντοβιομηχανίες, υαλουργίες και άλλες μονάδες μεγάλης κατανάλωσης χρειάζονται όχι μόνο χαμηλή αλλά κυρίως προβλέψιμη τιμή ρεύματος. Η μετακίνηση της αγοράς μέσα σε λίγες εβδομάδες από τα 90-100 ευρώ/MWh προς τα 130, 150 ή ακόμη και πάνω από τα 180 ευρώ/MWh ανατρέπει προϋπολογισμούς και δυσκολεύει τον προγραμματισμό της παραγωγής.

Η πραγματική έκθεση κάθε βιομηχανίας στις αυξήσεις διαφέρει, ανάλογα με τα συμβόλαια προμήθειας και τα εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου που χρησιμοποιεί. Ωστόσο, όταν οι υψηλές τιμές αποκτούν διάρκεια, το αυξημένο κόστος περνά σταδιακά στην παραγωγή και το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο εξαιτίας του διεθνούς ανταγωνισμού.

Σημειωνόταν ότι οι ελληνικές ενεργοβόρες επιχειρήσεις είναι εξαγωγικές και ανταγωνίζονται με τις ομοειδείς επιχειρήσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών που μπορεί να διαθέτουν διαφορετικό ενεργειακό μίγμα, αποτελεσματικότερα εργαλεία στήριξης ή ευκολότερη πρόσβαση σε μακροχρόνια συμβόλαια ηλεκτρικής ενέργειας.

Η Ευρώπη ενεργοποιεί νέα σχήματα στήριξης – Η Ελλάδα ακόμη χωρίς αντίστοιχη πρωτοβουλία

Η ανησυχία της ελληνικής βιομηχανίας εντείνεται και από το γεγονός ότι, την ώρα που στην Ελλάδα οι τιμές του ρεύματος ανεβαίνουν και δεν έχει ανοίξει μέχρι στιγμής συζήτηση για ένα νέο μέτρο αντιμετώπισης του αυξημένου κόστους, άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αξιοποιώντας τις δυνατότητες που δίνει το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων, έχουν εξασφαλίσει από την Κομισιόν την έγκριση σχημάτων που παρεμβαίνουν άμεσα στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας των ενεργοβόρων επιχειρήσεων.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς δημιουργεί τον κίνδυνο να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο η διαφορά ενεργειακού κόστους μεταξύ της ελληνικής παραγωγής και των ευρωπαίων ανταγωνιστών της. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για το εάν το ελληνικό ρεύμα είναι ακριβό σε απόλυτους όρους, αλλά και για το πόσο τελικά πληρώνει μια ελληνική βιομηχανία σε σχέση με μια αντίστοιχη μονάδα σε χώρα όπου το κράτος χρησιμοποιεί νέα ευρωπαϊκά εργαλεία για να περιορίσει το ενεργειακό της κόστος.

Η αρχή έγινε από τη Γερμανία

Στις 16 Απριλίου η Κομισιόν έδωσε το πράσινο φως σε τρία προγράμματα προσωρινής μείωσης του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, ύψους 3,8 δισ. ευρώ στη Γερμανία, 334 εκατ. ευρώ στη Βουλγαρία και 90 εκατ. ευρώ στη Σλοβενία. Στόχος τους είναι να αποζημιώνουν για διάστημα έως τριών ετών μέρος του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας επιχειρήσεων σε κλάδους με υψηλή ένταση ηλεκτρισμού και μεγάλη έκθεση στον διεθνή ανταγωνισμό, όπου θεωρείται αυξημένος ο κίνδυνος μεταφοράς της παραγωγής εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το γερμανικό πρόγραμμα, με προϋπολογισμό 3,8 δισ. ευρώ, καλύπτει την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2026 έως το τέλος του 2028. Οι επιχειρήσεις θα υποβάλλουν αίτηση μετά το τέλος κάθε έτους, όταν θα είναι γνωστά τόσο η πραγματική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας όσο και η μέση τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς.

Στη Βουλγαρία η ενίσχυση περνά απευθείας μέσω των προμηθευτών και εμφανίζεται ως μείωση στον μηνιαίο λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος των δικαιούχων, ενώ το πρόγραμμα των 334 εκατ. ευρώ καλύπτει την περίοδο από τον Ιούλιο του 2025 έως τον Ιούνιο του 2028. Η Σλοβενία έχει εγκρίνει αντίστοιχο σχήμα 90 εκατ. ευρώ έως το τέλος του 2028.

Ακολούθησε τον Ιούλιο η Ιρλανδία, για την οποία η Επιτροπή ενέκρινε πρόγραμμα 300 εκατ. ευρώ για την προσωρινή ελάφρυνση των ενεργοβόρων επιχειρήσεων από το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Η στήριξη παρέχεται με άμεσες επιχορηγήσεις και μπορεί να καλύπτει το κόστος ρεύματος κάθε δικαιούχου για διάστημα έως τριών ετών.

Κοινός παρονομαστής των σχημάτων είναι ότι η Κομισιόν επιτρέπει πλέον στα κράτη-μέλη, υπό συγκεκριμένους όρους, να παρεμβαίνουν άμεσα στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας των ενεργοβόρων κλάδων. Η τελική μειωμένη τιμή δεν μπορεί να πέφτει κάτω από τα 50 ευρώ/MWh, ενώ οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν τη στήριξη υποχρεούνται να επανεπενδύσουν τουλάχιστον το 50% της ενίσχυσης σε νέες ή εκσυγχρονισμένες εγκαταστάσεις που περιορίζουν το κόστος του ηλεκτρικού συστήματος, χωρίς να αυξάνουν τη χρήση ορυκτών καυσίμων.

Για την Ελλάδα, αυτή ακριβώς η δυνατότητα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα τώρα που οι τιμές του ρεύματος κινούνται και πάλι ανοδικά. Όσο άλλες χώρες αξιοποιούν το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για να μειώνουν το πραγματικό ενεργειακό κόστος των βιομηχανιών τους, τόσο αυξάνεται η ανάγκη η ελληνική κυβέρνηση να εξετάσει εάν και με ποιον τρόπο θα μπορούσε να ενεργοποιήσει ένα αντίστοιχο εργαλείο.

Το ζήτημα για την ελληνική βιομηχανία, επομένως, είναι η αύξηση ενεργειακού και λειτουργικού κόστους αν δεν απορροφηθεί από τις βιομηχανίες θα δημιουργήσει ένα πρόσθετο ανταγωνιστικό μειονέκτημα απέναντι σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις οι οποίες, χάρη στα εθνικά σχήματα στήριξης που ήδη εγκρίνει η Κομισιόν, θα μπορούν να περιορίσουν σημαντικά το πραγματικό κόστος της ενέργειας στην παραγωγή τους.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης