Μια ανάλυση των υπό ανάπτυξη έργων χρυσού στον Καναδά δείχνει ότι 15 μεγάλα projects διαθέτουν ήδη μελέτες, αποθέματα και συγκεκριμένα σχέδια ανάπτυξης, αλλά δεν έχουν ακόμη λάβει την τελική επενδυτική απόφαση
Ο χρυσός αποτελεί ένα από τα λίγα μεγάλα εξαγωγικά προϊόντα του Καναδά που δεν επηρεάζονται άμεσα από τους αμερικανικούς δασμούς, όμως η χώρα φαίνεται να έχει ένα διαφορετικό πρόβλημα: τεράστιες ποσότητες πολύτιμου μετάλλου παραμένουν ανεκμετάλλευτες λόγω των εξαιρετικά χρονοβόρων διαδικασιών αδειοδότησης.
Μια ανάλυση των υπό ανάπτυξη έργων χρυσού στον Καναδά δείχνει ότι 15 μεγάλα projects διαθέτουν ήδη μελέτες, αποθέματα και συγκεκριμένα σχέδια ανάπτυξης, αλλά δεν έχουν ακόμη λάβει την τελική επενδυτική απόφαση. Εφόσον προχωρούσαν, θα μπορούσαν να προσθέσουν περίπου 2,5 εκατ. ουγγιές χρυσού ετησίως στην καναδική παραγωγή.
Με βάση τιμή περίπου 4.300 δολάρια ανά ουγγιά, η παραγωγή αυτή αντιστοιχεί σε έσοδα περίπου 11 δισ. δολαρίων τον χρόνο. Το συνολικό επενδυτικό κόστος των 15 έργων υπολογίζεται σε περίπου 9,4 δισ. δολάρια, με επιπλέον κεφάλαια να απαιτούνται για ορισμένα από τα projects.
36,6 εκατ. ουγγιές περιμένουν την έγκριση
Τα 15 έργα διαθέτουν συνολικά 36,6 εκατ. ουγγιές αποθεμάτων χρυσού, με την εκτιμώμενη παραγωγή τους να αντιστοιχεί σε περίπου 78 τόνους ετησίως. Πρόκειται για αύξηση της τάξης του 35% έως 40% σε σχέση με τη σημερινή παραγωγή του Καναδά.
Με τις σημερινές τιμές, η αξία του χρυσού που θα μπορούσαν να παραγάγουν κατά τη διάρκεια της ζωής των ορυχείων ανέρχεται περίπου στα 146 δισ. δολάρια.
Στα έργα που περιλαμβάνονται στην ανάλυση βρίσκονται τα Troilus στο Κεμπέκ, Goldboro στη Νέα Σκωτία και New Polaris στη Βρετανική Κολομβία, ενώ στη λίστα περιλαμβάνονται επίσης τα Windfall, Springpole, Upper Beaver, Fenn-Gib, Marban και Wasamac.
Ορισμένα από αυτά βρίσκονται ήδη πολύ κοντά στην έναρξη κατασκευής, καθώς διαθέτουν περιβαλλοντικές εγκρίσεις ή έχουν ολοκληρώσει τις απαιτούμενες μελέτες. Ωστόσο, η τελική απόφαση εξαρτάται σε αρκετές περιπτώσεις από μία ακόμη κρατική έγκριση.
Ο χρυσός φέρνει και φορολογικά έσοδα
Η ταχύτερη ανάπτυξη των συγκεκριμένων ορυχείων θα μπορούσε να έχει σημαντικό δημοσιονομικό όφελος για τον Καναδά, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις της εμπορικής αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι εταιρείες εξόρυξης καταβάλλουν, πέραν του ομοσπονδιακού εταιρικού φόρου, ειδικούς επαρχιακούς φόρους ή δικαιώματα επί των κερδών. Το συνολικό μερίδιο των κυβερνήσεων στα λειτουργικά περιθώρια μπορεί να φτάσει περίπου το 34% στο Οντάριο, το 37% στη Βρετανική Κολομβία και στα Βορειοδυτικά Εδάφη, το 40% στη Νέα Σκωτία και το 42% στο Κεμπέκ.
Με κόστος παραγωγής περίπου 1.800 δολάρια ανά ουγγιά και τιμή χρυσού στα 4.300 δολάρια, τα 15 έργα θα μπορούσαν, σε πλήρη παραγωγή, να αποδίδουν περίπου 2,4 δισ. δολάρια ετησίως στα δημόσια ταμεία. Σε όλη τη διάρκεια ζωής τους, τα φορολογικά έσοδα εκτιμώνται σε περίπου 33 δισ. δολάρια, με περίπου τα μισά να κατευθύνονται στο Κεμπέκ.
Τα ποσά αυτά αφορούν ώριμα έτη παραγωγής, καθώς τα νέα ορυχεία μπορούν αρχικά να συμψηφίζουν μέρος των επενδυτικών τους δαπανών και να εμφανίζουν χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση.
Δεκαετίες από την ανακάλυψη μέχρι την παραγωγή
Το βασικό εμπόδιο είναι ο χρόνος που απαιτείται για την αδειοδότηση. Σύμφωνα με στοιχεία της S&P Global για ορυχεία που τέθηκαν σε λειτουργία μεταξύ 2020 και 2023, ο μέσος χρόνος από την ανακάλυψη ενός κοιτάσματος μέχρι την έναρξη παραγωγής έφτασε τα 17,9 χρόνια, περίπου πέντε χρόνια περισσότερο από μία δεκαετία νωρίτερα.
Στον Καναδά, ο αντίστοιχος χρόνος ήταν ακόμη μεγαλύτερος, περίπου 27 χρόνια σε δείγμα της S&P Global. Μελέτη της PwC για τον κλάδο των ορυχείων τοποθετεί τον συνολικό χρόνο που απαιτείται για την αδειοδότηση και την κατασκευή ενός έργου στη χώρα περίπου στα 20 χρόνια, έξι περισσότερα από την Αυστραλία.
Και αυτό συμβαίνει ενώ ο καθαρός χρόνος κατασκευής ενός ορυχείου μπορεί να περιορίζεται σε μόλις ένα έως τρία χρόνια. Το μεγαλύτερο μέρος της καθυστέρησης δημιουργείται πριν από την έναρξη των εργασιών, στις περιβαλλοντικές εγκρίσεις και στο διάστημα μεταξύ της ολοκλήρωσης των μελετών και της τελικής επενδυτικής απόφασης.
Έργα που περιμένουν εδώ και χρόνια
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Windfall της Gold Fields, το οποίο διαθέτει συμφωνία με την κοινότητα Cree, 12 χιλιόμετρα υπόγειων έργων και προϋπολογισμό 1,9 δισ. δολαρίων, αλλά εξακολουθεί να αναμένει απόφαση από το Κεμπέκ.
Το Horne 5 της Falco διαθέτει ολοκληρωμένη μελέτη σκοπιμότητας και βρίσκεται δίπλα στο μεταλλουργείο της Glencore, όμως χρειάζεται ακόμη την τελική έγκριση της επαρχίας. Το Springpole της First Mining ολοκλήρωσε την ομοσπονδιακή περιβαλλοντική αξιολόγηση τον Ιούνιο, έπειτα από διαδικασία οκτώ ετών, και πλέον αναμένει την απόφαση του Οντάριο.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα στο Hammond Reef της Agnico Eagle, το οποίο έχει λάβει ομοσπονδιακές και επαρχιακές περιβαλλοντικές εγκρίσεις, αλλά η εταιρεία δεν έχει ακόμη δώσει ημερομηνία ανάπτυξης.
Ο χρυσός εξαιρείται από τους αμερικανικούς δασμούς
Η καθυστέρηση αποκτά μεγαλύτερη σημασία λόγω της σημερινής συγκυρίας. Σε αντίθεση με πολλά άλλα καναδικά προϊόντα, ο χρυσός δεν εξαρτάται από την αμερικανική αγορά για την απορρόφησή του.
Ο χρυσός σε μορφή ράβδων εισέρχεται στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς δασμούς, ενώ ο χρυσός που παράγεται και μετατρέπεται σε doré στον Καναδά μπορεί να κατευθυνθεί προς τα διεθνή κέντρα εμπορίας, όπως το Λονδίνο και η Ζυρίχη, όπου διαπραγματεύεται ουσιαστικά στην ίδια παγκόσμια τιμή.
Ο Καναδάς παρήγαγε περίπου 213 τόνους χρυσού το 2025, ποσότητα που τον κατέταξε στην τέταρτη θέση παγκοσμίως και αντιστοιχούσε, με τις τρέχουσες τιμές, σε αξία σχεδόν 30 δισ. δολαρίων.
Η «ουρά» των αδειών
Η καναδική κυβέρνηση έχει ήδη δημιουργήσει μηχανισμούς επιτάχυνσης για μεγάλα έργα, μεταξύ άλλων μέσω του ομοσπονδιακού Major Projects Office, του προγράμματος One Project One Process στο Οντάριο, της νέας διαδικασίας Filon στο Κεμπέκ και ειδικής λίστας έργων στη Βρετανική Κολομβία.
Μόνο δύο από τα 15 έργα χρυσού που εξετάστηκαν βρίσκονται σε κάποια από αυτές τις διαδικασίες, ενώ τα υπόλοιπα εξακολουθούν να ακολουθούν την κανονική οδό αδειοδότησης.
Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϋ δήλωσε μετά την επενδυτική σύνοδο ότι ο στόχος είναι στο εξής να εφαρμόζεται το μοντέλο «ένα έργο, μία αξιολόγηση, ένας χρόνος». Ωστόσο, σημαντικό μέρος των διαδικασιών παραμένει στην αρμοδιότητα των επαρχιών, γεγονός που σημαίνει ότι η επιτάχυνση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Οι υψηλές τιμές αλλάζουν τα δεδομένα
Όλα τα παραπάνω μεγέθη βασίζονται σε τιμή χρυσού περίπου 4.300 δολαρίων ανά ουγγιά, επίπεδο που αρκετοί μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι θεωρούν ότι μπορεί να αποδειχθεί συντηρητικό.
Η J.P. Morgan εκτιμά ότι η μέση τιμή του χρυσού μπορεί να φτάσει τα 5.400 δολάρια έως το τέλος του 2027, ενώ θεωρεί τα 6.000 δολάρια έναν ρεαλιστικό μακροπρόθεσμο στόχο. Η Wells Fargo τοποθετεί την τιμή στα 5.800-6.000 δολάρια έως το τέλος του 2027, ενώ η Goldman Sachs, παρά την πρόσφατη αναθεώρηση, εξακολουθεί να προβλέπει περίπου 4.900 δολάρια στο τέλος του έτους.
www.worldenergynews.gr






