Αυστραλοί ερευνητές ανέφεραν ότι τα μη ανακυκλώσιμα απόβλητα που καταλήγουν σε χώρους υγειονομικής ταφής (ΧΥΤΑ) θα μπορούσαν να συμβάλουν στην παραγωγή τσιμέντου χαμηλού αποτυπώματος άνθρακα.
Η ανακύκλωση των απορριμμάτων
Η χρήση καυσίμων που προέρχονται από απορρίμματα (Refuse-Derived Fuel - RDF) για την παραγωγή τσιμέντου θα μπορούσε να βοηθήσει στη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος του κλάδου, ο οποίος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα.
Οι ερευνητές επισήμαναν ότι απαιτούνται σαφέστερα πρότυπα, τα οποία είναι απαραίτητα για να υποστηρίξουν μια ευρύτερη και πιο υπεύθυνη χρήση καυσίμων που προέρχονται από απόβλητα. Αυστραλοί ερευνητές ανέφεραν ότι τα μη ανακυκλώσιμα απόβλητα που καταλήγουν σε χώρους υγειονομικής ταφής (ΧΥΤΑ) θα μπορούσαν να συμβάλουν στην παραγωγή τσιμέντου χαμηλού αποτυπώματος άνθρακα.
Η χρήση καυσίμων που προέρχονται από απορρίμματα (RDF) για την παραγωγή τσιμέντου θα μπορούσε να βοηθήσει στη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος του κλάδου, ο οποίος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα.
Η παραγωγή τσιμέντου ευθύνεται για περίπου το 8% των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, κυρίως επειδή τα βασικά συστατικά πρέπει να υποστούν θερμική επεξεργασία σε τεράστιους κλιβάνους, σε εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες. Οι ερευνητές στρέφονται προς τη χρήση αποβλήτων ως καύσιμο, με στόχο την απανθρακοποίηση της παραγωγής τσιμέντου.
Το RDF παράγεται από τα απόβλητα στα καύσιμα
Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας εξέτασαν κατά πόσον τα καύσιμα που παράγονται από μη ανακυκλώσιμα απόβλητα θα μπορούσαν να καταστήσουν την παραγωγή τσιμέντου πιο καθαρή και να μειώσουν τον όγκο των αποβλήτων που καταλήγουν σε χώρους υγειονομικής ταφής (ΧΥΤΑ).
Τα ευρήματα κατέδειξαν αυξανόμενο ενδιαφέρον για το καύσιμο που προέρχεται από απορρίμματα (RDF - Refuse-Derived Fuel), ως μέσο για τη μείωση των αποβλήτων που οδηγούνται σε χώρους υγειονομικής ταφής και τον περιορισμό της χρήσης ορυκτών καυσίμων στην παραγωγή τσιμέντου.
Με βάση την ανάλυσή της, η Geethmi Thisakya, υποψήφια διδάκτωρ στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών και Κατασκευών του πανεπιστημίου, ανέφερε ότι η διαχείριση των αποβλήτων θα μπορούσε να συνδεθεί με την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας.
«Προγενέστερη έρευνα έχει αναδείξει τη δυνατότητα των καυσίμων που προέρχονται από απορρίμματα να μετατρέπουν κατάλληλα απορριπτόμενα υλικά σε χρήσιμους πόρους, αντί αυτά να καταλήγουν σε χώρους υγειονομικής ταφής», δήλωσε η ίδια.
Ανάγκη για σαφή και συνεπή πρότυπα
Ωστόσο, επισήμανε ότι η απλή αντικατάσταση του καυσίμου δεν αρκεί. Σύμφωνα με τη μελέτη, προκειμένου το RDF να συμβάλει στη μείωση των εκπομπών άνθρακα, απαιτούνται σταθερή ποιότητα, σαφείς κανονισμοί και ισχυρότερα τεκμήρια σχετικά με τις περιβαλλοντικές και οικονομικές του επιπτώσεις.
Η μελέτη εξέτασε επίσης προκλήσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν τη χρήση καυσίμων που προέρχονται από απόβλητα στην παραγωγή τσιμέντου. Διαπιστώθηκε εκτεταμένη σύγχυση μεταξύ του καυσίμου που προέρχεται από απορρίμματα (RDF) και του στερεού ανακτημένου καυσίμου (SRF - Solid Recovered Fuel) — μιας μορφής καυσίμου από απόβλητα που διέπεται από αυστηρότερα πρότυπα.
Αν και αμφότερα μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην τσιμεντοβιομηχανία, η έλλειψη ενιαίας ορολογίας και οι διαφορές στα πρότυπα ποιότητας καθιστούν δύσκολη τη σύγκριση μελετών, την ερμηνεία των κανονισμών και τη διασφάλιση σταθερής ποιότητας καυσίμου. Οι ερευνητές τόνισαν ότι η θέσπιση σαφέστερων προτύπων είναι απαραίτητη για την προώθηση μιας ευρύτερης και πιο υπεύθυνης χρήσης καυσίμων που προέρχονται από απόβλητα.
«Οι παραγωγοί τσιμέντου χρειάζονται διασφαλίσεις ότι τα εναλλακτικά καύσιμα θα έχουν σταθερή απόδοση, θα πληρούν τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και θα υποστηρίζουν μια ασφαλή και αξιόπιστη παραγωγική διαδικασία», δήλωσε η Thisakya.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι απαιτείται περαιτέρω εργασία προτού η τσιμεντοβιομηχανία μπορέσει να αναγνωρίσει το RDF ως μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση έναντι των ορυκτών καυσίμων.
«Η ανάπτυξη ισχυρότερων συστημάτων διασφάλισης ποιότητας και σαφέστερων ρυθμιστικών πλαισίων θα βοηθήσει. Παράλληλα, επιστήμονες στο ETH της Ζυρίχης στρέφονται σε μερικούς από τους μικρότερους ζωντανούς οργανισμούς στη Γη για την κατασκευή βιώσιμων πόλεων, χρησιμοποιώντας βιοτσιμέντο ως εναλλακτική λύση για τη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος του κλάδου.
Ερευνητές ανέπτυξαν μια διαδικασία τρισδιάστατης βιοεκτύπωσης για στοιχεία από βιοτσιμέντο, χρησιμοποιώντας μια ειδικά διαμορφωμένη «βιομελάνη» που αποτελείται από νερό, φυσικές ρητίνες, άμμο και ζωντανά βακτήρια. Σε μια δεύτερη προσέγγιση, χρησιμοποιούν έναν ρομποτικό βραχίονα για να ψεκάζουν εναλλασσόμενες στρώσεις άμμου, βακτηρίων και παραγόντων ανοργανοποίησης πάνω σε επιφάνειες, με σκοπό την παραγωγή βιοτσιμέντου.
www.worldenergynews.gr






