Οι ΗΠΑ διαθέτουν τον μεγαλύτερο στόλο πυρηνικών αντιδραστήρων παγκοσμίως, ακολουθούμενες από την Κίνα και τη Γαλλία. Ωστόσο, η Κίνα ηγείται στην κατασκευή νέων πυρηνικών μονάδων, σύμφωνα με την World Nuclear Association
Η εκρηκτική ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων και η αυξανόμενη ανάγκη για πυρηνική ενέργεια που θα υποστηρίξει τη λειτουργία τους εντείνουν τις πιέσεις στην παγκόσμια αγορά ουρανίου, προκαλώντας ανησυχίες για πιθανές ελλείψεις καυσίμου στους πυρηνικούς αντιδραστήρες τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η παγκόσμια παραγωγή ουρανίου υπολείπεται της ζήτησης εδώ και αρκετές δεκαετίες, με τις εταιρείες ηλεκτροπαραγωγής να καλύπτουν το κενό κυρίως μέσω των υφιστάμενων αποθεμάτων τους.
«Η ζήτηση για πυρηνική ενέργεια αυξάνεται και αναπόφευκτα θα χρειαστούν περισσότερες αγορές ουρανίου», δήλωσε ο Jacob White, διευθυντής προϊόντων ETF της Sprott, η οποία διαχειρίζεται το μεγαλύτερο φυσικό επενδυτικό ταμείο ουρανίου στον κόσμο.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν τον μεγαλύτερο στόλο πυρηνικών αντιδραστήρων παγκοσμίως, ακολουθούμενες από την Κίνα και τη Γαλλία. Ωστόσο, η Κίνα ηγείται στην κατασκευή νέων πυρηνικών μονάδων, σύμφωνα με την World Nuclear Association.
Παρότι οι διαθέσιμοι παγκόσμιοι πόροι ουρανίου επαρκούν θεωρητικά για να καλύψουν τη μελλοντική ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας, απαιτούνται τεράστιες επενδύσεις σε έρευνα, εξόρυξη και παραγωγή ώστε να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των μελλοντικών αντιδραστήρων, επισημαίνει η Ένωση στην έκθεση World Nuclear Fuel Report 2025.
«Η αγορά βρίσκεται ήδη σε διαρθρωτικό έλλειμμα ακόμη και για την τροφοδοσία του σημερινού στόλου αντιδραστήρων», ανέφερε ο Ben Elvidge, επικεφαλής προϊόντων της Uranium.io. Όπως σημείωσε, η επαναλειτουργία παλαιών μονάδων και η παράταση της διάρκειας ζωής υφιστάμενων αντιδραστήρων αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω τη ζήτηση.
Το ουράνιο αποτελεί το βασικό καύσιμο των πυρηνικών αντιδραστήρων, ωστόσο απαιτείται εμπλουτισμός μέσω διαχωρισμού των πιο ραδιενεργών ισοτόπων που επιτρέπουν την αλυσιδωτή αντίδραση παραγωγής ενέργειας. Η διαδικασία περιλαμβάνει τη μετατροπή του σε αέριο και την επεξεργασία του σε φυγοκεντρητές υψηλής ταχύτητας.
Με τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου να ενισχύουν τις επενδύσεις τους στην πυρηνική ενέργεια, οι αναλυτές εκτιμούν ότι απαιτείται σημαντική αύξηση της εξόρυξης, μετατροπής και εμπλουτισμού ουρανίου.
Ο Kenny Zhu, αναλυτής της Global X, υποστηρίζει ότι οι μεταλλευτικές εταιρείες χρειάζονται διαβεβαιώσεις πως οι μακροπρόθεσμες τιμές του ουρανίου όχι μόνο θα αυξηθούν αλλά και θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα ώστε να δικαιολογηθούν νέες επενδύσεις παραγωγής.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν περιορισμένη εγχώρια παραγωγή ουρανίου και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές από τον Καναδά, το Καζακστάν, την Αυστραλία και τη Ρωσία.
«Η εξάρτηση από ξένες χώρες προκαλεί ανησυχία όταν παρακολουθεί κανείς την πυρηνική ανάπτυξη που καταγράφεται στην Κίνα, τη Ρωσία και την Ινδία», δήλωσε ο Mark Mukhija, διευθύνων σύμβουλος της Eagle Energy Metals.
Παρότι οι ΗΠΑ διαθέτουν μόλις το 1% των παγκόσμιων αποθεμάτων ουρανίου, παράγουν περίπου το 30% της πυρηνικής ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως. Σύμφωνα με τον Μουχίγια, η χώρα δεν θα μπορέσει ποτέ να καλύψει πλήρως τις ανάγκες της από εγχώρια παραγωγή και θα συνεχίσει να εξαρτάται από εισαγωγές από τον Καναδά και την Αυστραλία.
Η Eagle Energy Metals αναπτύσσει το μεταλλευτικό έργο Aurora στη νοτιοανατολική περιοχή του Oregon, με στόχο την έναρξη παραγωγής το 2032.
Παράλληλα, αρκετοί ειδικοί θεωρούν ότι η ανακύκλωση χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στην κάλυψη των μελλοντικών αναγκών. Το αμερικανικό Υπουργείο Ενέργειας έχει ήδη χορηγήσει επιδοτήσεις σε εταιρείες που αναπτύσσουν σχετικές τεχνολογίες, μεταξύ των οποίων η Curio και η Oklo.
«Βλέπω ισχυρή ζήτηση για την ανακύκλωση ως το κρίσιμο κομμάτι που λείπει από την αμερικανική αλυσίδα πυρηνικών καυσίμων», δήλωσε ο Ed McGinnis.
Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ εισάγουν περίπου τα δύο τρίτα του εμπλουτισμένου ουρανίου που καταναλώνουν, μεγάλο μέρος του οποίου προέρχεται από τη Ρωσία. Η εισαγωγή ρωσικού εμπλουτισμένου ουρανίου αναμένεται να απαγορευτεί πλήρως από το 2028.
«Το βασικό ερώτημα είναι αν θα υπάρξει επαρκής δυναμικότητα από δυτικούς προμηθευτές έως το 2028 ώστε να καλυφθεί το κενό που θα αφήσει η Ρωσία», τόνισε ο Amir Vexler, επικεφαλής της Centrus Energy.
Όπως σημείωσε, η αγορά είναι πιθανό να βρεθεί αντιμέτωπη με μεγαλύτερες πιέσεις προσφοράς από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της πρόσφατης ιστορίας της, χωρίς να είναι ακόμη σαφές αν αυτό θα οδηγήσει σε σοβαρές ελλείψεις.
Η Centrus Energy επεκτείνει ήδη τις εγκαταστάσεις της στο Oak Ridge, επενδύοντας περισσότερα από 560 εκατ. δολάρια για την παραγωγή χιλιάδων προηγμένων φυγοκεντρητών που θα χρησιμοποιηθούν στη μονάδα εμπλουτισμού ουρανίου στο Ohio.
Παράλληλα, η Urenco, η οποία καλύπτει περίπου το ένα τρίτο των αμερικανικών αναγκών σε εμπλουτισμένο ουράνιο μέσω των εγκαταστάσεών της στο New Mexico, ολοκλήρωσε πέρυσι νέα επέκταση δυναμικότητας.
Επίσης, η Orano USA, θυγατρική του γαλλικού ομίλου Orano, αναπτύσσει μονάδα εμπλουτισμού πυρηνικών καυσίμων ύψους 5 δισ. δολαρίων στο Oak Ridge, με τις πρώτες παραδόσεις να αναμένονται στις αρχές της δεκαετίας του 2030.
Σύμφωνα με τον Jean-Luc Palayer, εάν οι ΗΠΑ επιτύχουν τον στόχο τους να τετραπλασιάσουν την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας έως το 2050, θα απαιτηθεί δωδεκαπλάσια αύξηση της εγχώριας δυναμικότητας εμπλουτισμού ουρανίου, εφόσον το καύσιμο προέρχεται αποκλειστικά από εγχώριες ή φιλικές πηγές.
«Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται περισσότερη εγχώρια και περισσότερο διαφοροποιημένη δυναμικότητα εμπλουτισμού», κατέληξε ο Παλαγιέρ.
www.worldenergynews.gr






