Σύμφωνα με δύο αξιωματούχους της ΕΕ που μίλησαν στο Euronews υπό καθεστώς ανωνυμίας, το ζήτημα αναμένεται να τεθεί προς απόφαση σε μία από τις εβδομαδιαίες συνεδριάσεις του Κολεγίου των 27 Επιτρόπων τον Οκτώβριο
Την τελική της απόφαση για το εάν θα διατηρήσει ή θα εγκαταλείψει τη θέση της κατά των νέων ερευνών για πετρέλαιο και φυσικό αέριο στην Αρκτική αναμένεται να λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση τον Οκτώβριο, στο πλαίσιο της αναθεωρημένης στρατηγικής της για την περιοχή.
Σύμφωνα με δύο αξιωματούχους της ΕΕ που μίλησαν στο Euronews υπό καθεστώς ανωνυμίας, το ζήτημα αναμένεται να τεθεί προς απόφαση σε μία από τις εβδομαδιαίες συνεδριάσεις του Κολεγίου των 27 Επιτρόπων τον Οκτώβριο. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με ενεργειακές πιέσεις, μετά και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει σύντομα την αναθεωρημένη στρατηγική της για την Αρκτική, επανεξετάζοντας τη θέση που είχε υιοθετήσει το 2021. Τότε, η ΕΕ είχε δεσμευθεί πολιτικά να διασφαλίσει ότι «το πετρέλαιο, ο άνθρακας και το φυσικό αέριο θα παραμείνουν στο έδαφος», ενώ είχε προτείνει τη δημιουργία μιας πολυμερούς νομικής υποχρέωσης για την απαγόρευση νέων ερευνών υδρογονανθράκων στην Αρκτική και τις γειτονικές περιοχές.
Η πρόταση είχε βρει τη στήριξη της Γερμανίας, ενώ Γερμανία, Σουηδία και Φινλανδία είχαν ευθυγραμμιστεί σε γενικές γραμμές με τη θέση της Επιτροπής. Η Δανία, από την άλλη, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ιδιαίτερα δύσκολη ισορροπία, καθώς καλείται να στηρίζει τις πράσινες επιδιώξεις της ΕΕ, χωρίς όμως να διαθέτει τη δυνατότητα να επιβάλει αντίστοιχες πολιτικές στη Γροιλανδία, την αυτόνομη περιοχή της που ελέγχει τους εκτεταμένους φυσικούς πόρους της, μεταξύ των οποίων και σημαντικά εκτιμώμενα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Παρά τις αρχικές προθέσεις, η στρατηγική της ΕΕ παρέμεινε τελικά μια πολιτική, μη δεσμευτική δέσμευση.
Ανοιχτό το ενδεχόμενο αλλαγής στάσης
Το ενδεχόμενο αναθεώρησης της ευρωπαϊκής πολιτικής ενισχύθηκε και από την παρέμβαση του επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Φατίχ Μπιρόλ, ο οποίος κάλεσε πρόσφατα την ΕΕ να επανεξετάσει την αντίθεσή της στις νέες έρευνες πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Αρκτική, επικαλούμενος ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας.
Οι ενεργειακές πιέσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά. Εκτιμήσεις αναφέρουν ότι ο πόλεμος των ΗΠΑ κατά του Ιράν κόστισε στην ΕΕ επιπλέον 60 δισ. ευρώ σε εισαγωγές ορυκτών καυσίμων κατά τους πρώτους 100 ημέρες της σύγκρουσης.
Σε αντίθεση με το 2021, η απόφαση για το εάν θα διατηρηθεί ή θα εγκαταλειφθεί η θέση κατά των νέων γεωτρήσεων αποτελεί πλέον ένα σαφές «ναι ή όχι», το οποίο θα κληθεί να αποφασίσει το Κολέγιο των Επιτρόπων, σύμφωνα με έναν από τους Ευρωπαίους αξιωματούχους.
Παρά τις πιέσεις του IEA και το έντονο lobbying της Νορβηγίας, η οποία διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Θάλασσα του Μπάρεντς, η πιθανότερη εξέλιξη είναι η ΕΕ να διατηρήσει την υφιστάμενη θέση της, σύμφωνα με δεύτερο αξιωματούχο.
Ωστόσο, η μη δεσμευτική φύση της στρατηγικής σημαίνει ότι η τελική απόφαση για την εφαρμογή σχετικών πολιτικών παραμένει στα κράτη-μέλη. Όπως σημείωσε ο πρώτος αξιωματούχος, αρκετές χώρες της ΕΕ που δεν είναι αρκτικές έχουν δείξει ιδιαίτερα αυξημένο ενδιαφέρον για τη νέα στρατηγική.
Ο Πάαλ Φρίσβολντ, συντονιστής της ΜΚΟ Alliance to Preserve the Moratorium on Oil Drilling in the Arctic, υποστηρίζει ότι, παρά την απουσία δεσμευτικών νομικών εργαλείων, το πολιτικό βάρος της ευρωπαϊκής θέσης μπορεί να επηρεάσει τα σχέδια και τις στρατηγικές άλλων περιοχών.
Η ΕΕ επιδιώκει να αποκτήσει μεγαλύτερο γεωπολιτικό αποτύπωμα στην Αρκτική, όμως το βασικό της εργαλείο παραμένει μια μη δεσμευτική στρατηγική. Ως αποτέλεσμα, η επιρροή των Βρυξελλών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά τους να πείσουν, να χρηματοδοτήσουν και να συνεργαστούν με τις χώρες που έχουν τον πραγματικό έλεγχο της περιοχής.
Η Νορβηγία επιμένει στις έρευνες
Καθώς πλησιάζει η παρουσίαση της νέας στρατηγικής και εντείνονται οι ανησυχίες για πιθανές ελλείψεις σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο ενόψει του χειμώνα, η Νορβηγία διαμηνύει ότι θα συνεχίσει τις έρευνες ανεξάρτητα από το τι θα αποφασίσει η ΕΕ.
Η Νορβηγία, αν και δεν είναι μέλος της ΕΕ, αποτελεί τον μεγαλύτερο προμηθευτή φυσικού αερίου της Ένωσης. Ο υπουργός Ενέργειας της χώρας, Τέρτζε Άασλαντ, δήλωσε πρόσφατα στο Reuters ότι, υπό τις σημερινές γεωπολιτικές και συνθήκες ασφαλείας, αλλά και δεδομένης της κατάστασης στους διαθέσιμους πόρους, η συνέχιση της δραστηριότητας στη Θάλασσα του Μπάρεντς εξυπηρετεί τόσο τα νορβηγικά όσο και τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Ο Φρίσβολντ απέρριψε αυτή την προσέγγιση, προειδοποιώντας ότι οι πολιτικές της ΕΕ για την κλιματική και ενεργειακή μετάβαση, όπως η ηλεκτροκίνηση και η στροφή προς εγχώρια παραγωγή καθαρής ενέργειας, θα μπορούσαν να μετατρέψουν νέες επενδύσεις σε υδρογονάνθρακες σε «stranded assets», δηλαδή περιουσιακά στοιχεία που δεν θα μπορέσουν να αποδώσουν τις αναμενόμενες αποδόσεις.
Όπως εξήγησε, έως το 2040 οι ευρωπαϊκές πολιτικές θα μπορούσαν να μειώσουν τη ζήτηση φυσικού αερίου στην ΕΕ κατά περίπου δύο τρίτα. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς νέες ανακαλύψεις στη βόρεια Θάλασσα του Μπάρεντς μπορεί να χρειαστούν 15 έως 20 χρόνια για να φτάσουν στο στάδιο της παραγωγής. Επομένως, κοιτάσματα που ανακαλύπτονται σήμερα κινδυνεύουν να τεθούν σε λειτουργία ακριβώς την περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή ζήτηση φυσικού αερίου θα υποχωρεί σημαντικά.
Από την πλευρά του, ο βουλευτής του νορβηγικού κοινοβουλίου, Στόρτινγκ, Γκρούντε Άλμελαντ, απέφυγε να προβλέψει την τελική απόφαση της ΕΕ, κάλεσε όμως τις Βρυξέλλες να διατηρήσουν την αντίθεσή τους στις νέες γεωτρήσεις στην Αρκτική.
Όπως υποστήριξε, η Αρκτική είναι μια εξαιρετικά ευάλωτη περιοχή που ήδη υφίσταται σημαντικές επιπτώσεις από την κλιματική αλλαγή και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να προστατευθεί αντί να ανοίξουν νέες περιοχές για την εξόρυξη ορυκτών καυσίμων.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η επέκταση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Αρκτική δεν αποτελεί βιώσιμη λύση για τις μακροπρόθεσμες ενεργειακές ανάγκες της Ευρώπης. Κατά την άποψή του, η Νορβηγία θα πρέπει να συμβάλει στην επιτάχυνση της μετάβασης προς την καθαρή ενέργεια αντί να προωθεί νέες γεωτρήσεις στην Αρκτική.
Το οικονομικό ενδιαφέρον και οι ανησυχίες των τοπικών κοινωνιών
Πέρα από το ζήτημα των υδρογονανθράκων, η αναθεωρημένη στρατηγική της ΕΕ αναμένεται να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στις οικονομικές και αμυντικές διαστάσεις της παρουσίας της στην Αρκτική.
Σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο που συμμετέχει στη διαμόρφωση της στρατηγικής, στόχος είναι να καθοριστούν οι προτεραιότητες της ΕΕ στην περιοχή και να εντοπιστούν επενδύσεις που θα μπορούσαν να συγχρηματοδοτηθούν από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Η οικονομική ανάπτυξη και η άμυνα αναμένεται να αποτελέσουν βασικούς άξονες της νέας προσέγγισης.
Ωστόσο, η ενίσχυση της γεωπολιτικής και οικονομικής παρουσίας της Ευρώπης προκαλεί προβληματισμό σε τοπικό επίπεδο, με εκπροσώπους των αρκτικών περιοχών να ζητούν μεγαλύτερη έμφαση στις ανάγκες των ίδιων των κοινωνιών.
Ο Μίκαελ Γιάνσον, διευθυντής του North Sweden European Office, που συντονίζει δίκτυο 14 περιοχών στη Σουηδική Αρκτική, την ανατολική και βόρεια Φινλανδία και τη βόρεια Νορβηγία, εξέφρασε την ανησυχία ότι οι επικείμενες συζητήσεις για την Αρκτική μπορεί να παραμερίσουν ξανά τις τοπικές και περιφερειακές προτεραιότητες.
Όπως σημείωσε, υπάρχει γενική συμφωνία ότι οι αρκτικές περιοχές διαθέτουν σημαντικά πλεονεκτήματα σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας, καθώς μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στις επενδύσεις για την πράσινη μετάβαση και στην ενίσχυση της άμυνας της περιοχής εν μέσω του αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού.
Τόνισε, ωστόσο, ότι οι επενδύσεις αυτές θα πρέπει να συνοδεύονται από αντίστοιχη κοινωνική ανάπτυξη, ώστε τα οφέλη να φτάνουν σε όλες τις τοπικές κοινότητες και να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες και οι δυνατότητες μικρότερων οικονομικών και κοινωνικών φορέων.
Το μεγάλο στοίχημα για την ΕΕ, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να διαμορφώσει μια συνεκτική πολιτική για την Αρκτική, καθώς μέχρι σήμερα διαφορετικά τμήματα των ευρωπαϊκών θεσμών φαίνεται να ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις: από τη μία ο διάλογος με τις αυτόχθονες κοινότητες και από την άλλη η έμφαση στην αξιοποίηση των φυσικών πόρων.
www.worldenergynews.gr






