Από τα περίπου 1,7 δισ. ευρώ της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας που συνδέεται με την ανάπτυξη του δικτύου, το μοντέλο του ΔΕΔΔΗΕ αποδίδει περίπου 88% σε εγχώρια δημιουργία αξίας - Με άλλα λόγια, οι επενδύσεις στα δίκτυα τροφοδοτούν μια ευρύτερη αλυσίδα δραστηριότητας μέσα στην ελληνική οικονομία
Για χρόνια τα δίκτυα ηλεκτρισμού αντιμετωπίζονταν κυρίως ως υποδομή που πρέπει να υπάρχει για να φτάσει το ρεύμα στον καταναλωτή. Η νέα ενεργειακή πραγματικότητα αλλάζει την εξίσωση. Η επέκταση και ο εκσυγχρονισμός τους μετατρέπονται σε έναν από τους κρίσιμους μηχανισμούς μέσω των οποίων η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να επιστρέψει αξία στην ελληνική οικονομία.
Αυτό αποτυπώνεται στην αποτίμηση του ΔΕΔΔΗΕ για τον αντίκτυπο της ανάπτυξης του δικτύου έως το 2030. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διαχειριστή, οι επενδύσεις και οι δράσεις που απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό της διανομής μπορούν να δημιουργήσουν περίπου 1,7 δισ. ευρώ ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (GVA) στην ελληνική οικονομία και να στηρίξουν 42.000 θέσεις εργασίας το 2030.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η αναλογία κόστους και οφέλους. Ο ΔΕΔΔΗΕ εκτιμά ότι το συνολικό κοινωνικό όφελος από την ανάπτυξη του δικτύου θα ξεπεράσει το τριπλάσιο του συνολικού κόστους του συστήματος έως το 2030.
Το 88% μένει στην ελληνική οικονομία
Δεν είναι μόνο το ύψος της οικονομικής δραστηριότητας που έχει σημασία. Είναι και το πού καταλήγει. Από τα περίπου 1,7 δισ. ευρώ της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας που συνδέεται με την ανάπτυξη του δικτύου, το μοντέλο του ΔΕΔΔΗΕ αποδίδει περίπου 88% σε εγχώρια δημιουργία αξίας. Με άλλα λόγια, οι επενδύσεις στα δίκτυα τροφοδοτούν μια ευρύτερη αλυσίδα δραστηριότητας μέσα στην ελληνική οικονομία.
Η διάσταση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όσο αυξάνονται οι ανάγκες για έργα δικτύου. Ο ΔΕΔΔΗΕ σχεδιάζει επενδυτικό πρόγραμμα περίπου 4,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030, ενώ περίπου 1 δισ. ευρώ κατευθύνεται σε 96 έργα προληπτικής ενίσχυσης της δυναμικότητας, πριν ακόμη εμφανιστούν όλα τα νέα φορτία που αναμένεται να πιέσουν το δίκτυο.
Ωστόσο, η οικονομική επίδραση των δικτύων δεν σταματά στις θέσεις εργασίας και στην προστιθέμενη αξία που δημιουργούν τα ίδια τα έργα. Το δεύτερο και πιθανώς μεγαλύτερο σκέλος βρίσκεται στην ενεργειακή μετάβαση που αυτά τα δίκτυα επιτρέπουν. Η δυνατότητα να συνδεθούν περισσότερες μονάδες ΑΠΕ, να απορροφηθεί περισσότερη πράσινη ενέργεια και να λειτουργήσει ένα πιο ευέλικτο σύστημα μπορεί, σύμφωνα με την αποτίμηση του ΔΕΔΔΗΕ, να οδηγήσει σε μείωση του συνολικού κόστους ηλεκτροπαραγωγής κατά 1,8-2,2 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030.
Στην εξίσωση προστίθεται ακόμη ένα όφελος, από την αποφυγή κόστους που συνδέεται με τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ύψους περίπου 200-300 εκατ. ευρώ ετησίως. Έτσι, το δίκτυο αποκτά έναν ρόλο που ξεπερνά κατά πολύ τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας από το σημείο παραγωγής στον καταναλωτή. Γίνεται η υποδομή που επιτρέπει στις ΑΠΕ, την αποθήκευση, την ηλεκτροκίνηση και τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας να λειτουργήσουν σε μεγαλύτερη κλίμακα.
Από τα καλώδια στις ΑΠΕ και την αποθήκευση
Η πίεση αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά έως το 2030. Ο ΔΕΔΔΗΕ υπολογίζει ότι περίπου 7 GW νέων μονάδων ΑΠΕ θα συνδεθούν απευθείας στο δίκτυό του μέχρι το 2030, μεταξύ άλλων σε 17 από τα 27 μη διασυνδεδεμένα νησιά.
Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη φάση της πράσινης μετάβασης δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα θα κατασκευαστούν. Θα κριθεί και από το αν το δίκτυο μπορεί να τα υποδεχθεί, να διαχειριστεί τις μεταβαλλόμενες ροές και να μεταφέρει την παραγόμενη ενέργεια εκεί όπου υπάρχει ζήτηση.
Στην άλλη πλευρά της εξίσωσης βρίσκονται τα νέα φορτία. Η ηλεκτροκίνηση, οι αντλίες θερμότητας, τα data centers, τα επιχειρηματικά πάρκα και τα λιμάνια δημιουργούν ένα διαφορετικό προφίλ κατανάλωσης. Η βασική πρόβλεψη για τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας το 2030 κινείται γύρω στις 51 TWh, όμως όταν συνυπολογιστεί το pipeline μεγάλων νέων φορτίων, η εκτίμηση ανεβαίνει στις 59,5 TWh.
Ουσιαστικά, το δίκτυο καλείται να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα δύο αντίθετες αλλά συμπληρωματικές μεταβολές, δηλαδή περισσότερη αποκεντρωμένη παραγωγή και περισσότερη ηλεκτρική κατανάλωση. Γι' αυτό και οι επενδύσεις δεν περιορίζονται στην κατασκευή νέων γραμμών. Περιλαμβάνουν υποσταθμούς, υποθαλάσσιες διασυνδέσεις, ψηφιακά συστήματα, έξυπνους μετρητές και εργαλεία διαχείρισης της ζήτησης και της παραγωγής.
Η μετάβαση αποτυπώνεται και στον ψηφιακό μετασχηματισμό του ΔΕΔΔΗΕ. Ήδη έχουν εγκατασταθεί 1,5 εκατ. έξυπνοι μετρητές, ενώ ο στόχος είναι η πλήρης κάλυψη έως το 2030. Παράλληλα, το 93% των RTUs (Απομακρυσμένη Μονάδα Τηλεμετρίας/Τηλεχειρισμού) των μονάδων ΑΠΕ έχει ενταχθεί στο SCADA, ενώ η κάλυψη του GIS έχει ξεπεράσει το 80%. Ο στόχος είναι ένα δίκτυο στο οποίο ο Διαχειριστής θα έχει σχεδόν πλήρη εικόνα σε πραγματικό χρόνο από το πού παράγεται η ηλεκτρική ενέργεια και πού καταναλώνεται, μέχρι το πώς μεταβάλλονται τα φορτία και πού χρειάζεται ενίσχυση.






