Αντιμέτωπο με διαρκώς αυξανόμενες δαπάνες για τη διατήρηση της σταθερότητας του ηλεκτρικού συστήματος βρίσκεται το Ηνωμένο Βασίλειο, παρά την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Σύμφωνα με το Bloomberg, οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργούν σημαντικές δυσλειτουργίες, με αποτέλεσμα η χώρα να αναγκάζεται να καταφεύγει σε δαπανηρές εισαγωγές ακόμη και όταν διαθέτει επαρκή παραγωγή από αιολικά πάρκα.
Η Βρετανία συγκαταλέγεται στις χώρες που επιδιώκουν με φιλόδοξους στόχους τη μετάβαση σε μια οικονομία μηδενικών καθαρών εκπομπών. Την ίδια στιγμή, όμως, οι καταναλωτές της αντιμετωπίζουν από τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, ενώ η εξασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης επιβαρύνει ολοένα περισσότερο το ενεργειακό σύστημα.
Παραδοσιακά, οι ανάγκες εξισορρόπησης αυξάνονται όταν οι καιρικές συνθήκες περιορίζουν την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, για παράδειγμα, τα φωτοβολταϊκά παράγουν λιγότερη ενέργεια σε σχέση με τους καλοκαιρινούς μήνες. Παράλληλα, οι περίοδοι ασθενών ανέμων μπορούν να περιορίσουν σημαντικά την ηλεκτροπαραγωγή από αιολικά πάρκα. Όταν δεν υπάρχει επαρκής εφεδρική ισχύς από άλλες πηγές, η κάλυψη των αναγκών απαιτεί αυξημένες εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας.
Στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, ωστόσο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Όπως επισημαίνει το Bloomberg, οι περιορισμένες δυνατότητες μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργούν «στενωπούς» στο δίκτυο, εμποδίζοντας την αξιοποίηση της διαθέσιμης παραγωγής εκεί όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη.
Η δυσκολία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη γεωγραφική κατανομή των ενεργειακών υποδομών. Τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά πάρκα κατασκευάζονται σε περιοχές με ευνοϊκές συνθήκες για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και όχι κατ' ανάγκη κοντά στα μεγάλα αστικά κέντρα και τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Αντίθετα, οι συμβατικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής μπορούν να εγκαθίστανται σε περισσότερες τοποθεσίες, ανάλογα με τις τεχνικές και λειτουργικές απαιτήσεις τους, διευκολύνοντας σε αρκετές περιπτώσεις τη σύνδεση της παραγωγής με τα κέντρα κατανάλωσης.
Στη Βρετανία, μεγάλο μέρος της αιολικής ισχύος βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της χώρας, κυρίως στη Σκωτία, ενώ σημαντικά κέντρα ζήτησης, όπως το Λονδίνο, βρίσκονται πολύ νοτιότερα. Η μεταφορά της παραγόμενης ενέργειας προς αυτές τις περιοχές προϋποθέτει ένα εκτεταμένο και επαρκώς ανεπτυγμένο δίκτυο γραμμών υψηλής τάσης.
Ωστόσο, η ανάπτυξη νέων αιολικών εγκαταστάσεων φαίνεται να προχωρά ταχύτερα από την κατασκευή των απαραίτητων υποδομών μεταφοράς. Σύμφωνα με το Bloomberg, η χώρα προσθέτει αιολικά πάρκα με ρυθμό που ξεπερνά την ικανότητά της να δημιουργεί τις γραμμές που απαιτούνται για τη μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας από τον βορρά προς τον νότο.
Η ανισορροπία αυτή έχει άμεσες οικονομικές συνέπειες. Σε περιπτώσεις όπου η ενέργεια δεν μπορεί να μεταφερθεί εγκαίρως στις περιοχές που τη χρειάζονται, το Ηνωμένο Βασίλειο αναγκάζεται να πραγματοποιεί έκτακτες εισαγωγές, ακόμη και όταν παράλληλα εξάγει ηλεκτρική ενέργεια από τον νότο προς τη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία.
Το κόστος αυτών των παρεμβάσεων είναι ιδιαίτερα υψηλό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg, οι δαπάνες για την εξισορρόπηση του δικτύου σε μία μόνο ημέρα ανήλθαν σε ποσό αντίστοιχο των 51,2 εκατ. δολαρίων. Τον προηγούμενο μήνα, ο συνολικός λογαριασμός εξισορρόπησης έφτασε στο ιστορικό υψηλό των περίπου 500 εκατ. λιρών, δηλαδή 666 εκατ. δολαρίων.
Μάλιστα, σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων ενεργειακής μετάβασης LCP Data, η οποία παρείχε τα σχετικά στοιχεία στο Bloomberg, υπάρχει το ενδεχόμενο να καταγραφεί νέο ρεκόρ μέσα στον τρέχοντα μήνα.
Ο Τζέισον Μαν, διευθύνων σύμβουλος της FTI Consulting, υποστηρίζει ότι κατά τον σχεδιασμό των αιολικών εγκαταστάσεων δεν δόθηκε επαρκής προσοχή στις περιοχές όπου θα καταναλωνόταν η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια. Όπως επισημαίνει, το κόστος που προκύπτει από αυτή την επιλογή θα επιβαρύνει το σύστημα για πολλές δεκαετίες. Από την άλλη πλευρά, η εγκατάσταση ανεμογεννητριών κοντά στα κέντρα κατανάλωσης δεν αποτελεί πάντοτε αποτελεσματική λύση, καθώς η παραγωγή τους εξαρτάται από την ένταση και τη συχνότητα των ανέμων σε κάθε περιοχή.
Το πρόβλημα αναδεικνύει τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες χώρες στην προσπάθειά τους να συνδυάσουν την απανθρακοποίηση της οικονομίας με την ενεργειακή ασφάλεια και τις προσιτές τιμές. Η αύξηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές δεν αρκεί από μόνη της, εφόσον οι υποδομές αδυνατούν να μεταφέρουν την ενέργεια με αξιοπιστία και χωρίς υπέρογκες επιβαρύνσεις.
Παράλληλα, το κόστος της ενεργειακής μετάβασης δεν περιορίζεται στις επενδύσεις για νέες μονάδες παραγωγής. Απαιτούνται πρόσθετες δαπάνες για την αναβάθμιση των δικτύων, την εξασφάλιση εφεδρειών και τη διαχείριση των διακυμάνσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με σημαντικό μέρος του οικονομικού βάρους να καταλήγει στους καταναλωτές.
Στις αρχές του μήνα, η βρετανική ρυθμιστική αρχή ενέργειας Ofgem ενεργοποίησε μηχανισμό με στόχο τον περιορισμό των επιπτώσεων από τις έντονες διακυμάνσεις στη χονδρεμπορική αγορά. Το μέτρο προβλέπει αποζημιώσεις προς προμηθευτές που έχουν αγοράσει ηλεκτρική ενέργεια εκ των προτέρων, όταν οι πελάτες τους επιλέγουν στη συνέχεια φθηνότερα τιμολόγια από ανταγωνιστικές εταιρείες. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να περιοριστεί η οικονομική έκθεση των προμηθευτών που είχαν δεσμευτεί σε υψηλότερες τιμές πριν από την πτώση της αγοράς, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters.
Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει την αυξανόμενη πολυπλοκότητα του βρετανικού ενεργειακού συστήματος, σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές εντάσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν το κόστος της ενέργειας διεθνώς. Παρά την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών, οι τιμές εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις συνθήκες στην ευρύτερη αγορά ενέργειας, συμπεριλαμβανομένου του κόστους των ορυκτών καυσίμων.
Η ενίσχυση των δικτύων μεταφοράς θεωρείται βασική προϋπόθεση για τον περιορισμό των προβλημάτων. Η κατασκευή νέων γραμμών που θα συνδέουν τις περιοχές παραγωγής με τα μεγάλα κέντρα κατανάλωσης μπορεί να μειώσει την ανάγκη για έκτακτες εισαγωγές και δαπανηρές παρεμβάσεις εξισορρόπησης. Το μεγάλο ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει η χρηματοδότηση των αναγκαίων επενδύσεων, χωρίς το κόστος τους να μετακυλιστεί δυσανάλογα στους λογαριασμούς των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
www.worldenergynews.gr






