Ενέργεια & Αγορές

Shell: Εξετάζει το come back στη Βενεζουέλα με στόχο δισεκατομμύρια από το φυσικό αέριο

Shell: Εξετάζει το come back στη Βενεζουέλα με στόχο δισεκατομμύρια από το φυσικό αέριο
Ο βρετανικός ενεργειακός κολοσσός επιδιώκει να αξιοποιήσει τα πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου που βρίσκονται μεταξύ της Βενεζουέλας και των γειτονικών υπεράκτιων νησιών του Τρινιντάντ και Τομπάγκο, αν και επί χρόνια αντιμετώπιζε καθυστερήσεις λόγω των αμερικανικών κυρώσεων
Η Shell θα μπορούσε να αποκομίσει δισεκατομμύρια δολάρια από νέα έργα φυσικού αερίου στη Βενεζουέλα, μετά την απομάκρυνση του Μαδούρο από τον Τραμπ.

Ο βρετανικός ενεργειακός κολοσσός επιδιώκει να αξιοποιήσει τα πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου που βρίσκονται μεταξύ της Βενεζουέλας και των γειτονικών υπεράκτιων νησιών του Τρινιντάντ και Τομπάγκο, αν και επί χρόνια αντιμετώπιζε καθυστερήσεις λόγω των αμερικανικών κυρώσεων.

Η παρέμβαση του Τραμπ ανοίγει τον δρόμο για επιτάχυνση του μεγάλου έργου στο κοίτασμα Dragon, το οποίο βρίσκεται σε βενεζουελανικά ύδατα. Το συγκεκριμένο project εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αποφέρει έσοδα περίπου 500 εκατ. δολαρίων ετησίως για διάστημα έως και τριών δεκαετιών, μεταφραζόμενο σε μια πολυδισεκατομμυριούχα ευκαιρία. 

Το κοίτασμα Dragon διαθέτει αποθέματα που υπολογίζονται σε περίπου 120 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, ποσότητα σχεδόν τριπλάσια από την ετήσια κατανάλωση του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ ακόμη μεγαλύτερα αποθέματα βρίσκονται σε γειτονικά πεδία.

Η ανάπτυξη του έργου έχει παγώσει εξαιτίας αντιπαραθέσεων με τις αμερικανικές αρχές σχετικά με τις άδειες, ωστόσο εκτιμάται ότι η Shell θα επαναφέρει τη Βενεζουέλα στο επίκεντρο των σχεδίων της μετά τις πρόσφατες εξελίξεις. 

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει καλέσει τις πετρελαϊκές εταιρείες να επενδύσουν στη χώρα για την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου και τη βελτίωση των υποδομών, αν και έχει τονίσει ότι προτεραιότητα θα έχουν οι αμερικανικές επιχειρήσεις, γεγονός που ενδέχεται να υποχρεώσει τη Shell να αναζητήσει τοπικό ή διεθνή εταίρο.

Σύμφωνα με τον Άσλεϊ Κέλτι της επενδυτικής τράπεζας Panmure Liberum, οι μεγάλοι κερδισμένοι θα είναι οι αμερικανικοί κολοσσοί, με αιχμή τη Chevron, η οποία ήδη δραστηριοποιείται στη Βενεζουέλα. 

Όπως σημειώνει, οι ευρωπαϊκές εταιρείες ενδέχεται να αποκλειστούν από τα πιο ελκυστικά έργα αρχικά, αλλά να προσκληθούν αργότερα, καθώς οι αμερικανικές εταιρείες θα επιδιώξουν κοινοπραξίες για τη διασπορά του κινδύνου, με τη Shell και τη BP να θεωρούνται πρώτες επιλογές.

Η Shell αρνήθηκε να σχολιάσει, ενώ και η BP διαθέτει μικρότερη παρουσία στην περιοχή που θα μπορούσε να αναβιώσει. 

Η BP είχε εξασφαλίσει άδεια έρευνας και παραγωγής για το κοίτασμα Manakin-Cocuina το 2024, ωστόσο οι εγκρίσεις από τις ΗΠΑ ανακλήθηκαν από την κυβέρνηση Τραμπ τον Απρίλιο του περασμένου έτους, με την εταιρεία να ασκεί πιέσεις για την επαναφορά τους.

Μέχρι στιγμής, οι πετρελαϊκές εταιρείες αποφεύγουν να δηλώσουν δημόσια αν θα επενδύσουν στη Βενεζουέλα, λόγω της αβεβαιότητας για το μέλλον της χώρας. 

Η Chevron, η οποία ήδη δραστηριοποιείται εκεί υπό κρατική εποπτεία, είναι η μόνη παγκόσμια υπερδύναμη του κλάδου που έχει τοποθετηθεί δημόσια, δηλώνοντας ότι παραμένει προσηλωμένη στην ασφάλεια των εργαζομένων της και στη συμμόρφωση με όλους τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς.

Η Βενεζουέλα πάντως συνιστά τεράστια επενδυτική ευκαιρία, καθώς διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, αλλά κατατάσσεται μόλις 20ή σε επίπεδο παραγωγής. 

Αν και το άνοιγμα της χώρας ευνοεί τις δυτικές εταιρείες, αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τον OPEC, το καρτέλ των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, που επιδιώκει να ελέγχει την παραγωγή και να διασφαλίζει υψηλές τιμές, ιδίως στις αγορές της Δυτικής Ευρώπης, των ΗΠΑ και της Κίνας.

Η δέσμευση του Τραμπ για αύξηση της παραγωγής στη Βενεζουέλα απειλεί να αποδυναμώσει περαιτέρω τον ήδη εύθραυστο έλεγχο του OPEC και να πιέσει τις τιμές του πετρελαίου χαμηλότερα, με τους επενδυτές να προετοιμάζονται για αυξημένη μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές. 

Όπως επισημαίνουν αναλυτές, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε παγκόσμιο πλεόνασμα προσφοράς, ενισχύοντας τη δυνατότητα του Τραμπ να ασκήσει σημαντικό έλεγχο στις ροές και στις τιμές της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου.

Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν κατά 18% το 2025, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ετήσια πτώση από την περίοδο της πανδημίας το 2020, ένδειξη της φθίνουσας επιρροής του OPEC. 
Ο οργανισμός, που ιδρύθηκε το 1960 με τη Βενεζουέλα ως ένα από τα πέντε ιδρυτικά μέλη μαζί με τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Ιράν και το Ιράκ, αριθμεί σήμερα 12 μέλη, ενώ άλλα 10 συμμετέχουν στο σχήμα OPEC+, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας.

Σε μια προσπάθεια στήριξης των τιμών, ο OPEC+ αποφάσισε την Κυριακή να παγώσει τις αυξήσεις παραγωγής για το πρώτο τρίμηνο του 2026.

www.worldenergynews.gr
 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης