AD
Βιομηχανία & Απανθρακοποίηση

Μυτιληναίος στους FT: Τα μέτρα στήριξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση

Μυτιληναίος στους FT: Τα μέτρα στήριξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση
Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, η «στοχευμένη στήριξη» αποτελεί «ένα θετικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», καθώς βοηθά τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και τις επιβαρύνσεις από το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών ρύπων 
Ο πρόεδρος της Metlen, Ευάγγελος Μυτιληναίος, χαιρέτισε τα πρόσφατα μέτρα στήριξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, όπως καταγράφεται σε δήλωσή του που δημοσιεύτηκε σε πρόσφατο άρθρο των Financial Times για την αυξανόμενη χρήση κρατικών επιδοτήσεων στην ΕΕ. 

Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, η «στοχευμένη στήριξη» αποτελεί «ένα θετικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», καθώς βοηθά τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και τις επιβαρύνσεις από το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών ρύπων.

Αναλυτικά το άρθρο των FT

Για τον Γκούναρ Γκρέμπλερ, διευθύνοντα σύμβουλο της γερμανικής χαλυβουργίας Salzgitter, η μείωση των εκπομπών άνθρακα μοιάζει με μια γέφυρα: είναι ακριβή στην κατασκευή, αδύνατο να διασχιστεί χωρίς στήριξη και επικίνδυνο να εγκαταλειφθεί στη μέση της διαδρομής.
 
«Έχουμε ήδη ανέβει πάνω σε αυτή τη γέφυρα και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουμε ακόμη και ωθηθεί προς αυτή», δηλώνει ο Γκρέμπλερ, εξηγώντας γιατί θεωρεί ότι η εταιρεία του δικαιούται μερίδιο από τα δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ κρατικών ενισχύσεων που χορηγούν κάθε χρόνο οι κυβερνήσεις της ΕΕ.
 
«Τώρα όμως πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η γέφυρα δεν θα καταρρεύσει ξαφνικά κάπου στη μέση και μας αφήσει στο κενό — πρέπει πραγματικά να φτάσουμε στην άλλη πλευρά».
 
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις διατυπώνουν το ίδιο επιχείρημα.
 
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία, η οποία συνήθισε στη στήριξη των κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ανησυχούσε ήδη για τον ανταγωνισμό από τις επιδοτούμενες κινεζικές εισαγωγές. Πλέον, ο πόλεμος με το Ιράν έχει καταστήσει τους λογαριασμούς ενέργειας ακόμη πιο ευάλωτους στις γεωπολιτικές εξελίξεις, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να ζητούν νέα βοήθεια.
 
Ως απάντηση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαλάρωσε το πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων — τους κανόνες που έχουν στόχο να αποτρέπουν τις επιδοτήσεις που δίνουν αθέμιτο πλεονέκτημα σε εταιρείες — επιτρέποντας στις κυβερνήσεις της Ευρώπης να επεκτείνουν τις επιδοτήσεις.
 
Καθώς η ΕΕ προσπαθεί να αναστρέψει την απώλεια ανταγωνιστικότητας, πολλές χώρες δεν αναρωτιούνται πλέον αν πρέπει να παρέμβουν, αλλά πώς και σε ποιο βαθμό.
 
Το 2024, το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, τα κράτη-μέλη της ΕΕ δαπάνησαν συνολικά 168,23 δισ. ευρώ — ποσό που αντιστοιχεί σε λίγο λιγότερο από το 1% του συνολικού ΑΕΠ της Ένωσης — σε επιδοτήσεις που η Κομισιόν έκρινε συμβατές με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
 
Οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν ότι η μακροπρόθεσμη τάση είναι ανοδική, καθώς οι κρατικές ενισχύσεις είχαν ήδη αυξηθεί περίπου κατά 50% την περίοδο 2014-2019, πριν εκτοξευθούν κατά την πανδημία. Παρά τη μετέπειτα αποκλιμάκωση, τα επίπεδα δεν έχουν επιστρέψει στα προ πανδημίας δεδομένα.
 
Το ερώτημα πλέον είναι αν θα εγκριθούν ακόμη υψηλότερα επίπεδα κρατικών ενισχύσεων, ποιες χώρες και ποιοι κλάδοι θα ευνοηθούν και κατά πόσο η ΕΕ μετατρέπεται σε μια πιο παρεμβατική οικονομία, όπου το δημόσιο χρήμα δεν αποτελεί πλέον έσχατη λύση αλλά εργαλείο βιομηχανικής στρατηγικής.
 
«Αυτό που ξεκίνησε ως έκτακτο εργαλείο μετατρέπεται πλέον σε πιο μόνιμο πλαίσιο βιομηχανικής πολιτικής, αναγνωρίζοντας την ανάγκη ισχυρότερης κρατικής στήριξης σε έναν πολυπολικό κόσμο», δηλώνει ο Αλεξάντερ Τομπίνσκι, εταίρος της Clifford Chance.
 
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η στροφή προς περισσότερες επιδοτήσεις είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, επικαλούμενοι τη μαζική κρατική στήριξη που παρέχει η Κίνα στις δικές της επιχειρήσεις.
 
Προειδοποιούν ότι αν η Ευρώπη παραμείνει υπερβολικά «δογματική», κινδυνεύει να χάσει στρατηγικούς κλάδους προς όφελος της Κίνας και των ΗΠΑ, οι οποίες χρησιμοποιούν τις επιδοτήσεις πολύ πιο επιθετικά.
 
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει επανειλημμένα καλέσει τις Βρυξέλλες να χαλαρώσουν περαιτέρω τους κανόνες, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη είναι «το μόνο μέρος όπου δεν προστατεύουμε τους εγχώριους παίκτες μας».
 
Άλλοι όμως ανησυχούν ότι οι επιδοτήσεις θα στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό εντός της ίδιας της ΕΕ, ευνοώντας τη Γερμανία και τη Γαλλία εις βάρος μικρότερων χωρών, ενώ παράλληλα θα διατηρούν στη ζωή μη βιώσιμες επιχειρήσεις, επιβαρύνοντας τους φορολογούμενους.
 
«Όταν η δυνατότητα παροχής κρατικών ενισχύσεων διαφέρει τόσο πολύ μεταξύ των κρατών-μελών, υπάρχει κίνδυνος κατακερματισμού της αγοράς και στρέβλωσης των επενδυτικών αποφάσεων», δηλώνει ο διευθύνων σύμβουλος της Stora Enso, Χανς Σόλστρεμ.
 
Ο φόβος που εκφράζει είναι ότι το Βερολίνο, όπως και άλλες μεγάλες οικονομίες, θα μπορεί να ξοδεύει πολύ περισσότερα χρήματα για να στηρίζει τους δικούς του «εθνικούς πρωταθλητές», διαβρώνοντας την ενιαία αγορά από μέσα.
 
«Σε ορισμένες χώρες μπορείς να λάβεις επιδοτήσεις ή κρατική στήριξη που καλύπτουν από το 40% έως το 60% του κόστους ενός επενδυτικού έργου, και αυτές εγκρίνονται από τις Βρυξέλλες», δηλώνει ο Χένρικ Χένρικσον, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας πράσινου χάλυβα Stegra. Όπως προσθέτει, στη Σουηδία «κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο».
 
Η Stegra έλαβε μόλις το 5% του επενδυτικού της κόστους μέσω επιδοτήσεων από τη Στοκχόλμη ή την ΕΕ.
 
«Υπάρχει κίνδυνος να κατευθύνουμε τις επενδύσεις προς τις χώρες με τους ισχυρότερους ισολογισμούς», προειδοποιεί ο Χένρικσον.
 
Δεν είναι επίσης όλοι πεπεισμένοι ότι η αύξηση των κρατικών ενισχύσεων αποτελεί την κατάλληλη απάντηση απέναντι στις επιδοτήσεις που εφαρμόζουν χώρες όπως η Κίνα και οι ΗΠΑ.
 
Ο Τομάζο Βαλέτι, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Κομισιόν και σήμερα καθηγητής στο Imperial College του Λονδίνου, υποστηρίζει ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να αντιγράφει άλλες δυνάμεις.
 
«Το συγκριτικό πλεονέκτημα της ΕΕ είναι το μέγεθος και το άνοιγμα της αγοράς της», δηλώνει. «Αν το υπονομεύσουμε αυτό με κατακερματισμένες επιδοτήσεις, χάνουμε το μοναδικό στοιχείο που δεν μπορούν να αντιγράψουν οι ΗΠΑ και η Κίνα».
 
Για δεκαετίες, η φιλοσοφία της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις ήταν απλή: λιγότερες και καλύτερες επιδοτήσεις.
 
Οι επιδοτήσεις θεωρούνταν αναγκαίο κακό, ανεκτό μόνο για τη διόρθωση σαφών αποτυχιών της αγοράς και υπό αυστηρή εποπτεία από την ισχυρή Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της ΕΕ. Θεωρητικά, απαγορευόταν οι χώρες με μεγαλύτερη δημοσιονομική δύναμη να ενισχύουν υπέρμετρα τους δικούς τους εθνικούς πρωταθλητές.
 
Αυτό άρχισε να αλλάζει με την πανδημία Covid-19. Οι προσωρινοί κανόνες της ΕΕ έδωσαν μεγαλύτερη ευελιξία στις κυβερνήσεις να στηρίξουν τις επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης του 2022, οδηγώντας σε τεράστια ποσά κρατικών ενισχύσεων για τη διάσωση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
 
Οι κρίσεις αυτές συνέπεσαν με τη γενικότερη στροφή προς περισσότερο κρατικό παρεμβατισμό τόσο στην Κίνα όσο και στις ΗΠΑ. Ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από βαριά επιδοτούμενες κινεζικές εταιρείες οδήγησε αρκετές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να ζητούν πιο παρεμβατική πολιτική από τις κυβερνήσεις τους.
 
Παράλληλα, οι γενναιόδωρες φορολογικές ελαφρύνσεις του αμερικανικού νόμου Inflation Reduction Act του 2022 προκάλεσαν έντονη ανησυχία στην Ευρώπη, καθώς πολλές κυβερνήσεις αισθάνθηκαν ότι πρέπει να απαντήσουν στις αμερικανικές επιδοτήσεις και στις πολιτικές «Buy America» για την πράσινη μετάβαση.
 
Η Γαλλία, παραδοσιακά υπέρμαχος του κρατικού παρεμβατισμού, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να πιέσει υπέρ πιο χαλαρών περιορισμών στις επιδοτήσεις ως μέρος μιας ενεργητικής βιομηχανικής πολιτικής.
 
Αξιωματούχοι της ΕΕ υποστηρίζουν ότι το ευρωπαϊκό καθεστώς επιδοτήσεων παραμένει στοχευμένο και περιορισμένο και ότι, σε αντίθεση με την Κίνα, η Ευρώπη δεν έχει ανοίξει ανεξέλεγκτα τις στρόφιγγες των ενισχύσεων. Ωστόσο, πολλοί εκτιμούν ότι σε έναν κόσμο αυξανόμενου οικονομικού ανταγωνισμού και γεωπολιτικών συγκρούσεων, η βασική προσέγγιση της Ευρώπης απέναντι στις επιδοτήσεις έχει αλλάξει ριζικά.
 
«Δεν συζητάμε πλέον αν οι κρατικές ενισχύσεις είναι το σωστό φάρμακο, παρά τα ερωτήματα που εγείρονται για τον θεμιτό ανταγωνισμό», δηλώνει ανώτερος ευρωπαίος διπλωμάτης.
 
Η χώρα με τη μεγαλύτερη επιρροή παραμένει η Γερμανία, η οποία χορήγησε σχεδόν το ένα τέταρτο όλων των κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ το 2024.
 
Το γεγονός εξηγείται εν μέρει από το μέγεθος της οικονομίας της, αλλά και από την ισχυρή επιρροή της στις Βρυξέλλες και το σοβαρό πλήγμα που υπέστη η βιομηχανία της μετά τη διακοπή των φθηνών ρωσικών ενεργειακών προμηθειών.
 
Αν και ορισμένες μικρότερες οικονομίες, όπως η Ουγγαρία και η Ρουμανία, δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ τους σε κρατικές ενισχύσεις, σε απόλυτους αριθμούς δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τη γερμανική οικονομική ισχύ, προκαλώντας ανησυχία σε μικρότερες και λιγότερο εύπορες πρωτεύουσες.
 
Η επίτροπος Ανταγωνισμού της ΕΕ Τερέζα Ριμπέρα, παρουσιάζοντας το νέο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για τον περιορισμό των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου με το Ιράν, δήλωσε ότι αυτό θα επιτρέψει στην ΕΕ «να χορηγήσει κρατική βοήθεια για τον μετριασμό των άμεσων αρνητικών επιπτώσεων στις πιο εκτεθειμένες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, διατηρώντας παράλληλα ίσους όρους ανταγωνισμού».
 
Ωστόσο, ο Χένρικσον της Stegra επισημαίνει ότι σημαντικό ρόλο στις επενδυτικές αποφάσεις παίζει «ποιες χώρες είναι πιο υποστηρικτικές», δηλαδή ποιες προσφέρουν μεγαλύτερες επιδοτήσεις.
 
Η εταιρεία του εξετάζει επενδύσεις στην Πορτογαλία, η οποία διαθέτει καλύτερους ανανεώσιμους ενεργειακούς πόρους αλλά μικρότερη δυνατότητα επιδοτήσεων, καθώς και στη Γαλλία, η οποία μπορεί να προσφέρει πολύ μεγαλύτερη κρατική στήριξη.
 
Ο ίδιος χαρακτηρίζει τις διαφορές στα επίπεδα επιδοτήσεων μεταξύ κρατών-μελών ως «παιχνίδι με τη φωτιά», δεδομένου ότι η ενιαία αγορά αποτελεί «ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία» της Ευρώπης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
 
Οι πιο φιλελεύθερες οικονομικά χώρες της Ευρώπης, όπως η Ολλανδία και τα σκανδιναβικά κράτη, υποστηρίζουν ότι αντί για επιδοτήσεις η ΕΕ θα έπρεπε να επικεντρωθεί στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσω βαθύτερης ενοποίησης της ενιαίας αγοράς, επενδύσεων στις υποδομές και ενίσχυσης των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού.
 
«Οι χαλαροί κανόνες κρατικών ενισχύσεων κατακερματίζουν το ίδιο το ευρωπαϊκό πεδίο ανταγωνισμού, καθώς οι χώρες με ισχυρότερους ισολογισμούς επωφελούνται περισσότερο», δηλώνει ευρωπαίος διπλωμάτης. «Η μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να βασίζεται σε έναν αγώνα επιδοτήσεων μεταξύ κρατών-μελών».
 
www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης