Το 2026 επρόκειτο να αποτελέσει σημείο καμπής για τις διεθνείς αγορές άνθρακα, με την ενεργοποίηση του νέου μηχανισμού εμπορίας μεταξύ κρατών υπό τον ΟΗΕ και την υποχρεωτική ένταξη των αεροπορικών εταιρειών σε σύστημα αντιστάθμισης εκπομπών
Εταιρείες από τουλάχιστον εννέα ευρωπαϊκές χώρες αγόρασαν πιστώσεις άνθρακα από έργα που φαίνεται είτε να μην υπάρχουν είτε να έχουν πιστοποιηθεί από ελεγκτή που μετατράπηκε σε developer έργων, λειτουργώντας ουσιαστικά σε ένα σύστημα «περιστρεφόμενης πόρτας», σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg.
Στους κιτρινωπούς λόφους του οροπεδίου Loess στην κεντρική Κίνα, η ενεργειακή βιομηχανία γνωρίζει έντονη ανάπτυξη. Το ίδιο συμβαίνει και με τη βιομηχανία μείωσης εκπομπών.
Ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν χρηματοδοτήσει μια σειρά εγκαταστάσεων επεξεργασίας ξηρού φυσικού αερίου στην περιοχή, οι οποίες διαχειρίζονται αέριο με ελάχιστους ή καθόλου υγρούς υδρογονάνθρακες.
Παράλληλα, έχουν επενδύσει σε έργα παραγωγής πιστώσεων άνθρακα, κυρίως μέσω της δέσμευσης ρύπων που διαφορετικά θα διαρρέαν στην ατμόσφαιρα.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα γραφειοκρατική αλλά δυνητικά ιδιαίτερα κερδοφόρα διαδικασία. Ο developer ενός έργου - είτε ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης είτε τρίτος- καταθέτει πρόταση σε μηχανισμό πιστοποίησης άνθρακα εξηγώντας πώς θα μειωθούν οι εκπομπές και ποιος εξοπλισμός θα χρησιμοποιηθεί.
Στη συνέχεια, ένας ανεξάρτητος ελεγκτής επαληθεύει την εγκατάσταση και το σχέδιο και τελικά το έργο μπορεί να καταχωρηθεί, να εγκριθεί από τις αρχές και να τεθεί σε εφαρμογή, επιτρέποντας στον developer να αρχίσει να πωλεί πιστώσεις.
Έργα στο πετρελαϊκό πεδίο Changqing, τα οποία υποστήριζαν ότι απέτρεπαν σχεδόν 120.000 τόνους εκπομπών CO2e, καταχωρήθηκαν στις αυστριακές και πολωνικές αρχές το 2023 και στο Λουξεμβούργο το 2021, σύμφωνα με εκθέσεις επαλήθευσης και στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, όταν δημοσιογράφοι του Bloomberg επισκέφθηκαν ορισμένες από τις τοποθεσίες που αναφέρονταν στα έγγραφα τον Νοέμβριο και το BloombergNEF ανέλυσε υλικό καταγραφής από drone και δορυφορικές εικόνες, τα έργα δεν φάνηκε να υπάρχουν. Μία από τις εγκαταστάσεις βρισκόταν ακόμη υπό ανάπτυξη, χωρίς ίχνος του εξοπλισμού που απαιτείται για τη δέσμευση εκπομπών.
Τα έγγραφα καταχώρησης περιλαμβάνουν γεωγραφικές συντεταγμένες, ωστόσο η ταυτοποίηση τοποθεσιών στην Κίνα δεν είναι πάντα εύκολη, καθώς η κυβέρνηση περιορίζει την πρόσβαση σε γεωγραφικά δεδομένα και οι υπηρεσίες χαρτογράφησης χρησιμοποιούν το σύστημα “Mars Coordinates”, το οποίο εισάγει τυχαία απόκλιση στις θέσεις GPS.
Σε μικρή απόσταση από τα γραφεία που αναφέρονταν στα έγγραφα, το Bloomberg εντόπισε μεγάλη εγκατάσταση επεξεργασίας με δεξαμενές αποθήκευσης αργού πετρελαίου και υγραερίου.
Οι πινακίδες επιβεβαίωσαν ότι επρόκειτο για την αναζητούμενη τοποθεσία, ωστόσο ο εξοπλισμός παρέπεμπε σε επεξεργασία υγρών καυσίμων και όχι σε εγκατάσταση ανάκτησης αερίων ή δέσμευσης εκπομπών.
Σύμφωνα με την ανάλυση του BloombergNEF, δεν εντοπίστηκε εξοπλισμός ελέγχου εκπομπών στις εγκαταστάσεις που εξετάστηκαν λεπτομερώς. Παρότι υπάρχουν και άλλες απομακρυσμένες εγκαταστάσεις στην περιοχή, η διαθέσιμη δορυφορική ανάλυση δεν επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα.
Developer του έργου Changqing εμφανίζεται η εταιρεία Shaanxi LY Oil and Gas Technology Service Co., ωστόσο η δηλωμένη διεύθυνση στο Πεκίνο αντιστοιχεί σε διαμέρισμα σε κυρίως οικιστικό συγκρότημα, στοιχείο που είχε αποκαλύψει πρώτη η γερμανική τηλεόραση ZDF. Η εταιρεία δεν απάντησε στα αιτήματα σχολιασμού του Bloomberg.
Στη Γερμανία, το σκάνδαλο με τις κινεζικές πιστώσεις άνθρακα στο πλαίσιο του κρατικού συστήματος UER ξέσπασε πριν από περισσότερα από δύο χρόνια.
Συνολικά 45 έργα αντιστάθμισης εκπομπών που πωλούσαν πιστώσεις σε μεγάλες ενεργειακές εταιρείες χαρακτηρίστηκαν από τις γερμανικές αρχές ως «ύποπτα», με υπερεκτιμημένο περιβαλλοντικό αντίκτυπο ή ακόμη και ψευδή.
Οι αρχές απέσυραν τις πιστώσεις που προέρχονταν από τα 2/3 αυτών των έργων, ενώ σχεδόν όλοι οι χορηγοί έχουν προσφύγει κατά των αποφάσεων.
Παρότι η αγορά πιστώσεων άνθρακα αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια ζητήματα αξιοπιστίας, πλήρως πλασματικά έργα θεωρούνταν μέχρι πρότινος εξαιρετικά σπάνια, σύμφωνα με τον Jürg Füssler της συμβουλευτικής Infras και πρώην σύμβουλο του ΟΗΕ.
Τα 30 έργα που ακυρώθηκαν ισχυρίζονταν ότι εξοικονομούσαν 2,1 εκατ. τόνους CO2, ποσότητα αντίστοιχη με τις εκπομπές περίπου 500.000 αυτοκινήτων ή την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας 300.000 κατοικιών σε ετήσια βάση.
Παρότι οι πιστώσεις έχουν πλέον ακυρωθεί, οι εταιρείες και τα πρόσωπα πίσω από τα έργα είναι απίθανο να αντιμετωπίσουν νομικές συνέπειες. Έρευνα για απάτη εις βάρος 17 εργαζομένων σε ευρωπαϊκούς φορείς πιστοποίησης έκλεισε τον Ιανουάριο λόγω έλλειψης αποδείξεων, ενώ οι ίδιες οι εταιρείες δεν μπορούν να διωχθούν ποινικά βάσει της γερμανικής νομοθεσίας.
Εκπρόσωπος της γερμανικής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος ανέφερε ότι οι έρευνες κατέδειξαν σαφώς πως ορισμένα έργα βασίζονταν σε εσφαλμένα έγγραφα, δεν παρείχαν τις υποσχόμενες μειώσεις εκπομπών ή δεν είχαν πιστοποιηθεί σωστά. Ωστόσο, οι παραβάσεις αυτές δεν συνεπάγονται αυτομάτως ποινική ευθύνη.
Καμία από τις εταιρείες που αγόρασαν τις πιστώσεις —μεταξύ αυτών οι BP, EDF, ExxonMobil, MOL, OMV, Shell, TotalEnergies και Vitol— δεν υποχρεούται να πληρώσει πρόστιμο, καθώς οι αγορές έγιναν «καλή τη πίστει» και στο πλαίσιο λειτουργίας του συστήματος.
Ωστόσο, η Γερμανία είναι μόνο μία από τις τουλάχιστον εννέα ευρωπαϊκές χώρες όπου εντοπίστηκαν πιστώσεις άνθρακα από έργα με αντίστοιχα προβληματικά χαρακτηριστικά. Ορισμένα φαίνεται να μην υπάρχουν καθόλου, ενώ άλλα συνδέονται με developers που μετατράπηκαν σε auditors, σε ένα σύστημα όπου οι developers μπορούσαν να επιλέγουν τους ίδιους τους ελεγκτές τους.
Συνολικά, τα έργα αυτά πούλησαν πιστώσεις ισοδύναμες με σχεδόν 500.000 τόνους CO2 σε χώρες εκτός Γερμανίας, με το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος να εκτιμάται πιθανότατα ακόμη μεγαλύτερο.
Η υπόθεση του UER αποτυπώνει πώς ακόμη και προσεκτικά σχεδιασμένα συστήματα πιστώσεων άνθρακα μπορούν να καταχραστούν. Όπως ανέφερε ο Füssler, η αποτυχία των κανόνων αναφοράς, επαλήθευσης και εποπτείας είναι ιδιαίτερα προβληματική επειδή το σύστημα λειτουργούσε υπό κρατική διαχείριση.
Το 2026 επρόκειτο να αποτελέσει σημείο καμπής για τις διεθνείς αγορές άνθρακα, με την ενεργοποίηση του νέου μηχανισμού εμπορίας μεταξύ κρατών υπό τον ΟΗΕ και την υποχρεωτική ένταξη των αεροπορικών εταιρειών σε σύστημα αντιστάθμισης εκπομπών. Ωστόσο, οι αμφιλεγόμενες πιστώσεις υπονομεύουν την αξιοπιστία της αγοράς και πλήττουν την αξία πραγματικών έργων μείωσης εκπομπών.
Την ώρα που η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει ενισχύσει την αβεβαιότητα γύρω από τα ορυκτά καύσιμα και έχει καταστήσει ακόμη πιο επιτακτική την απανθρακοποίηση, η ανάγκη για αξιόπιστα «πράσινα» συστήματα είναι μεγαλύτερη από ποτέ.
Παρότι το σύστημα UER οδηγείται σταδιακά σε κατάργηση, οι πιστώσεις άνθρακα θα εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει θέσει ως στόχο τη μείωση των εκπομπών κατά 90% έως το 2040 σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, με περιορισμένη χρήση «υψηλής ποιότητας διεθνών πιστώσεων άνθρακα».






