Παρότι η Τεχεράνη προτιμά την αποκλιμάκωση, προετοιμάζεται παράλληλα και για το ενδεχόμενο νέας έντασης, εφόσον η κυβέρνηση Τραμπ απορρίψει τους όρους της για τον τερματισμό της σύγκρουσης
Καθώς συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό των συγκρούσεων μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι η ιρανική ηγεσία επιδιώκει την επίτευξη εκεχειρίας και την αποφυγή περαιτέρω κλιμάκωσης.
Σύμφωνα με το think tank Atlantic Council, η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται το υψηλό στρατηγικό, οικονομικό και στρατιωτικό κόστος μιας παρατεταμένης αντιπαράθεσης και φαίνεται αποφασισμένη να αποτρέψει τη μετατροπή της κρίσης σε έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο.
Την ίδια στιγμή, η ηγεσία του Ιράν δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να προχωρήσει σε μεγάλες παραχωρήσεις που, κατά την άποψή της, θα υπονόμευαν τα ιδεολογικά θεμέλια της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Παρότι η Τεχεράνη προτιμά την αποκλιμάκωση, προετοιμάζεται παράλληλα και για το ενδεχόμενο νέας έντασης, εφόσον η κυβέρνηση Τραμπ απορρίψει τους όρους της για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Το Σαββατοκύριακο, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε τηλεφωνικές συνομιλίες με ηγέτες της περιοχής σχετικά με μια υπό διαμόρφωση συμφωνία, η οποία φέρεται να προβλέπει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ με αντάλλαγμα οικονομικά κίνητρα προς το Ιράν, ενώ στη συνέχεια θα ακολουθούσαν διαπραγματεύσεις για τη διαχείριση του ιρανικού πυρηνικού αποθέματος. Αργά τη Δευτέρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν, όπως ανακοίνωσαν, «αμυντικά πλήγματα» στο νότιο Ιράν, επιμένοντας ωστόσο ότι η εκεχειρία εξακολουθεί να ισχύει. Την Τρίτη, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι μια συμφωνία θα μπορούσε να οριστικοποιηθεί μέσα στις επόμενες ημέρες.
Η ιρανική πλευρά εμφανίζεται πιο φειδωλή στις δημόσιες τοποθετήσεις της. Ωστόσο, με βάση τη διαχρονική ανάλυση της λειτουργίας του καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένης της μελέτης του από τις ισραηλινές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών, προκύπτει ότι η υπό συζήτηση πρόταση εξυπηρετεί σε μεγάλο βαθμό τα ιρανικά συμφέροντα.
Η Τεχεράνη επιδιώκει να διαμορφώσει μια νέα στρατηγική πραγματικότητα που θα της επιτρέψει να ανακάμψει από τις απώλειες του πολέμου, να εξασφαλίσει εγγυήσεις έναντι νέας στρατιωτικής δράσης και να αποφύγει άμεσες παραχωρήσεις στο πυρηνικό ζήτημα. Υπό αυτή την έννοια, το πλαίσιο που συζητείται ευθυγραμμίζεται στενά με τους ευρύτερους στρατηγικούς στόχους του Ιράν.
Παρά ταύτα, οι Ιρανοί αξιωματούχοι εξακολουθούν να ανησυχούν έντονα για το ενδεχόμενο επανέναρξης στρατιωτικών επιχειρήσεων. Αυτό εξηγεί γιατί η Τεχεράνη συνεχίζει να διατηρεί και να αναδιατάσσει κρίσιμα στρατιωτικά μέσα, παραμένοντας σε υψηλό επίπεδο ετοιμότητας. Η ιρανική ηγεσία δεν εμπιστεύεται πλήρως τη βιωσιμότητα της διπλωματικής διαδικασίας και αντιμετωπίζει με καχυποψία το ενδεχόμενο αιφνιδιαστικής αλλαγής στάσης από τον Τραμπ.
Παράλληλα, η Τεχεράνη επιμένει ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να περιλαμβάνει και κατάπαυση του πυρός δεσμευτική για το Ισραήλ στον Λίβανο, αντανακλώντας τη διαχρονική δέσμευση του Ιράν προς το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων του, κυρίως τη Χεζμπολάχ και τα υπόλοιπα μέλη του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης».
Το Ιράν ζητεί επίσης ουσιαστική οικονομική ανακούφιση από τα πρώτα στάδια μιας συμφωνίας. Χωρίς ορατή άρση κυρώσεων και απτά οικονομικά οφέλη, η Τεχεράνη δύσκολα θα προχωρήσει διπλωματικά, θεωρώντας τις υπερβολικές αμερικανικές απαιτήσεις περισσότερο εξαναγκαστικές παρά προϊόν εποικοδομητικής διπλωματίας.
Στο ίδιο το πυρηνικό ζήτημα, το Ιράν φαίνεται αποφασισμένο να μην προχωρήσει σε δημόσιους συμβιβασμούς. Ωστόσο, στο παρασκήνιο ενδέχεται ήδη να έχουν δοθεί ανεπίσημες διαβεβαιώσεις ή να υπάρχουν συνεννοήσεις με την Ουάσιγκτον σχετικά με περιορισμούς ή προσωρινή αυτοσυγκράτηση. Η ιρανική ηγεσία πιθανότατα εκτιμά ότι όσο περνά ο χρόνος και η άμεση κρίση υποχωρεί, τόσο δυσκολότερο θα γίνεται πολιτικά και στρατηγικά για τις Ηνωμένες Πολιτείες να επανεκκινήσουν στρατιωτικές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως ύπαρξης τελικής συμφωνίας.
Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη αναγνωρίζει ότι η άρση των κυρώσεων αποτελεί ζωτικής σημασίας εθνικό συμφέρον. Η ιρανική οικονομία έχει δεχθεί σοβαρό πλήγμα από τα χρόνια οικονομικής πίεσης και η ηγεσία της χώρας αντιλαμβάνεται ότι η μακροπρόθεσμη εσωτερική σταθερότητα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την οικονομική ανάκαμψη και τη σταδιακή επανένταξη στις διεθνείς αγορές.
Τελικά, το Ιράν αντιμετωπίζει τη διπλωματία όχι ως εναλλακτική στη στρατιωτική ισχύ αλλά ως συνέχισή της με πολιτικά μέσα. Από την οπτική της Τεχεράνης, η παρούσα διπλωματική διαδικασία επιτρέπει στο καθεστώς να μετατρέψει τη στρατιωτική ανθεκτικότητα σε στρατηγικά οφέλη, αναδιαμορφώνοντας ταυτόχρονα το περιφερειακό περιβάλλον με τρόπο που μειώνει την πιθανότητα νέας κλιμάκωσης.
Στα μάτια της ιρανικής ηγεσίας, ο τερματισμός του πολέμου τώρα — αλλά όχι με τίμημα μια στρατηγική παράδοση — αποτελεί το ευνοϊκότερο δυνατό αποτέλεσμα.






