Τι λέει για τις εκδόσεις 107 δισ. δολαρίων στο πρώτο εξάμηνο, για επενδύσεις σε ΤΝ και Data Centers - Οι ποσοτικές παραδοχές για την ενεργειακή αποδοτικότητα των κέντρων δεδομένων και την ηλεκτρική ισχύ
Η Wall Street μπαίνει στην περίοδο των αποτελεσμάτων του δεύτερου τριμήνου, με υψηλές προσδοκίες. Την προηγούμενη εβδομάδα ο Dow Jones σημείωσε ιστορικά υψηλά, ο δείκτης S&P 500 επέστρεψε στα κέρδη και πλησίασε τα υψηλά του, όπως και ο δείκτης Nasdaq.
Μετά από άνοδο 21% του S&P 500 στους τελευταίους δώδεκα μήνες, την οποία η Goldman Sachs αποδίδει εξ ολοκλήρου στην αύξηση της εταιρικής κερδοφορίας, το δεύτερο τρίμηνο γίνεται το πρώτο μεγάλο τεστ για το αν η αγορά μπορεί να συνεχίσει την πορεία της με στήριγμα τα πραγματικά μεγέθη των επιχειρήσεων και ο αμερικανικός οίκος είναι αισιόδοξος για τα κέρδη ανά μετοχή εκτιμώντας ότι θα στηρίξουν τη συνέχεια του ράλι.
Όπως σημειώνει ο Ben Snider, επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής για τις αμερικανικές μετοχές στην Goldman Sachs Research, η εταιρική κερδοφορία εξήγησε απόλυτα την απόδοση 21% που κατέγραψε ο δείκτης στο διάστημα αυτό. Το ράλι βασίστηκε, στην πραγματική αύξηση των κερδών.
Χαρακτηριστικό είναι το διάγραμμα που δίνει η Goldman Sachs. (Οι στήλες δείχνουν τις εκτιμήσεις των αναλυτών για τα κέρδη των εταιριών του S&P 500 ανά τρίμηνο και οι σκούρες κουκκίδες δείχνουν τα πραγματικά αποτελέσματα). Μετά την αδύναμη εικόνα του 2023, όταν τα κέρδη πέρασαν ακόμη και σε αρνητικό έδαφος, η ανάκαμψη άρχισε να γίνεται πιο καθαρή από το 2024 και συνεχίζεται στο 2026.
Στο δεύτερο τρίμηνο φέτος, ο οίκος αναμένει αύξηση 22% στα κέρδη ανά μετοχή των εταιριών του S&P 500 σε ετήσια βάση. Είναι ισχυρή επίδοση και γι’ αυτό ανεβάζει τον πήχη για τις εταιρείες. Ειδικά μετά το πρώτο τρίμηνο, όταν πολλές επιχειρήσεις ξεπέρασαν άνετα τις προβλέψεις των αναλυτών, οι επενδυτές ζητούν τώρα νέα επιβεβαίωση ότι η κερδοφορία παραμένει αρκετά δυνατή για να στηρίξει τις αποτιμήσεις.
Αύξηση 24% για το σύνολο του 2026
Η Goldman Sachs Research προβλέπει αύξηση 24% στα κέρδη ανά μετοχή του S&P 500 για το σύνολο του 2026. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά εξακολουθεί να βλέπει ισχυρή δυναμική.
Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, όπου οι επενδυτές εξετάζουν αν οι μεγάλες επενδύσεις αποδίδουν. Στο πρώτο τρίμηνο υπήρξαν θετικά σημάδια, με ανοδικές αναθεωρήσεις εσόδων, μεγάλα ανεκτέλεστα υπόλοιπα παραγγελιών και βελτίωση των μικτών περιθωρίων κέρδους. Αυτά έδωσαν ώθηση σε ορισμένες μετοχές, όμως η εικόνα δεν είναι χωρίς ερωτήματα.
Η Goldman Sachs επισημαίνει ότι το τελευταίο διάστημα οι ανησυχίες για τις ελεύθερες ταμειακές ροές, την αύξηση εκδόσεων μετοχών και χρέους, αλλά και την αβεβαιότητα για τα μελλοντικά μερίδια αγοράς έχουν πιέσει ορισμένες από τις μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου. Έτσι, τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου γίνονται κάτι περισσότερο από μια ακόμη περίοδος ανακοινώσεων. Θα δείξουν αν η αγορά έχει αρκετά καύσιμα για να συνεχίσει την άνοδο.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ανοίγει νέο κύκλο χρηματοδότησης για τις αγορές
Πέρα από τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου, η Goldman Sachs βλέπει μια δεύτερη μεγάλη δύναμη που κρατά ενεργό το ενδιαφέρον των επενδυτών: τη χρηματοδότηση των υποδομών που χρειάζεται η Τεχνητή Νοημοσύνη. Το νέο κύμα επενδύσεων δεν αφορά μόνο τις τεχνολογικές εταιρείες, αλλά ένα πολύ ευρύτερο κομμάτι της οικονομίας, από τα κέντρα δεδομένων και την ενέργεια έως τη βιομηχανία, τη ρομποτική και την άμυνα.
Σύμφωνα με τη Goldman Sachs Investment Banking, η ανάπτυξη των υποδομών για την Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να απαιτήσει 7 τρισ. δολάρια την περίοδο 2026-2031. Το ποσό είναι τόσο μεγάλο ώστε δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο από τον κλασικό τραπεζικό δανεισμό ή τις δημόσιες αγορές. Θα χρειαστούν αυξήσεις κεφαλαίων, δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, κρατικά επενδυτικά κεφάλαια, συνταξιοδοτικά ταμεία, νέες κοινοπραξίες και πιθανώς χρηματοδοτικά εργαλεία που ακόμη δεν έχουν δημιουργηθεί.
Η αλλαγή έχει ήδη αρχίσει να φαίνεται στις αγορές χρέους. Οι εκδόσεις από τις μεγάλες εταιρείες υπολογιστικής ισχύος έφτασαν διεθνώς τα 107 δισ. δολάρια από την αρχή του 2026 έως τις 23 Ιουνίου. Το ποσό αυτό ξεπερνά ήδη το σύνολο του 2025 και είναι πολύ υψηλότερο από τα λιγότερα από 20 δισ. δολάρια του 2024.
Ταυτόχρονα, τα ιδιωτικά κεφάλαια υποδομών και ακινήτων αποκτούν μεγαλύτερο ρόλο. Τα επενδυτικά κεφάλαια υποδομών άντλησαν πέρυσι ποσό-ρεκόρ 221 δισ. δολαρίων, ενώ η Goldman Sachs εκτιμά ότι τα κεφάλαια υπό διαχείριση στον χώρο αυτό μπορεί να φτάσουν τα 3 τρισ. δολάρια έως το 2030.
Το ενδιαφέρον των αγορών, επομένως, δεν περιορίζεται πια μόνο στις μετοχές των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών. Η ανάγκη για υποδομές ανοίγει χώρο και για εταιρείες με βαριά πάγια, ενέργεια, ακίνητα, δίκτυα και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Είναι μια μετατόπιση από την καθαρή προσδοκία της τεχνολογίας προς τα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία που θα στηρίξουν την επόμενη φάση ανάπτυξης.
Έτσι, η συνέχεια του ράλι δεν θα κριθεί μόνο από το αν οι μεγάλες εταιρείες ανακοινώνουν υψηλά κέρδη, αλλά και από το αν οι αγορές μπορούν να χρηματοδοτήσουν το νέο επενδυτικό κύμα. Για την Goldman Sachs, αυτό είναι το νέο πεδίο ενδιαφέροντος: η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αλλάζει μόνο την τεχνολογία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κινούνται κεφάλαια, χρέος και επενδύσεις στην πραγματική οικονομία.
Οι ποσοτικές παραδοχές
Το διάγραμμα της Goldman Sachs δείχνει ότι οι κεφαλαιουχικές δαπάνες (capex) για την Τεχνητή Νοημοσύνη μπορούν να φτάσουν συνολικά τα περίπου 7,6 τρισ. δολάρια την περίοδο 2026-2031. Το ποσό αφορά τρεις βασικές κατηγορίες: υπολογιστική ισχύ, κέντρα δεδομένων και ηλεκτρική ενέργεια. Η ετήσια δαπάνη ανεβαίνει από 765 δισ. δολάρια το 2026 σε 1,011 τρισ. δολάρια το 2027, 1,220 τρισ. δολάρια το 2028, 1,392 τρισ. δολάρια το 2029, 1,575 τρισ. δολάρια το 2030 και 1,639 τρισ. δολάρια το 2031.
Η Goldman Sachs υποθέτει ότι η Nvidia αντιστοιχεί στο 75% της συνολικής δαπάνης για υπολογιστική ισχύ σε κάθε περίοδο. Υποθέτει επίσης ετήσια αύξηση 5% στη δαπάνη για υπολογιστική ισχύ μετά την περίοδο προβολής, δηλαδή μετά το 2031.
Ως βασική τεχνική προδιαγραφή χρησιμοποιείται το τσιπ VR200 / Rubin, με κόστος 80.500 δολάρια ανά GPU, μαζί με το κόστος κόμβου, και κατανάλωση 3.000 watt ανά πακέτο, για όλα τα έτη. Η Goldman Sachs υποθέτει επίσης δείκτη ενεργειακής αποδοτικότητας PUE 1,2, κόστος 15 εκατ. δολαρίων ανά μεγαβάτ για τα κέντρα δεδομένων και 2.500 δολάρια ανά κιλοβάτ για νέα ηλεκτρική ισχύ.
Τέλος, θεωρεί ότι το 15% του απαιτούμενου χώρου για κέντρα δεδομένων το 2026 αφορά υπάρχουσες εγκαταστάσεις, άρα εξαιρείται από τον υπολογισμό, ποσοστό που αυξάνεται στο 30% το 2031.
www.worldenergynews.gr






