Ο Draghi έχει προτείνει πρόσθετες επενδύσεις ύψους 700 έως 800 δισ. ευρώ ετησίως, προκειμένου να καλυφθεί το τεχνολογικό χάσμα με ΗΠΑ και Κίνα, να μειωθεί το ενεργειακό κόστος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και να περιοριστούν οι στρατηγικές εξαρτήσεις, ειδικά σε τομείς όπως οι ημιαγωγοί και οι κρίσιμες πρώτες ύλες
Αναπόφευκτη φαίνεται να είναι η εμπορική σύγκρουση της Ευρώπης με την Κίνα σύμφωνα με το Bloomberg, με τις Βρυξέλλες να εξετάζουν νέα περιοριστικά μέτρα απέναντι στο Πεκίνο
Στόχος είναι να καθοριστεί εκ νέου μια οικονομική σχέση που πλέον είναι βαθιά ετεροβαρή και στρατηγικά επικίνδυνη για τη βιομηχανική και τεχνολογική αυτονομία της Ευρώπης.
Η Κομισιόν πραγματοποίησε κλειστή σύσκεψη υψηλού επιπέδου την περασμένη εβδομάδα, κατά την οποία εξετάστηκαν τα επόμενα βήματα της ευρωπαϊκής στρατηγικής έναντι της Κίνας.
Στη δημόσια τοποθέτησή της η Κομισιόν υποστήριξε ότι η σημερινή μορφή των εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων με το Πεκίνο «δεν είναι πλέον βιώσιμη» και προανήγγειλε «πιο συνεκτική και αποφασιστική απάντηση».
Πίσω από τις κλειστές πόρτες, ωστόσο, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εμφανίζονται να αποδέχονται ότι οποιαδήποτε κλιμάκωση θα προκαλέσει αντίποινα από την κινεζική πλευρά.
Η συζήτηση στις Βρυξέλλες εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό άγχος που κυριαρχεί πλέον στους ευρωπαϊκούς θεσμούς: ότι η Ευρώπη χάνει έδαφος τόσο απέναντι στις ΗΠΑ όσο και απέναντι στην Κίνα και κινδυνεύει να βρεθεί τεχνολογικά, βιομηχανικά και αμυντικά εξαρτημένη από τις δύο οικονομικές υπερδυνάμεις. Το συμπέρασμα αυτό συμμερίζονται πλέον όχι μόνο πολιτικοί και τεχνοκράτες, αλλά και σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής επιχειρηματικής και ακαδημαϊκής κοινότητας.
Στην κατεύθυνση αυτή, ιδιαίτερο βάρος έχουν αποκτήσει οι παρεμβάσεις του πρώην προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, ο οποίος έχει προειδοποιήσει ότι χωρίς ριζική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η Ευρώπη θα οδηγηθεί σε αργό μαρασμό.
Ο Ντράγκι έχει προτείνει πρόσθετες επενδύσεις ύψους 700 έως 800 δισ. ευρώ ετησίως, προκειμένου να καλυφθεί το τεχνολογικό χάσμα με ΗΠΑ και Κίνα, να μειωθεί το ενεργειακό κόστος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και να περιοριστούν οι στρατηγικές εξαρτήσεις, ειδικά σε τομείς όπως οι ημιαγωγοί και οι κρίσιμες πρώτες ύλες.
Το προβάδισμα της Κίνας
Το βασικό πρόβλημα για την ΕΕ είναι ότι η Κίνα έχει αποκτήσει δεσπόζουσα θέση σε κρίσιμες αλυσίδες παραγωγής. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bloomberg Economics, ακόμη και μία διακοπή ενός έτους στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και μόνιμων μαγνητών από την Κίνα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο έως και 4,4 τρισ. δολάρια του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η Γερμανία θεωρείται από τις πλέον εκτεθειμένες οικονομίες, καθώς η αυτοκινητοβιομηχανία και η μεταποίηση εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από κινεζικά υλικά και εξαρτήματα.
Η εξάρτηση αυτή αποτυπώθηκε πρόσφατα και στην υπόθεση της κινεζικής εταιρείας ημιαγωγών Yangzhou Yangjie Electronic Technology.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η ΕΕ εξετάζει προσωρινή άρση κυρώσεων προς την εταιρεία μετά τις προειδοποιήσεις ευρωπαϊκών αυτοκινητοβιομηχανιών ότι επίκειται σοβαρή αναστάτωση στην εφοδιαστική αλυσίδα και εξάντληση αποθεμάτων μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Τα νέα εργαλεία που εξετάζει η ΕΕ
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες επεξεργάζονται νέα εργαλεία εμπορικής άμυνας απέναντι στις κινεζικές κρατικές επιδοτήσεις και στην υπερπαραγωγή βιομηχανικών προϊόντων που διοχετεύονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Η ΕΕ έχει ήδη ενισχύσει σημαντικά το οπλοστάσιο εμπορικής προστασίας την τελευταία δεκαετία, καθώς διαπιστώνει ότι η Κίνα δεν προχώρησε στο άνοιγμα της αγοράς της στον βαθμό που είχε υποσχεθεί κατά την ένταξή της στον ΠΟΕ.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, το Πεκίνο έχει χορηγήσει έως και οκτώ φορές μεγαλύτερη κρατική στήριξη προς εγχώριες επιχειρήσεις σε σύγκριση με τις χώρες του ΟΟΣΑ την περίοδο 2005-2024. Οι επιδοτήσεις αυτές θεωρείται ότι συνέβαλαν στην εκρηκτική ενίσχυση των κινεζικών επιχειρήσεων σε τομείς όπως η ηλιακή ενέργεια, η ναυπηγική, ο χάλυβας, το αλουμίνιο, οι τηλεπικοινωνιακοί εξοπλισμοί, οι ανεμογεννήτριες, η αεροδιαστημική και η αυτοκινητοβιομηχανία.
Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι σχεδόν το 60% της αύξησης του παγκόσμιου μεριδίου αγοράς των κινεζικών επιχειρήσεων οφείλεται στις επιδοτήσεις. Παράλληλα προειδοποιεί ότι η πρακτική αυτή λειτουργεί στρεβλωτικά για τον ανταγωνισμό και μακροπρόθεσμα μπορεί να πλήξει την καινοτομία και την παραγωγικότητα της παγκόσμιας οικονομίας, ακόμη κι αν βραχυπρόθεσμα οι καταναλωτές επωφελούνται από χαμηλότερες τιμές.
Το Πεκίνο απορρίπτει τις κατηγορίες περί αθέμιτων επιδοτήσεων και υποστηρίζει ότι η βιομηχανική στήριξη αποτελεί διεθνώς διαδεδομένη πρακτική και συμβαδίζει με τους κανόνες του ΠΟΕ. Η κινεζική πλευρά θεωρεί επίσης ότι η αυστηρότερη στάση της Ευρώπης αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης δυτικής στρατηγικής, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, με στόχο τον περιορισμό της κινεζικής τεχνολογικής ανόδου.
Το κινεζικό Υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες «προστατευτισμό» και προειδοποίησε ότι τελικά θα αυξήσουν το κόστος για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και θα υπονομεύσουν την ανταγωνιστικότητά τους.
Οι εμπορικές σχέσεις παραμένουν εξαιρετικά σημαντικές και για τις δύο πλευρές. Η ΕΕ ήταν το 2025 η δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά της Κίνας, ενώ οι κινεζικές εξαγωγές προς την Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 19% στο πρώτο τρίμηνο του 2026, μετά από άνοδο 8% το 2025. Ταυτόχρονα, οι κινεζικές άμεσες επενδύσεις στην Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 67% το 2025, φτάνοντας τα 16,8 δισ. ευρώ, στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και επτά έτη.
Γαλλογερμανικές αποκλίσεις και προσεγγίσεις
Στο εσωτερικό της ΕΕ παραμένουν έντονες οι διαφωνίες για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η Κίνα. Η Γαλλία υποστηρίζει πιο επιθετική στρατηγική προστασίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, ενώ η Γερμανία εμφανίζεται πιο επιφυλακτική λόγω της ισχυρής εξάρτησης της οικονομίας της από τις εξαγωγές και τις εμπορικές σχέσεις με το Πεκίνο.
Η Γερμανίδα υπουργός Οικονομίας Κάτερινα Ράιχε παραδέχθηκε κατά την πρόσφατη επίσκεψή της στην Κίνα ότι η Ευρώπη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας της βιομηχανίας της και στη διατήρηση ανοιχτών εμπορικών σχέσεων. Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, ακόμη και το Βερολίνο εμφανίζεται πλέον πιο ανοιχτό στη συζήτηση για αυστηρότερα μέτρα εμπορικής άμυνας.
Στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ αργότερα μέσα στον μήνα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα εξετάσουν αν υπάρχει επαρκής πολιτική συναίνεση ώστε να δοθεί εντολή στην Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να προχωρήσει στην κατάρτιση νέων εμπορικών προτάσεων απέναντι στην Κίνα.
Το μεγάλο ερώτημα για την Ευρώπη είναι αν διαθέτει την πολιτική συνοχή αλλά και την οικονομική αντοχή για μια πιο συγκρουσιακή στρατηγική απέναντι στον σημαντικότερο βιομηχανικό προμηθευτή της. Για πρώτη φορά πάντως, στις Βρυξέλλες φαίνεται να κυριαρχεί η αντίληψη ότι το κόστος της αδράνειας μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερο από το κόστος μιας εμπορικής αντιπαράθεσης με το Πεκίνο.






