Η συζήτηση για την αύξηση της παραγωγής κρίσιμων ορυκτών έχει αποκτήσει παράλληλα ισχυρή γεωπολιτική και αμυντική διάσταση στις ΗΠΑ
Η ενεργειακή μετάβαση δεν αποτελεί τον βασικό παράγοντα πίσω από τη σημερινή παγκόσμια ζήτηση για τα περισσότερα κρίσιμα ορυκτά, σύμφωνα με ανάλυση του Oakland Institute, η οποία αμφισβητεί την άποψη ότι η μαζική αύξηση των εξορύξεων αποτελεί αναπόφευκτο κόστος για την αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων.
Με βάση στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), το Oakland Institute υπολόγισε ότι το 2024 η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, τα δίκτυα ανανεώσιμης ηλεκτροπαραγωγής, οι μπαταρίες για τα δίκτυα και τα ηλεκτρικά οχήματα αντιπροσώπευαν μόλις το 26% της συνολικής ζήτησης για χαλκό, λίθιο, νικέλιο, κοβάλτιο, γραφίτη και σπάνιες γαίες που χρησιμοποιούνται στους μόνιμους μαγνήτες. Το υπόλοιπο 74% αποδόθηκε σε κατασκευές, συμβατικές μεταφορές, βιομηχανικό εξοπλισμό, αμυντικά συστήματα, ηλεκτρονικά και άλλες δραστηριότητες.
Η συγκεκριμένη εκτίμηση αφορά την κατανάλωση του 2024 και, όπως επισημαίνεται, δεν μπορεί από μόνη της να προβλέψει ποιες βιομηχανίες θα αποτελέσουν την κύρια πηγή της μελλοντικής ζήτησης.
Η ανάλυση δείχνει ότι οι χρήσεις εκτός ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ηλεκτροκίνησης αντιστοιχούσαν το 2024 στο 83% της ζήτησης για νικέλιο, στο 79% για τις σπάνιες γαίες που χρησιμοποιούνται σε μαγνήτες, στο 71% για τον χαλκό και στο 68% τόσο για το κοβάλτιο όσο και για τον γραφίτη. Παράλληλα, ο κατασκευαστικός κλάδος απορρόφησε περίπου το 30% της παγκόσμιας κατανάλωσης χαλκού, ενώ σχεδόν τα δύο τρίτα της ζήτησης για νικέλιο κατευθύνθηκαν στην παραγωγή ανοξείδωτου χάλυβα.
Την ίδια ώρα, οι προβλέψεις του IEA για την πορεία της ηλεκτροκίνησης δείχνουν ότι η ζήτηση που συνδέεται με τα ηλεκτρικά οχήματα θα αυξηθεί σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες. Στον οδικό χάρτη του οργανισμού για μηδενικές εκπομπές έως το 2050, ο παγκόσμιος στόλος αμιγώς ηλεκτρικών, plug-in υβριδικών και οχημάτων κυψελών καυσίμου αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 11 εκατομμύρια οχήματα το 2020 σε σχεδόν 2 δισεκατομμύρια το 2050.
Με βάση τα δεδομένα του IEA για τη ζήτηση ορυκτών, το Oakland Institute εκτιμά ότι τα ηλεκτρικά οχήματα θα καταναλώνουν το 2050 περίπου 15,7 εκατομμύρια μετρικούς τόνους χαλκού, λιθίου, νικελίου, κοβαλτίου, γραφίτη και σπάνιων γαιών για μαγνήτες. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί στο 23% της συνολικής προβλεπόμενης ζήτησης των 68,2 εκατομμυρίων τόνων για τα συγκεκριμένα ορυκτά.
Σημαντικό περιθώριο περιορισμού της ζήτησης εντοπίζεται, πάντως, στον σχεδιασμό των ηλεκτρικών οχημάτων. Ερευνητική ομάδα στην οποία συμμετείχαν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις εξέτασε τέσσερα διαφορετικά σενάρια για την επίτευξη μηδενικών εκπομπών στις επιβατικές μεταφορές στις ΗΠΑ, μεταβάλλοντας παράλληλα το μέγεθος των μπαταριών, τη διάρκεια των εγγυήσεων και τα ποσοστά ανακύκλωσης.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ένας συνδυασμός χαμηλότερης ιδιοκτησίας οχημάτων, μικρότερων μπαταριών και υψηλών επιδόσεων στην ανακύκλωση θα μπορούσε να περιορίσει την ετήσια ζήτηση λιθίου το 2050 έως και κατά 92% σε σύγκριση με το σενάριο που απαιτεί τις μεγαλύτερες ποσότητες λιθίου.
Ακόμη και σε περίπτωση που η εξάρτηση από τα αυτοκίνητα παρέμενε στα σημερινά επίπεδα, η χρήση μικρότερων μπαταριών θα μπορούσε, σύμφωνα με το μοντέλο του UC Davis, να μειώσει έως και 42% την ετήσια ζήτηση λιθίου για ελαφρά οχήματα στις ΗΠΑ το 2050. Ο IEA εκτιμά επίσης ότι ο κατάλληλος σχεδιασμός του μεγέθους των μπαταριών, η αξιοποίηση εναλλακτικών χημικών τεχνολογιών και η διεύρυνση της ανακύκλωσης θα μπορούσαν από κοινού να περιορίσουν κατά 25% την παγκόσμια ζήτηση λιθίου το 2030 στο σενάριο μηδενικών εκπομπών. Η εξοικονόμηση θα αντιστοιχούσε περίπου στη σημερινή παγκόσμια παραγωγή λιθίου.
Η ανακύκλωση μπορεί να περιορίσει σημαντικά και την ανάγκη για νέα εξόρυξη. Στο σενάριο μηδενικών εκπομπών του IEA, οι ανακυκλωμένες πρώτες ύλες θα μπορούσαν έως το 2040 να μειώσουν κατά 30% τις ανάγκες για πρωτογενή χαλκό και κοβάλτιο, ενώ για το λίθιο και το νικέλιο η αντίστοιχη μείωση θα μπορούσε να φτάσει το 15%. Χωρίς ενίσχυση της ανακύκλωσης και της επαναχρησιμοποίησης, οι επενδύσεις σε εξορυκτικές δραστηριότητες που απαιτούνται για την κάλυψη της προβλεπόμενης ζήτησης θα ήταν κατά περίπου ένα τρίτο υψηλότερες.
Το 74% που καταγράφει το Oakland Institute αφορά, ωστόσο, την κατανάλωση ορυκτών το 2024 και δεν σημαίνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν θα αποτελέσει σημαντική πηγή αύξησης της ζήτησης στο μέλλον. Ο IEA προβλέπει ότι, στο σενάριο μηδενικών εκπομπών, η ζήτηση ορυκτών από τεχνολογίες καθαρής ενέργειας θα σχεδόν τριπλασιαστεί μεταξύ 2023 και 2030. Αντίθετα, στο λιγότερο φιλόδοξο σενάριο των Ανακοινωμένων Δεσμεύσεων, η αναμενόμενη παραγωγή από υφιστάμενα ορυχεία, έργα που βρίσκονται υπό κατασκευή και έργα με υψηλές πιθανότητες υλοποίησης θα μπορούσε το 2035 να καλύψει περίπου το 70% της ζήτησης για χαλκό και το 50% της ζήτησης για λίθιο.
Η συζήτηση για την αύξηση της παραγωγής κρίσιμων ορυκτών έχει αποκτήσει παράλληλα ισχυρή γεωπολιτική και αμυντική διάσταση στις ΗΠΑ. Στη σύνοδο των υπουργών για τα κρίσιμα ορυκτά τον Φεβρουάριο του 2026, Αμερικανοί αξιωματούχοι επικαλέστηκαν μεταξύ άλλων τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας, την τεχνητή νοημοσύνη, την προηγμένη βιομηχανία και την οικονομική ασφάλεια ως λόγους για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ορυκτών.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς πρότεινε τη δημιουργία ενός προτιμησιακού εμπορικού μπλοκ που θα μπορούσε να στηρίζεται σε κατώτατες τιμές και προσαρμοζόμενους δασμούς, ενώ άλλοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης τάχθηκαν υπέρ της αξιοποίησης ομοσπονδιακών δανείων, επενδύσεων μετοχικού κεφαλαίου και στρατηγικών αποθεμάτων ορυκτών. Στις αρχικές τοποθετήσεις της συνόδου, η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η απανθρακοποίηση δεν αποτέλεσαν βασικές αναφορές.
Η μειωμένη έμφαση της αμερικανικής κυβέρνησης στην ανάπτυξη τεχνολογιών καθαρής ενέργειας δεν έχει οδηγήσει σε υποχώρηση της πολιτικής για τα κρίσιμα ορυκτά. Όπως δήλωσε στους Associated Press ο Τομ Μοερένχαουτ, επίκουρος αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Διεθνών και Δημόσιων Υποθέσεων του Columbia University, η προτεραιότητα της κυβέρνησης Τραμπ παραμένει αμετάβλητη. Η αμυντική βιομηχανία, η τεχνητή νοημοσύνη, η μεταποίηση και ο ανταγωνισμός με την Κίνα προσφέρουν στην Ουάσιγκτον ξεχωριστούς λόγους για τη χρηματοδότηση νέων εξορυκτικών έργων.
Τον Ιανουάριο, η U.S. International Development Finance Corporation ολοκλήρωσε επένδυση ύψους 600 εκατομμυρίων δολαρίων σε κοινοπραξία συνολικού ύψους 1,8 δισ. δολαρίων, η οποία δημιουργήθηκε για τη χρηματοδότηση έργων κρίσιμων ορυκτών. Η DFC ανακοίνωσε επίσης ότι η κρατική μεταλλευτική εταιρεία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό είχε ήδη πουλήσει και ξεκινήσει να αποστέλλει περίπου 100.000 τόνους χαλκού με προορισμό τις ΗΠΑ, ενώ επιπλέον 50.000 τόνοι προορίζονται για τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η επέκταση της εξορυκτικής δραστηριότητας, ωστόσο, συνοδεύεται από σημαντικές γεωγραφικές και πολιτικές προκλήσεις. Μεγάλο μέρος των νέων έργων θα μπορούσε να αναπτυχθεί σε περιοχές κοντά σε κοινότητες που διαθέτουν αναγνωρισμένα δικαιώματα επί της γης. Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Sustainability χαρτογράφησε 5.097 υφιστάμενα και υπό σχεδιασμό έργα που περιλαμβάνουν ορυκτά απαραίτητα για την ενεργειακή μετάβαση. Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 54% των έργων βρίσκεται εντός ή σε απόσταση έως 10 χιλιομέτρων από εδάφη αυτόχθονων πληθυσμών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για αγροτικές κοινότητες ανέρχεται σε 33%.
Έτσι, η ανάγκη για εκατοντάδες νέα ορυχεία δεν αποτελεί αποκλειστικά το υλικό κόστος της μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα σε καθαρότερες μορφές ενέργειας. Στη συνολική ζήτηση συνυπολογίζονται οι ανάγκες της αμυντικής βιομηχανίας, των κέντρων δεδομένων, των κατασκευών και της παραδοσιακής βιομηχανίας, καθώς και η τεράστια επέκταση του παγκόσμιου στόλου ηλεκτρικών, plug-in υβριδικών και οχημάτων κυψελών καυσίμου.
www.worldenergynews.gr






