Αναλυτής της Citigroup, προβλέπει ότι η τιμή του χαλκού μπορεί να φτάσει τα 15.000 δολάρια ανά τόνο έως το τέλος του έτους, ενώ δεν αποκλείει επίπεδα κοντά στα 17.000 δολάρια εάν ανακάμψει η βιομηχανική παραγωγή ή εάν η ζήτηση από την ενεργειακή μετάβαση, τα κέντρα δεδομένων και τη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων αποδειχθεί ισχυρότερη των προσδοκιών
Ο χαλκός καταγράφει εντυπωσιακή άνοδο τους τελευταίους 12 μήνες, με τις εμπορικές ροές που έχουν διαμορφωθεί εν μέσω της συζήτησης για τους δασμούς να αποτελούν έναν από τους βασικούς μοχλούς της αγοράς. Οι επενδυτές που ποντάρουν στην περαιτέρω άνοδο των τιμών θεωρούν ότι η στασιμότητα στην παραγωγή των ορυχείων θα εντείνει τις πιέσεις στην προσφορά.
Ωστόσο, μια σειρά απογοητευτικών εξελίξεων δημιουργεί αμφιβολίες για τις εκτιμήσεις που ήθελαν την παγκόσμια παραγωγή ορυχείων να αυξάνεται, έστω και οριακά, μέσα στη φετινή χρονιά. Στοιχεία του International Copper Study Group δείχνουν ότι η παραγωγή μειώθηκε κατά 1,1% το πρώτο εξάμηνο, ενώ κορυφαίοι παραγωγοί όπως η Codelco και η Freeport-McMoRan κατέγραψαν διψήφιες απώλειες.
Η Morgan Stanley, η οποία στην αρχή του έτους προέβλεπε αύξηση της παραγωγής, εκτιμά πλέον ότι αυτή θα παραμείνει σχεδόν αμετάβλητη ή ενδέχεται να υποχωρήσει ελαφρά. Εφόσον επιβεβαιωθεί το δεύτερο σενάριο, θα πρόκειται για την πρώτη ετήσια μείωση της παραγωγής από το 2017.
Η εξέλιξη θεωρείται ιδιαίτερα αξιοσημείωτη, καθώς οι τιμές του χαλκού βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, γεγονός που υπό κανονικές συνθήκες θα έδινε ισχυρό κίνητρο στις μεταλλευτικές εταιρείες να αυξήσουν την παραγωγή τους. Ωστόσο, η υποβάθμιση της ποιότητας των μεταλλευμάτων, τα ατυχήματα, οι καθυστερήσεις σε έργα και τα ακραία καιρικά φαινόμενα περιορίζουν την ικανότητα των παραγωγών να ανταποκριθούν. Το αποτέλεσμα είναι να εντείνονται οι ανησυχίες για το κατά πόσο η προσφορά θα μπορέσει να συμβαδίσει με τη ζήτηση τα επόμενα χρόνια, καθώς η ηλεκτροκίνηση και η ευρύτερη ενεργειακή μετάβαση αυξάνουν την κατανάλωση χαλκού.
Προς το παρόν, πάντως, δεν καταγράφεται παγκόσμια έλλειψη διυλισμένου χαλκού, δηλαδή του μετάλλου που έχει υποστεί πλήρη επεξεργασία μετά την εξόρυξη ή την ανάκτηση από ανακύκλωση. Η πιθανότητα επιβολής αμερικανικών δασμών στις εισαγωγές διυλισμένου χαλκού έχει οδηγήσει σε πρωτοφανείς ποσότητες μετάλλου στις αποθήκες των ΗΠΑ, την ώρα που τα αποθέματα σε άλλες περιοχές του κόσμου περιορίζονται. Η συγκεκριμένη ανισορροπία ενδέχεται να αποδειχθεί προσωρινή, όμως τα προβλήματα στην εξορυκτική παραγωγή έχουν πιο μόνιμο χαρακτήρα και οι ανοδικοί επενδυτές εκτιμούν ότι τελικά θα λειτουργήσουν ως καταλύτης για νέες αυξήσεις των τιμών.
Ο Εβί Χάμπρο, επικεφαλής θεματικών και κλαδικών επενδύσεων της BlackRock, περιέγραψε πρόσφατα την κατάσταση στην αγορά ως «πολύ, πολύ σφιχτή», αποδίδοντάς την στην πτώση της περιεκτικότητας των υφιστάμενων κοιτασμάτων, στη γήρανση των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων και στην έλλειψη νέων έργων που θα μπορούσαν να προσθέσουν σημαντικές ποσότητες χαλκού στην αγορά.
Οι μεγάλες μεταλλευτικές εταιρείες που παρακολουθεί η Jefferies Financial Group και αντιπροσωπεύουν περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας παραγωγής εμφάνισαν πτώση 3,5% στην παραγωγή τους κατά το πρώτο εξάμηνο. Μόνο στο δεύτερο τρίμηνο η μείωση έφτασε το 4,1%, με τη μεγαλύτερη συμβολή στην υποχώρηση να προέρχεται από τις Freeport, Codelco, Ivanhoe Mines και Antofagasta.
Η Χιλή, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό χαλκού παγκοσμίως, βρίσκεται στο επίκεντρο των προβλημάτων. Η παραγωγή της χώρας στο δεύτερο τρίμηνο ήταν η χαμηλότερη τουλάχιστον των τελευταίων 19 ετών, ενώ η κυβέρνηση υποβάθμισε για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο την πρόβλεψη για την ετήσια παραγωγή. Πλέον αναμένει μείωση 2,6%. Η κρατική Codelco έχει προειδοποιήσει, μάλιστα, ότι ακόμη και ένας περιορισμένος ρυθμός αύξησης της παραγωγής ενδέχεται να αποδειχθεί δύσκολος στόχος.
Ο International Copper Study Group εξακολουθεί να προβλέπει αύξηση 1,6% στην παγκόσμια παραγωγή ορυχείων φέτος, όμως η πρόβλεψη είχε διατυπωθεί τον Απρίλιο, πριν αποτυπωθεί πλήρως η έκταση των προβλημάτων που εμφανίστηκαν κατά το πρώτο εξάμηνο.
Οι αναλυτές της Jefferies υποστήριξαν ότι τα τελευταία στοιχεία παραγωγής ενισχύουν την εκτίμησή τους για μια αγορά όπου η προσφορά από τα ορυχεία παραμένει αυστηρά περιορισμένη, ενώ οι κίνδυνοι για τη συνολική παραγωγή εξακολουθούν να είναι καθοδικοί, ακόμη και με την αύξηση της δραστηριότητας σε ορισμένα μεγάλα ορυχεία.
Μία από τις ελάχιστες θετικές εξελίξεις προέρχεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπου οι αποστολές χαλκού αυξήθηκαν περισσότερο από 4% το πρώτο εξάμηνο. Έργα με κινεζική χρηματοδότηση, μεταξύ των οποίων τα ορυχεία Tenke Fungurume και Kisanfu της CMOC Group, συνεχίζουν να στηρίζουν την αύξηση της παραγωγής.
Εκτός Κονγκό, όμως, τα προβλήματα φαίνεται να έχουν ολοένα και πιο δομικό χαρακτήρα. Η αναλύτρια της Morgan Stanley, Έιμι Γκάουερ, επισημαίνει ότι ο κλάδος αρχίζει να υφίσταται τις συνέπειες των μεγάλων περικοπών στις επενδύσεις εξόρυξης που σημειώθηκαν μετά την πτώση των τιμών των εμπορευμάτων πριν από περίπου μία δεκαετία. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ μικρότερη δεξαμενή νέων έργων, γεγονός που αφήνει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο ετήσιας μείωσης της παραγωγής.
Παρά το γεγονός ότι οι σημερινές τιμές του χαλκού βρίσκονται αρκετά πάνω από τα επίπεδα που απαιτούνται για να καταστούν ελκυστικές οι νέες επενδύσεις, οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης σημαίνουν ότι ακόμη και μια άμεση επιτάχυνση των νέων έργων δύσκολα θα προσθέσει σημαντικές ποσότητες στην αγορά πριν από το 2030. Την ίδια στιγμή, τα προβλήματα στα ήδη λειτουργούντα ορυχεία συνεχίζουν να συσσωρεύονται.
Επιπλέον, ο καιρός προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας. Οι πρόσφατες ισχυρές καταιγίδες στη Χιλή έδωσαν μια πρώτη εικόνα των κινδύνων που μπορεί να ενισχυθούν εάν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για ισχυρότερο φαινόμενο El Niño. Σύμφωνα με την Γκάουερ, οι διαταραχές στην εξορυκτική δραστηριότητα είναι ιστορικά εντονότερες κατά τα έτη El Niño, με τη Χιλή να είναι ιδιαίτερα ευάλωτη. Κίνδυνοι υπάρχουν επίσης για τα ορυχεία στο Κονγκό και τη Ζάμπια, λόγω της μεγάλης εξάρτησής τους από την υδροηλεκτρική ενέργεια.
Η χαμηλή παραγωγή των ορυχείων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε έλλειψη διυλισμένου χαλκού, καθώς στην τελική προσφορά περιλαμβάνεται και το μέταλλο που προέρχεται από ανακύκλωση. Η Morgan Stanley εκτιμά ότι η παραγωγή διυλισμένου χαλκού θα αυξηθεί περίπου 0,9% φέτος ακόμη και αν η εξορυκτική παραγωγή παραμείνει στάσιμη. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα συμπυκνώματος, σε συνδυασμό με τη σημαντική επέκταση της δυναμικότητας τήξης, αναμένεται να ωθήσει τους επεξεργαστές στην αναζήτηση εναλλακτικών πρώτων υλών.
Οι προβλέψεις των αναλυτών για την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης φέτος και την επόμενη χρονιά παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις. Υπάρχει, ωστόσο, ευρεία συμφωνία ότι οι περιορισμοί στην παραγωγή των ορυχείων θα εξακολουθήσουν να στηρίζουν τις τιμές.
Η τιμή του χαλκού στο London Metal Exchange είχε αγγίξει τον Ιανουάριο το ιστορικό υψηλό των 14.527,50 δολαρίων ανά τόνο και παραμένει κοντά σε αυτά τα επίπεδα. Την Παρασκευή, οι τιμές αναφοράς του LME κατευθύνονταν προς τη δέκατη συνεχόμενη εβδομαδιαία άνοδο, το μεγαλύτερο σερί από το 1994, ενώ στις 13:51 ώρα Λονδίνου διαμορφώνονταν στα 14.304,50 δολάρια ανά τόνο.
Ο αναλυτής της Citigroup, Τομ Μάλκουν, προβλέπει ότι η τιμή του χαλκού μπορεί να φτάσει τα 15.000 δολάρια ανά τόνο έως το τέλος του έτους, ενώ δεν αποκλείει επίπεδα κοντά στα 17.000 δολάρια εάν ανακάμψει η βιομηχανική παραγωγή ή εάν η ζήτηση από την ενεργειακή μετάβαση, τα κέντρα δεδομένων και τη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων αποδειχθεί ισχυρότερη των προσδοκιών.
Ο ίδιος υποβαθμίζει τον κίνδυνο που δημιουργεί η μεγάλη συσσώρευση αποθεμάτων στις ΗΠΑ, εκτιμώντας ότι ακόμη και χωρίς την επιβολή δασμών, οι ποσότητες αυτές θα απορροφηθούν σταδιακά και δεν αναμένεται να επιστρέψουν μαζικά στη διεθνή αγορά.
Με τη ζήτηση να αναμένεται να αυξηθεί ταχύτερα από την προσφορά τα επόμενα χρόνια, οι τιμές του χαλκού είναι πιθανό να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο επιχειρησιακών δραστηριοτήτων της Anglo American, Ρούμπεν Φερνάντες.
www.worldenergynews.gr






