AD

Λίθιο: Πάνω από 100 δισ. δολάρια για 134 νέα ορυχεία έως το 2050 – Το μεγάλο στοίχημα της αγοράς

Λίθιο: Πάνω από 100 δισ. δολάρια για 134 νέα ορυχεία έως το 2050 – Το μεγάλο στοίχημα της αγοράς
Τα ηλεκτρικά οχήματα εκτιμάται ότι θα αντιπροσωπεύουν το 76% της ζήτησης λιθίου το 2050, έναντι 55% σήμερα - Οι μπαταρίες καλύπτουν ήδη το 92% της συνολικής κατανάλωσης, από περίπου 70% το 2020

Περισσότερα από 100 δισ. δολάρια σε επενδύσεις και την ανάπτυξη παραγωγικής δυναμικότητας αντίστοιχης με 134 νέα ορυχεία θα απαιτήσει η κάλυψη της παγκόσμιας ζήτησης λιθίου έως το 2050, καθώς η εξάπλωση των ηλεκτρικών οχημάτων και η ενεργειακή μετάβαση αυξάνουν τις ανάγκες για πρώτες ύλες μπαταριών.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Benchmark Mineral Intelligence, η κατανάλωση λιθίου αναμένεται να υπερτριπλασιαστεί μέσα στις επόμενες δεκαετίες, θέτοντας την εξορυκτική βιομηχανία αντιμέτωπη με μια τεράστια πρόκληση χρηματοδότησης και ανάπτυξης νέων έργων.

Η εταιρεία ερευνών με έδρα το Λονδίνο προβλέπει ότι η ζήτηση θα προσεγγίσει τους 7 εκατ. τόνους ισοδύναμου ανθρακικού λιθίου (LCE) το 2050, από 2,11 εκατ. τόνους το 2026. Με βάση μια μέση ετήσια παραγωγική δυναμικότητα 36.000 τόνων ανά ορυχείο, η απαιτούμενη πρόσθετη προσφορά αντιστοιχεί στην ανάπτυξη ενός νέου ορυχείου περίπου κάθε δύο μήνες έως τα μέσα του αιώνα.

«Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να διατηρηθούν οι επενδύσεις σε όλη τη διάρκεια των κύκλων των τιμών, ενώ τα έργα ανταγωνίζονται για κεφάλαια με την τεχνητή νοημοσύνη, την άμυνα και την ευρύτερη ενεργειακή μετάβαση», δήλωσε ο Κάμερον Περκς, διευθυντής προϊόντων λιθίου της Benchmark.

Η χρηματοδότηση και οι νέες ισορροπίες στην παραγωγή

Οι προβλέψεις αναδεικνύουν το μέγεθος της προσπάθειας που απαιτείται για να συμβαδίσει η παραγωγή λιθίου με τους στόχους ηλεκτροκίνησης και την ανάπτυξη εγχώριων αλυσίδων εφοδιασμού μπαταριών. Η εξασφάλιση κεφαλαίων, οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης και ο ανταγωνισμός για επενδύσεις ενδέχεται να καθυστερήσουν την έναρξη λειτουργίας νέων μονάδων, ιδιαίτερα στις δυτικές οικονομίες που επιδιώκουν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα.

Τα ηλεκτρικά οχήματα εκτιμάται ότι θα αντιπροσωπεύουν το 76% της ζήτησης λιθίου το 2050, έναντι 55% σήμερα. Οι μπαταρίες καλύπτουν ήδη το 92% της συνολικής κατανάλωσης, από περίπου 70% το 2020.

Παράλληλα, η ζήτηση από συστήματα αποθήκευσης ενέργειας έχει αυξηθεί με ετήσιο ρυθμό άνω του 60% τα τελευταία δύο χρόνια. Η Benchmark, ωστόσο, προβλέπει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης του συγκεκριμένου τομέα θα υποχωρήσει περίπου στο 5% ετησίως έως το τέλος της δεκαετίας.

Σημαντικές μεταβολές αναμένονται και στη γεωγραφική κατανομή της εξόρυξης. Η Αυστραλία, η μεγαλύτερη χώρα παραγωγής εξορυσσόμενου λιθίου, αναμένεται να καλύψει το 29% της παγκόσμιας προσφοράς το 2026. Το μερίδιό της, ωστόσο, προβλέπεται να υποχωρήσει στο 20% έως το 2050, καθώς υφιστάμενα ορυχεία θα εξαντλούν τα αποθέματά τους και άλλες περιοχές θα αυξάνουν την παραγωγή τους.

Στις προβλέψεις περιλαμβάνονται και μεγάλες επεκτάσεις υφιστάμενων εγκαταστάσεων, όπως το έργο P2000 της PLS, το οποίο αναμένεται να ξεκινήσει περίπου το 2030.

«Πολλά από τα ορυχεία της Αυστραλίας θα βρίσκονται σε φάση εξάντλησης έως το 2050. Η μεταβλητότητα των τιμών έχει καταστήσει τους χρηματοδότες πιο επιφυλακτικούς, ενώ το ρυθμιστικό βάρος αυξάνεται», ανέφερε ο Περκς, προειδοποιώντας ότι άλλες περιοχές θα καλύψουν το κενό εάν η Αυστραλία δεν στηρίξει την ανάπτυξη νέας παραγωγικής δυναμικότητας.

Η Κίνα αναμένεται να διατηρήσει περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας εξορυκτικής παραγωγής λιθίου, αξιοποιώντας τις συνεχιζόμενες επενδύσεις στους εγχώριους πόρους της και την εδραιωμένη θέση της στην αλυσίδα εφοδιασμού μπαταριών.

Βόρεια Αμερική και Ευρώπη αναζητούν μεγαλύτερη αυτονομία

Ανοδικά αναμένεται να κινηθεί το μερίδιο της Βόρειας Αμερικής στην εξόρυξη λιθίου, από μόλις 1,7% το 2026 σε 13% το 2050. Παράλληλα, το μερίδιο της περιοχής στην παγκόσμια ζήτηση λιθίου που συνδέεται με την παραγωγή κυψελών μπαταριών προβλέπεται να διπλασιαστεί, φτάνοντας το 12%.

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ακόμη μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ της παραγωγής και των αναγκών της. Αντιπροσωπεύει το 7% της ζήτησης λιθίου που συνδέεται με την κατασκευή κυψελών, αλλά συνεισφέρει λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας εξορυκτικής προσφοράς. Η Benchmark εκτιμά ότι το μερίδιό της στην εξόρυξη θα αυξηθεί στο 5,5% έως το 2050, παραμένοντας χαμηλότερο από το προβλεπόμενο 8% που θα αντιστοιχεί στην παραγωγή κυψελών.

Η ανάπτυξη νέων ορυχείων και στις δύο περιοχές, ωστόσο, δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Ορισμένα κοιτάσματα απαιτούν τεχνολογίες που δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί σε εμπορική κλίμακα, ενώ άλλα αντιμετωπίζουν περιβαλλοντικές αντιδράσεις και αντιδράσεις από τις τοπικές κοινωνίες.

Σύμφωνα με τον Περκς, τα εμπόδια αυτά δεν είναι ανυπέρβλητα, μπορούν όμως να προκαλέσουν σημαντικές καθυστερήσεις και να αυξήσουν το κόστος κατασκευής και λειτουργίας των νέων ορυχείων.

Η ανακύκλωση μπορεί να περιορίσει τις ανάγκες εξόρυξης

Οι προβλέψεις της Benchmark ενδέχεται να αποδειχθούν συντηρητικές, εάν οι πολιτικές στήριξης των ηλεκτρικών οχημάτων και της αποθήκευσης ενέργειας οδηγήσουν σε ισχυρότερη από την αναμενόμενη αύξηση της κατανάλωσης.

Στο ευνοϊκότερο σενάριο της εταιρείας, η ζήτηση λιθίου θα μπορούσε να προσεγγίσει τους 9 εκατ. τόνους LCE έως το 2050. Σε αυτή την περίπτωση, θα απαιτούνταν παραγωγική δυναμικότητα αντίστοιχη με περίπου 180 νέα ορυχεία και επενδύσεις άνω των 150 δισ. δολαρίων.

Η ανακύκλωση χρησιμοποιημένων μπαταριών αποτελεί τον σημαντικότερο δυνητικό παράγοντα περιορισμού της ανάγκης για νέες εξορύξεις. Η Benchmark εκτιμά ότι τα ανακτημένα υλικά θα μπορούσαν να καλύπτουν σχεδόν το ήμισυ της παγκόσμιας προσφοράς λιθίου έως τα μέσα του αιώνα. Η εκτίμηση, ωστόσο, προϋποθέτει ότι θα υπάρχουν επαρκείς ποσότητες μπαταριών που θα έχουν φτάσει στο τέλος της ωφέλιμης ζωής τους και ότι η ανακύκλωση θα παραμείνει οικονομικά ανταγωνιστική.

Η ανάλυση των κεφαλαιουχικών δαπανών της εταιρείας, η οποία ενσωματώνει σημαντική συνεισφορά από την ανακύκλωση, υπολογίζει ότι θα απαιτηθούν περίπου 64 δισ. δολάρια για την κάλυψη των αναγκών σε λίθιο έως το 2040.

Κρίσιμος παράγοντας αβεβαιότητας παραμένει ο χρόνος απόσυρσης των μπαταριών, καθώς η ανάκτηση των υλικών τους μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος ζωής τους.

«Η ανακύκλωση θα αναπτυχθεί, αλλά το βασικό μας σενάριο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτήν», σημείωσε ο Περκς. Όπως εξήγησε, οι δυνατότητές της περιορίζονται από τον ρυθμό με τον οποίο οι μπαταρίες φτάνουν στο τέλος της ζωής τους, ενώ πρέπει να ανταγωνίζεται τα ορυχεία και ως προς το κόστος. «Κάθε τόνος που δεν θα καλύπτεται από την ανακύκλωση θα πρέπει να προέρχεται από ένα ορυχείο».

Η δυνατότητα της βιομηχανίας να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για νέα έργα παρά τις διακυμάνσεις των τιμών, παράλληλα με την επέκταση της ανακύκλωσης, θα καθορίσει τελικά εάν η προσφορά λιθίου θα μπορέσει να ακολουθήσει τον ρυθμό της ενεργειακής μετάβασης.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης