AD
Βιομηχανία & Απανθρακοποίηση

Wood Mackenzie: Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης δοκιμάζει τις αντοχές της παγκόσμιας αγοράς μετάλλων

Wood Mackenzie: Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης δοκιμάζει τις αντοχές της παγκόσμιας αγοράς μετάλλων
Η αγορά νικελίου κινείται προς μεγαλύτερη ισορροπία μετά από χρόνια υπερπροσφοράς - Η παγκόσμια παραγωγή εξευγενισμένου νικελίου προβλέπεται να μειωθεί κατά 2% το 2026, καταγράφοντας την πρώτη ετήσια πτώση από το 2015

Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, η αύξηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και οι γεωπολιτικές αναταράξεις εντείνουν τις πιέσεις στην παγκόσμια προσφορά μετάλλων, την ώρα που οι επενδύσεις στην εξόρυξη δεν επαρκούν για να καλύψουν τις μελλοντικές ανάγκες.

Σύμφωνα με την Wood Mackenzie, η επιτάχυνση των έργων υποδομών για την τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί ένα νέο κύμα ζήτησης για χαλκό, αλουμίνιο, νικέλιο και πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στις μπαταρίες.

Η εταιρεία συμβούλων ενέργειας παρακολουθεί περισσότερα από 250 GW έργων κέντρων δεδομένων παγκοσμίως, μέγεθος που υπερβαίνει κατά περισσότερο από τρεις φορές το αντίστοιχο χαρτοφυλάκιο πριν από έναν χρόνο. Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη εκτιμάται ότι θα πενταπλασιαστεί από το 2025 έως το 2030 και θα ξεπεράσει τις 1.000 TWh έως το 2035.

Οι ανάγκες σε μέταλλα δεν περιορίζονται, ωστόσο, στην κατασκευή των ίδιων των κέντρων δεδομένων. Οι γραμμές μεταφοράς, οι υποσταθμοί και οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που απαιτούνται για την τροφοδοσία τους ενδέχεται να χρειαστούν τρεις έως τέσσερις φορές περισσότερα μέταλλα από τις εγκαταστάσεις που υποστηρίζουν.

«Τα κέντρα δεδομένων δημιουργούν μια πρόκληση για τις ενεργειακές υποδομές συνολικά, αλλά το σημαντικότερο ζήτημα είναι η σύγκρουση μεταξύ της επιταχυνόμενης ζήτησης και της ολοένα πιο σύνθετης διαδικασίας ανάπτυξης της προσφοράς», δήλωσε ο Λίντσεϊ Γκραντ, αντιπρόεδρος έρευνας για τα μέταλλα και την εξόρυξη στην Wood Mackenzie. Όπως σημείωσε, οι υψηλές τιμές κανονικά θα έπρεπε να ενθαρρύνουν νέες επενδύσεις, ωστόσο οι εγκρίσεις έργων παραμένουν χαμηλότερες από τις προσδοκίες.

Η εικόνα αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές επιδιώξεις για ασφαλή πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες και στη δυνατότητα της μεταλλευτικής βιομηχανίας να αυξήσει την παραγωγή. Οι χρονοβόρες αδειοδοτήσεις, η γεωπολιτική αβεβαιότητα και η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των εξορυκτικών έργων απειλούν να καθυστερήσουν την προσφορά, ακόμη και σε περιβάλλον υψηλών τιμών.

Χαλκός: Έλλειμμα εκτός ΗΠΑ και ανάγκη για νέες μονάδες παραγωγής

Ο χαλκός βρίσκεται στο επίκεντρο των πιέσεων. Η τιμή του έχει φτάσει σε ιστορικό υψηλό 14.759 δολαρίων ανά τόνο, καθώς η συσσώρευση αποθεμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι εμπορικές πολιτικές επηρεάζουν τη γεωγραφική κατανομή των διαθέσιμων ποσοτήτων.

Τα αμερικανικά αποθέματα καλύπτουν περισσότερες από 170 ημέρες κατανάλωσης, έναντι μόλις 48 ημερών στις υπόλοιπες αγορές. Η απόκλιση αυτή συνδέεται με εκτιμώμενο έλλειμμα περίπου 450.000 τόνων εξευγενισμένου χαλκού στις αγορές εκτός ΗΠΑ.

Παράλληλα, η παραγωγή των ορυχείων στη Χιλή αναμένεται να μειωθεί κατά 5,2% το 2026. Η παγκόσμια παραγωγή, ωστόσο, προβλέπεται να αυξηθεί κατά περισσότερο από 5% το 2027, έπειτα από τρία χρόνια ουσιαστικής στασιμότητας.

Οι μακροπρόθεσμες ανάγκες παραμένουν μεγάλες. Η Wood Mackenzie εκτιμά ότι οι μεταλλευτικές εταιρείες θα πρέπει να προσθέτουν περίπου 850.000 τόνους νέας παραγωγικής δυναμικότητας χαλκού ετησίως από νέα έργα την επόμενη δεκαετία. Η επίτευξη αυτού του στόχου θεωρείται απαιτητική, δεδομένων των μεγάλων χρόνων ανάπτυξης των ορυχείων και της αύξησης του κόστους κατασκευής.

Αλουμίνιο: Οι ζημιές στη Μέση Ανατολή περιορίζουν την προσφορά

Στην αγορά αλουμινίου, οι επιθέσεις που προκάλεσαν ζημιές σε δύο μεγάλες μονάδες τήξης στη Μέση Ανατολή αφαίρεσαν σχεδόν το 2% της παγκόσμιας παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου. Η διαταραχή αυτή συμβάλλει στην πρόβλεψη για έλλειμμα περίπου 1 εκατ. τόνων το 2026.

Οι υψηλότερες τιμές έχουν ενθαρρύνει την επανεκκίνηση ανενεργής παραγωγικής δυναμικότητας, κυρίως στην Κίνα, όπου τα ποσοστά λειτουργίας των μονάδων έχουν φτάσει στο 99%. Την ίδια ώρα, η Ινδονησία αυξάνει την παραγωγή της, η οποία αναμένεται να διαμορφωθεί σε 1,3 εκατ. τόνους φέτος και να προσεγγίσει τα 3 εκατ. τόνους έως το 2030.

Η Wood Mackenzie προβλέπει επιστροφή της αγοράς σε πλεόνασμα το 2027. Ωστόσο, η ταχύτερη αύξηση της ινδονησιακής παραγωγής και η ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη αποτελούν βασικούς κινδύνους για τις προοπτικές του κλάδου.

Νικέλιο: Διαφορετικές τάσεις ανά κατηγορία προϊόντος

Η αγορά νικελίου κινείται προς μεγαλύτερη ισορροπία μετά από χρόνια υπερπροσφοράς. Η παγκόσμια παραγωγή εξευγενισμένου νικελίου προβλέπεται να μειωθεί κατά 2% το 2026, καταγράφοντας την πρώτη ετήσια πτώση από το 2015.

Η εξέλιξη, ωστόσο, διαφέρει ανάλογα με την κατηγορία του προϊόντος. Οι περιορισμοί στις ποσοστώσεις εξόρυξης στην Ινδονησία, η υποβάθμιση της ποιότητας των μεταλλευμάτων και οι διαταραχές που συνδέονται με την ξηρασία περιορίζουν την προσφορά νικελίου Κατηγορίας II. Η Wood Mackenzie αναμένει ελλείμματα από το 2027, ενώ οι κινεζικές βιομηχανίες ανοξείδωτου χάλυβα αυξάνουν τη χρήση σκραπ και καθόδων νικελίου Κατηγορίας I.

Αντίθετα, στις αγορές νικελίου Κατηγορίας I και των χημικών προϊόντων του εξακολουθούν να καταγράφονται πλεονάσματα, καθώς επεκτείνονται τα έργα υψηλής πίεσης όξινης εκχύλισης στην Ινδονησία και η δυναμικότητα διύλισης στην Κίνα.

Οι τιμές του νικελίου προβλέπεται να ανακάμψουν προς τα 19.000 δολάρια ανά τόνο έως το 2030. Οι πολιτικές της Ινδονησίας και η διαθεσιμότητα θείου, που χρησιμοποιείται σε σχετικές διεργασίες παραγωγής, παραμένουν παράγοντες αβεβαιότητας.

Μπαταρίες: Η ενίσχυση της τεχνολογίας LFP αλλάζει τη ζήτηση

Οι εξελίξεις στις μπαταρίες προσθέτουν μια ακόμη διάσταση στη ζήτηση μετάλλων. Η τεχνολογία φωσφορικού σιδήρου-λιθίου (LFP) ενισχύει τη θέση της τόσο στα ηλεκτρικά οχήματα όσο και στα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας.

Η Wood Mackenzie εκτιμά ότι οι μπαταρίες LFP θα κυριαρχήσουν στην αγορά μαζικής κατανάλωσης έως το 2030, με την επέκταση της κινεζικής παραγωγής και τις εξελίξεις στην ταχεία φόρτιση να στηρίζουν την ανάπτυξή τους. Η CATL έχει παρουσιάσει την τρίτη γενιά της μπαταρίας Shenxing, η οποία στοχεύει σε φόρτιση από το 10% στο 80% σε λιγότερο από τέσσερα λεπτά.

Παράλληλα, αναπτύσσονται εναλλακτικές τεχνολογίες. Τον Απρίλιο, η CATL εξασφάλισε τριετή συμφωνία προμήθειας 60 GWh μπαταριών ιόντων νατρίου με την HiTHIUM Energy Storage. Η Wood Mackenzie προβλέπει ότι οι μονάδες μπαταριών νατρίου θα φτάσουν σε ισοτιμία κόστους με τις LFP έως το 2035, ενώ η μαζική παραγωγή μπαταριών στερεάς κατάστασης θα μπορούσε να ξεκινήσει περίπου το 2030.

Οι τιμές του ανθρακικού λιθίου έχουν ανακάμψει κατά περίπου 130% από τα χαμηλά του στα μέσα του 2025. Ωστόσο, το ακατέργαστο λίθιο αντιστοιχεί μόλις στο 2%-3% του κόστους ενός ολοκληρωμένου συστήματος αποθήκευσης ισχύος 100 MW με διάρκεια τεσσάρων ωρών. Έτσι, η αύξηση των τιμών του λιθίου κατά 83% το πρώτο τρίμηνο του 2026 μεταφράστηκε σε άνοδο περίπου 10% στο συνολικό κόστος των συστημάτων αποθήκευσης.

Επενδυτικό κενό και ενεργειακές υποδομές

Η χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για την ανάπτυξη της βιομηχανίας λιθίου. Ο κλάδος προσέλκυσε επενδύσεις 60 δισ. δολαρίων την τελευταία δεκαετία, συμβάλλοντας στον δεκαπλασιασμό της προσφοράς εξευγενισμένων χημικών προϊόντων λιθίου. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με την Wood Mackenzie, θα χρειαστούν επιπλέον 150-250 δισ. δολάρια έως και τις δεκαετίες του 2050.

Οι Κινέζοι κατασκευαστές έχουν τη δυνατότητα να αναπτύσσουν παραγωγική δυναμικότητα με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με τους δυτικούς ανταγωνιστές τους, δυσχεραίνοντας τις προσπάθειες κυβερνήσεων εκτός Κίνας να δημιουργήσουν ανεξάρτητες αλυσίδες εφοδιασμού για τις μπαταρίες.

Πρόσθετο εμπόδιο αποτελεί η διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ενέργειας. Στην Ιαπωνία, τα κέντρα δεδομένων μπορούν να ολοκληρωθούν σε λιγότερο από πέντε χρόνια, ενώ οι αναβαθμίσεις του δικτύου ενδέχεται να απαιτήσουν περισσότερο από μία δεκαετία. Ως αποτέλεσμα, οι κατασκευαστές εξετάζουν ολοένα περισσότερο τη χρήση μικροδικτύων και αυτόνομης ηλεκτροπαραγωγής, παρά το γεγονός ότι το κόστος τους μπορεί να είναι δύο έως τρεις φορές υψηλότερο από εκείνο της ηλεκτροδότησης μέσω του δικτύου.

Όπως επισήμανε ο Γκραντ, οι αγορές προσαρμόζονται σε ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια εφοδιασμού, η διαθεσιμότητα ενέργειας και οι γεωπολιτικοί παράγοντες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στις επενδυτικές αποφάσεις, παράλληλα με την ανταγωνιστικότητα του κόστους.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης