Το μεγάλο κύμα νέας παγκόσμιας προσφοράς LNG, κυρίως από τις ΗΠΑ και το Κατάρ, θα μπορούσε να μειώσει σχεδόν στο μισό τις τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη έως το 2030 σε σχέση με το 2025, εξοικονομώντας περίπου 46 δισ. δολάρια ετησίως για τη βιομηχανία έως το 2032
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν παγιώσει τα τελευταία χρόνια τη θέση τους ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) παγκοσμίως, καθώς η ζήτηση φυσικού αερίου αυξήθηκε έντονα σε Ευρώπη και Ασία. Οι αμερικανικές εξαγωγές LNG έφτασαν σε ιστορικό ρεκόρ 111 εκατομμυρίων τόνων το 2025, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τα 100 εκατομμύρια μετρικούς τόνους, εξέλιξη που οφείλεται στην υψηλή αξιοποίηση εγκαταστάσεων και στη νέα παραγωγική δυναμικότητα από έργα όπως το Plaquemines LNG.
Ωστόσο αυτό φαίνεται να αποτελεί μόνο την αρχή της επέκτασης, καθώς η Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ προβλέπει ότι η εξαγωγική δυναμικότητα LNG της χώρας θα υπερδιπλασιαστεί έως το 2029, με περίπου 13,9 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως νέας δυναμικότητας μεταξύ 2025 και 2029, καθώς έργα όπως το Plaquemines LNG Phase 1 και το Corpus Christi Stage 3 θα φτάνουν σε πλήρη λειτουργία.
Παράλληλα, επιπλέον έργα όπως τα Delta LNG και CP2 LNG αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω την παραγωγή προς το 2030.
Παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη, ειδικοί της αγοράς ενέργειας προειδοποιούν ότι η επέκταση αυτή θα έχει και κόστος. Σύμφωνα με τη Wood Mackenzie, η ευρωπαϊκή βιομηχανική ζήτηση φυσικού αερίου έχει μειωθεί κατά 21% από το 2021 και η βιομηχανική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας κατά 4%, κυρίως λόγω της εκτίναξης των τιμών μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η ίδια εκτιμά ότι το μεγάλο κύμα νέας παγκόσμιας προσφοράς LNG, κυρίως από τις ΗΠΑ και το Κατάρ, θα μπορούσε να μειώσει σχεδόν στο μισό τις τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη έως το 2030 σε σχέση με το 2025, εξοικονομώντας περίπου 46 δισ. δολάρια ετησίως για τη βιομηχανία έως το 2032.
50% υψηλότερες οι τιμές
Αντίθετα, η αύξηση των εξαγωγών LNG και η αυξανόμενη ζήτηση από κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης αναμένεται να ωθήσουν τις εγχώριες τιμές φυσικού αερίου στις ΗΠΑ σε μέσο όρο 4,90 δολάρια ανά MMBtu την περίοδο 2030-2035, σχεδόν 50% υψηλότερα από τα επίπεδα του 2025, περιορίζοντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κόστους που απολάμβαναν επί χρόνια οι αμερικανικές βιομηχανίες, αν και η ενέργεια στις ΗΠΑ θα παραμείνει φθηνότερη από την ευρωπαϊκή σε απόλυτους όρους.
Για τους Ευρωπαίους κατασκευαστές, πάντως, η εξέλιξη αυτή θεωρείται θετική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ, οι οποίες κάλυπταν πάνω από το 57% των εισαγωγών LNG της ΕΕ στις αρχές του 2026, έναντι 45% το 2024. Η πτώση των τιμών ενέργειας αναμένεται να ευνοήσει ενεργοβόρους κλάδους όπως τα πετροχημικά, τα μέταλλα και τα χημικά προϊόντα, που αντιμετωπίζουν έντονες πιέσεις κόστους από την ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών. Η Wood Mackenzie κάνει λόγο για «παράθυρο αντιστροφής τιμών» που μπορεί να επιτρέψει σταθεροποίηση ή ανάκαμψη, ενώ χαμηλότερο ενεργειακό κόστος εκτιμάται ότι θα ενισχύσει την ανάπτυξη σε τομείς όπως τα φαρμακευτικά, η επεξεργασία τροφίμων και τα κέντρα δεδομένων, αυξάνοντας το ευρωπαϊκό μερίδιο στη διεθνή αγορά.
Η ίδια δυναμική μπορεί ωστόσο να λειτουργήσει ως δίκοπο μαχαίρι για την αμερικανική οικονομία. Η άνθηση του LNG αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στην αύξηση του ΑΕΠ, στη δημιουργία θέσεων εργασίας και σε μεγάλες επενδύσεις υποδομών, αλλά ταυτόχρονα ενδέχεται να αυξήσει το ενεργειακό κόστος στο εσωτερικό και να δυσκολέψει την ενεργειακή μετάβαση. Μελέτη της S&P Global εκτιμά ότι ο κλάδος μπορεί να προσθέσει έως 1,3 τρισ. δολάρια στο αμερικανικό ΑΕΠ έως το 2040 και να αποφέρει 166 δισ. δολάρια σε φορολογικά έσοδα, δημιουργώντας σχεδόν 500.000 θέσεις εργασίας άμεσα και έμμεσα. Επιπλέον, πάνω από 50 δισ. δολάρια αναμένεται να κατευθυνθούν σε μεγάλα έργα υποδομών όπως Plaquemines, Golden Pass και Port Arthur.
Από την άλλη πλευρά, ειδικοί προειδοποιούν ότι ακόμη και σχετικά μικρές αυξήσεις στις τιμές φυσικού αερίου μπορούν να προκαλέσουν σημαντική άνοδο στο λειτουργικό κόστος. Ανάλυση της Industrial Energy Consumers of America δείχνει ότι κάθε αύξηση κατά 1 δολάριο στην τιμή Henry Hub συνεπάγεται περίπου 54 δισ. δολάρια ετησίως επιπλέον δαπανών για καταναλωτές και βιομηχανία σε φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια, εκ των οποίων 20 δισ. αφορούν ηλεκτρικό ρεύμα και 34 δισ. άμεσο κόστος φυσικού αερίου. Για τη μεταποίηση ειδικά, όπου το κόστος ενέργειας δεν μετακυλίεται εύκολα, μια τέτοια αύξηση μπορεί να πλήξει σοβαρά την ανταγωνιστικότητα.
Κλάδοι που εξαρτώνται έντονα από το φυσικό αέριο, όπως η βιομηχανία, τα χημικά και τα λιπάσματα, αναμένεται να αντιμετωπίσουν αυξημένα λειτουργικά κόστη, με εκτιμήσεις έως και 125 δισ. δολάρια επιπλέον δαπανών έως το 2050. Οι επιπτώσεις ενδέχεται να επηρεάσουν και τα νοικοκυριά, καθώς η ενίσχυση των εξαγωγών συνδέει την εγχώρια αγορά φυσικού αερίου των ΗΠΑ με υψηλότερες διεθνείς τιμές, αυξάνοντας τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης.
Ωστόσο αυτό φαίνεται να αποτελεί μόνο την αρχή της επέκτασης, καθώς η Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ προβλέπει ότι η εξαγωγική δυναμικότητα LNG της χώρας θα υπερδιπλασιαστεί έως το 2029, με περίπου 13,9 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως νέας δυναμικότητας μεταξύ 2025 και 2029, καθώς έργα όπως το Plaquemines LNG Phase 1 και το Corpus Christi Stage 3 θα φτάνουν σε πλήρη λειτουργία.
Παράλληλα, επιπλέον έργα όπως τα Delta LNG και CP2 LNG αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω την παραγωγή προς το 2030.
Παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη, ειδικοί της αγοράς ενέργειας προειδοποιούν ότι η επέκταση αυτή θα έχει και κόστος. Σύμφωνα με τη Wood Mackenzie, η ευρωπαϊκή βιομηχανική ζήτηση φυσικού αερίου έχει μειωθεί κατά 21% από το 2021 και η βιομηχανική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας κατά 4%, κυρίως λόγω της εκτίναξης των τιμών μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η ίδια εκτιμά ότι το μεγάλο κύμα νέας παγκόσμιας προσφοράς LNG, κυρίως από τις ΗΠΑ και το Κατάρ, θα μπορούσε να μειώσει σχεδόν στο μισό τις τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη έως το 2030 σε σχέση με το 2025, εξοικονομώντας περίπου 46 δισ. δολάρια ετησίως για τη βιομηχανία έως το 2032.
50% υψηλότερες οι τιμές
Αντίθετα, η αύξηση των εξαγωγών LNG και η αυξανόμενη ζήτηση από κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης αναμένεται να ωθήσουν τις εγχώριες τιμές φυσικού αερίου στις ΗΠΑ σε μέσο όρο 4,90 δολάρια ανά MMBtu την περίοδο 2030-2035, σχεδόν 50% υψηλότερα από τα επίπεδα του 2025, περιορίζοντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κόστους που απολάμβαναν επί χρόνια οι αμερικανικές βιομηχανίες, αν και η ενέργεια στις ΗΠΑ θα παραμείνει φθηνότερη από την ευρωπαϊκή σε απόλυτους όρους.
Για τους Ευρωπαίους κατασκευαστές, πάντως, η εξέλιξη αυτή θεωρείται θετική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ, οι οποίες κάλυπταν πάνω από το 57% των εισαγωγών LNG της ΕΕ στις αρχές του 2026, έναντι 45% το 2024. Η πτώση των τιμών ενέργειας αναμένεται να ευνοήσει ενεργοβόρους κλάδους όπως τα πετροχημικά, τα μέταλλα και τα χημικά προϊόντα, που αντιμετωπίζουν έντονες πιέσεις κόστους από την ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών. Η Wood Mackenzie κάνει λόγο για «παράθυρο αντιστροφής τιμών» που μπορεί να επιτρέψει σταθεροποίηση ή ανάκαμψη, ενώ χαμηλότερο ενεργειακό κόστος εκτιμάται ότι θα ενισχύσει την ανάπτυξη σε τομείς όπως τα φαρμακευτικά, η επεξεργασία τροφίμων και τα κέντρα δεδομένων, αυξάνοντας το ευρωπαϊκό μερίδιο στη διεθνή αγορά.
Η ίδια δυναμική μπορεί ωστόσο να λειτουργήσει ως δίκοπο μαχαίρι για την αμερικανική οικονομία. Η άνθηση του LNG αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στην αύξηση του ΑΕΠ, στη δημιουργία θέσεων εργασίας και σε μεγάλες επενδύσεις υποδομών, αλλά ταυτόχρονα ενδέχεται να αυξήσει το ενεργειακό κόστος στο εσωτερικό και να δυσκολέψει την ενεργειακή μετάβαση. Μελέτη της S&P Global εκτιμά ότι ο κλάδος μπορεί να προσθέσει έως 1,3 τρισ. δολάρια στο αμερικανικό ΑΕΠ έως το 2040 και να αποφέρει 166 δισ. δολάρια σε φορολογικά έσοδα, δημιουργώντας σχεδόν 500.000 θέσεις εργασίας άμεσα και έμμεσα. Επιπλέον, πάνω από 50 δισ. δολάρια αναμένεται να κατευθυνθούν σε μεγάλα έργα υποδομών όπως Plaquemines, Golden Pass και Port Arthur.
Από την άλλη πλευρά, ειδικοί προειδοποιούν ότι ακόμη και σχετικά μικρές αυξήσεις στις τιμές φυσικού αερίου μπορούν να προκαλέσουν σημαντική άνοδο στο λειτουργικό κόστος. Ανάλυση της Industrial Energy Consumers of America δείχνει ότι κάθε αύξηση κατά 1 δολάριο στην τιμή Henry Hub συνεπάγεται περίπου 54 δισ. δολάρια ετησίως επιπλέον δαπανών για καταναλωτές και βιομηχανία σε φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια, εκ των οποίων 20 δισ. αφορούν ηλεκτρικό ρεύμα και 34 δισ. άμεσο κόστος φυσικού αερίου. Για τη μεταποίηση ειδικά, όπου το κόστος ενέργειας δεν μετακυλίεται εύκολα, μια τέτοια αύξηση μπορεί να πλήξει σοβαρά την ανταγωνιστικότητα.
Κλάδοι που εξαρτώνται έντονα από το φυσικό αέριο, όπως η βιομηχανία, τα χημικά και τα λιπάσματα, αναμένεται να αντιμετωπίσουν αυξημένα λειτουργικά κόστη, με εκτιμήσεις έως και 125 δισ. δολάρια επιπλέον δαπανών έως το 2050. Οι επιπτώσεις ενδέχεται να επηρεάσουν και τα νοικοκυριά, καθώς η ενίσχυση των εξαγωγών συνδέει την εγχώρια αγορά φυσικού αερίου των ΗΠΑ με υψηλότερες διεθνείς τιμές, αυξάνοντας τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης.
Παράλληλα, αναλυτές προειδοποιούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν πιέσεις στην εγχώρια ενεργειακή επάρκεια αν η παραγωγή φυσικού αερίου δεν αυξηθεί με τον ίδιο ρυθμό με τη ζήτηση για εξαγωγές, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αιφνίδιες αυξήσεις τιμών και να επιβραδύνει τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια, καθιστώντας ακόμη και τον άνθρακα πιο ανταγωνιστικό στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
www.worldenergynews.gr






