AD
Ενέργεια & Αγορές

Τα ενεργειακά συστήματα προσαρμόζονται όλο και περισσότερο στην μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ

Τα ενεργειακά συστήματα προσαρμόζονται όλο και περισσότερο στην μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ
Οι παραδοσιακές τεχνολογίες ηλεκτροπαραγωγής πιέζονται πλέον ώστε να προσαρμοστούν στη διείσδυση των ανανεώσιμων - Η εικόνα σε ΗΠΑ, Κίνα, Γαλλία
Η Kίνα και η Γαλλία, τον Φεβρουάριο του 2026, έστειλαν ένα σαφές μήνυμα για τον αντίκτυπο της αυξανόμενης διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στα ηλεκτρικά τους συστήματα

Το Πεκίνο ανακοίνωσε ότι θα μετατρέψει παλαιές ανθρακικές μονάδες ώστε να λειτουργούν πιο ευέλικτα, ενώ η κρατική γαλλική επιχείρηση ηλεκτρισμού EDF γνωστοποίησε ότι θα πράξει το ίδιο με μεγάλο μέρος του πυρηνικού της στόλου, αναλαμβάνοντας σημαντικό κόστος. 

Στόχος είναι η προσαρμογή στην αυξανόμενη παρουσία φθηνότερων ανανεώσιμων στις αντίστοιχες αγορές ηλεκτρικής ενέργειας. 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενδεικτικές περιπτώσεις αποτελούν η California και το Texas, όπου η συμμετοχή των ΑΠΕ είναι ήδη ιδιαίτερα υψηλή.

Το κρίσιμο ερώτημα

Οι εξελίξεις αυτές θέτουν ένα κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον του υφιστάμενου στόλου των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής. Η απάντηση διαφοροποιείται ανάλογα με το καύσιμο – φυσικό αέριο, άνθρακας ή πυρηνική ενέργεια – ωστόσο το κοινό συμπέρασμα είναι ότι οι παραδοσιακές τεχνολογίες ηλεκτροπαραγωγής πιέζονται πλέον ώστε να προσαρμοστούν στη διείσδυση των ανανεώσιμων.

Στις ΗΠΑ, όπου το φυσικό αέριο αποτελεί τον βασικό άξονα νέων επενδύσεων, τα στοιχεία της U.S. Energy Information Administration για την περίοδο 2005-2030 δείχνουν συνέχεια και όχι ρήξη. 

Από το 2005 έως το 2024 προστέθηκαν κατά μέσο όρο άνω των 9 GW νέας ισχύος ετησίως από μονάδες φυσικού αερίου, ενώ παρόμοιος ρυθμός προβλέπεται και για την περίοδο 2026-2030. Το σενάριο αυτό αποτυπώνει τη μακρόχρονη μετάβαση από τον άνθρακα στο αέριο, με τη διείσδυση της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας να αυξάνεται, το μερίδιο του αερίου και της πυρηνικής να παραμένει σχετικά σταθερό και τον άνθρακα να υποχωρεί.

Ωστόσο, η εμπειρία της Καλιφόρνιας προϊδεάζει για μια διαφορετική τροχιά. Μεταξύ 2020 και 2025, η παραγωγή από μονάδες φυσικού αερίου μειώθηκε αισθητά, καθώς η αυξανόμενη αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας σε συνδυασμό με αποθήκευση περιόρισε τη ζήτηση για ορυκτά καύσιμα. Η τάση υποκατάστασης ακριβότερων θερμικών μονάδων από φθηνότερες ΑΠΕ αναμένεται να ενταθεί, δημιουργώντας δυνητικά κινδύνους απαξίωσης περιουσιακών στοιχείων και χρηματοοικονομικές πιέσεις μεσοπρόθεσμα.

Η ιστορική αναλογία με τη μετάβαση από τον τηλέγραφο στο τηλέφωνο είναι ενδεικτική. Για δεκαετίες οι δύο τεχνολογίες συνυπήρξαν και αναπτύχθηκαν παράλληλα, πριν η μία επικρατήσει οριστικά. Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει σήμερα στην ηλεκτροπαραγωγή. Σε περιβάλλον υψηλής ζήτησης όλες οι τεχνολογίες μπορούν να παραμείνουν κερδοφόρες, όμως η διαρκής διεύρυνση των ΑΠΕ διαβρώνει σταδιακά την κερδοφορία των μονάδων ορυκτών καυσίμων.

Μετά την τρέχουσα περίοδο έντονης αύξησης της ζήτησης και κατασκευής νέων σταθμών, ο κλάδος ενδέχεται να αλλάξει οριστικά. Η οικονομική λογική δεν θα δικαιολογεί πλέον την κατασκευή νέων μονάδων βάσης με καύση ορυκτών καυσίμων. Οι υφιστάμενες μονάδες θα καλούνται να λειτουργούν πιο ευέλικτα και ενδεχομένως εποχικά, συμπληρώνοντας ένα σύστημα με κυρίαρχες τις ανανεώσιμες.

Στον άνθρακα, η εικόνα είναι σύνθετη. Παρά τη μακροχρόνια πτωτική πορεία στις ΗΠΑ, η χαλάρωση περιβαλλοντικών ρυθμίσεων και η αυξημένη ζήτηση ενέργειας δίνουν κίνητρα για παράταση λειτουργίας παλαιών, σχεδόν αποσβεσμένων μονάδων. Νέες επενδύσεις σε ανθρακικούς σταθμούς θεωρούνται απίθανες, όμως το ερώτημα παραμένει εάν οι εταιρείες θα προχωρήσουν σε δαπανηρές αναβαθμίσεις για τη διατήρηση των υφιστάμενων εγκαταστάσεων.

Στην πυρηνική ενέργεια, οι προοπτικές για νέες μεγάλες μονάδες εμφανίζονται ακόμη δυσμενέστερες. Το παράδειγμα του Plant Vogtle, που κόστισε άνω των 35 δισ. δολαρίων στον ιδιοκτήτη του, τη Southern Company, υπογραμμίζει το υψηλό επενδυτικό ρίσκο. Το κόστος ανά εγκατεστημένο κιλοβάτ υπερβαίνει κατά πολύ εκείνο μιας σύγχρονης μονάδας φυσικού αερίου, ενώ οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες εκτιμάται ότι θα είναι ακόμη ακριβότεροι. Επιπλέον, η βιωσιμότητα νέων πυρηνικών έργων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποτίμηση των δικαιωμάτων άνθρακα, ενώ οι χρόνοι κατασκευής είναι σημαντικά μεγαλύτεροι σε σύγκριση με τα μεγάλα φωτοβολταϊκά έργα.

Εάν επιβεβαιωθεί η κυριαρχία των ανανεώσιμων έναντι της θερμικής παραγωγής, τότε το μέλλον θα σηματοδοτήσει το τέλος της κατασκευής νέων μονάδων βάσης. Οι υφιστάμενες μονάδες, πολλές από τις οποίες λαμβάνουν παρατάσεις ζωής, ενδέχεται να επαρκούν για τις ανάγκες ενός συστήματος που θα διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από τις ΑΠΕ και την αποθήκευση ενέργειας.

www.worldenergynews.gr
 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης

`