Στη Γερμανία, η εκλογική ενίσχυση της AfD προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας για τη μελλοντική κατεύθυνση της ενεργειακής πολιτικής της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης
Η άνοδος των τιμών ενέργειας και η επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας ενισχύουν τις πολιτικές δυνάμεις που αμφισβητούν την ταχύτητα και το κόστος της πράσινης μετάβασης, την ώρα που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προσθέτει νέα αβεβαιότητα στις ενεργειακές αγορές.
Αναλυτές που μίλησαν στο Montel εκτιμούν ότι η αρχική πολιτική συναίνεση γύρω από τους φιλόδοξους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κλίμα δοκιμάζεται πλέον από την αύξηση του ενεργειακού κόστους, τον διεθνή ανταγωνισμό και τις πιέσεις που δέχεται η ευρωπαϊκή παραγωγή.
Ο Lorenzo Castellani από το Πανεπιστήμιο Luiss Guido Carli της Ιταλίας υποστηρίζει ότι η «ιδεαλιστική» προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας μεταφράστηκε σε κανόνες που, κατά την άποψή του, επιβάρυναν την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Όπως σημειώνει, όταν οι πολίτες αντιμετωπίζουν απώλεια εισοδήματος ή θέσεων εργασίας, η προσοχή τους μετατοπίζεται από τους μακροπρόθεσμους κλιματικούς στόχους στις άμεσες οικονομικές πιέσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Stefano Besseghini του ενεργειακού think tank EnergySquare επισημαίνει ότι σε περιόδους κρίσης η πολιτική συζήτηση μετακινείται από τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα προς την ασφάλεια εφοδιασμού και το άμεσο κόστος της ενέργειας. Μια τέτοια μετατόπιση, εκτιμά, μπορεί να ενισχύσει τις πιέσεις για μεγαλύτερη χρήση ορυκτών καυσίμων, χαμηλότερη φορολογία στην ενέργεια και πιο αργή εφαρμογή των κλιματικών στόχων.
Η ενεργειακή αστάθεια έχει ενταθεί μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και τον περιορισμό των ρωσικών προμηθειών φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Η νέα σύγκρουση με επίκεντρο το Ιράν προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας, με τις τιμές χονδρικής του φυσικού αερίου να έχουν αυξηθεί σημαντικά και να μετακυλίονται στους καταναλωτές.
Η πολιτική μετατόπιση στην Ευρώπη
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κυβερνήσεις και κόμματα της δεξιάς και της άκρας δεξιάς σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες υιοθετούν πιο επιφυλακτική στάση απέναντι σε μέρος της υφιστάμενης πολιτικής για την απανθρακοποίηση.
Στην Ιταλία, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ευρύτερης πολιτικής μετατόπισης. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα κόμματα της δεξιάς αντιπολίτευσης έχουν επίσης θέσει στο στόχαστρο πολιτικές που συνδέονται με τον στόχο μηδενικών καθαρών εκπομπών.
Οι Συντηρητικοί έχουν ταχθεί υπέρ της κατάργησης του Climate Change Act και του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών του Ηνωμένου Βασιλείου, υποστηρίζοντας ότι ο στόχος για μηδενικές καθαρές εκπομπές έως το 2050 δεν είναι εφικτός. Η Reform UK, από την πλευρά της, έχει προτείνει την κατάργηση του κόστους άνθρακα για τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας και τη μεταφορά των επιδοτήσεων των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον κρατικό προϋπολογισμό.
Οι προτάσεις αυτές, ωστόσο, δεν θα είχαν όλες άμεση επίδραση στην υφιστάμενη παραγωγή ΑΠΕ. Ο ενεργειακός αναλυτής Jan Rosenow του Environmental Change Institute σημειώνει ότι η κατάργηση του Climate Change Act δεν θα ανέτρεπε αυτομάτως τις υφιστάμενες επιδοτήσεις και συμβάσεις, θα αύξανε όμως το πολιτικό ρίσκο και ενδέχεται να καθιστούσε ακριβότερη τη χρηματοδότηση νέων έργων.
Αντίστοιχα, η κατάργηση της αγοράς άνθρακα και άλλων μηχανισμών τιμολόγησης των εκπομπών θα μπορούσε να περιορίσει βραχυπρόθεσμα τις τιμές χονδρικής, αλλά θα δημιουργούσε σημαντικό δημοσιονομικό κόστος για το κράτος.
Γαλλία: Πυρηνική ενέργεια απέναντι στις ΑΠΕ
Στη Γαλλία, ο Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν έχει υιοθετήσει σαφή θέση υπέρ της πυρηνικής ενέργειας και κατά της επέκτασης των ανανεώσιμων πηγών, ιδιαίτερα της αιολικής ενέργειας.
Το κόμμα υποστηρίζει την κατασκευή έως και 20 νέων πυρηνικών αντιδραστήρων, ενώ επικρίνει την αιολική ενέργεια ως δαπανηρή και αναποτελεσματική για την ασφάλεια εφοδιασμού, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η διαλείπουσα παραγωγή μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες πιέσεις στο ηλεκτρικό σύστημα.
Η θέση αυτή, πάντως, δεν φαίνεται να αντανακλά συνολικά την κοινή γνώμη. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Ifop για την Engie τον Απρίλιο του 2025, σχεδόν το 84% των Γάλλων δήλωσε θετική στάση απέναντι στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Ο Andreas Rudinger του Institute for Sustainable Development and International Relations εκτιμά ότι η αντι-ΑΠΕ ρητορική εντάσσεται σε μια ευρύτερη αφήγηση περί επιβολής της οικολογικής πολιτικής από τις Βρυξέλλες και τη Γερμανία, με στόχο, σύμφωνα με αυτή την πολιτική αφήγηση, να περιοριστεί ο ρόλος της γαλλικής πυρηνικής ενέργειας.
Ο Εθνικός Συναγερμός έχει επίσης προτείνει αλλαγές στον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε αυτές να αντανακλούν περισσότερο το κόστος παραγωγής του γαλλικού ενεργειακού μείγματος, καθώς και επιστροφή σε ένα πιο συγκεντρωτικό μοντέλο παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.
Η διευθύνουσα σύμβουλος της γαλλικής Engie, Catherine MacGregor, έχει προειδοποιήσει ότι η εγκατάλειψη του μοντέλου οριακής τιμολόγησης θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για τις νέες ενεργειακές επενδύσεις στην Ευρώπη.
Γερμανία: Στο στόχαστρο οι επιδοτήσεις των ΑΠΕ
Στη Γερμανία, η εκλογική ενίσχυση της AfD προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας για τη μελλοντική κατεύθυνση της ενεργειακής πολιτικής της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.
Το κόμμα τάσσεται υπέρ της κατάργησης των επιδοτήσεων για τις ανανεώσιμες πηγές και της μεγαλύτερης αξιοποίησης εγχώριων ενεργειακών πόρων, μεταξύ των οποίων ο άνθρακας, ενώ έχει αφήσει ανοιχτό και το ενδεχόμενο έρευνας για υδραυλική ρωγμάτωση. Παράλληλα, υποστηρίζει την αντιστροφή της απόφασης για το κλείσιμο των γερμανικών πυρηνικών σταθμών, ο τελευταίος από τους οποίους τέθηκε εκτός λειτουργίας το 2023.
Η συμπρόεδρος της AfD, Alice Weidel, έχει υποστηρίξει ότι βασικός στόχος είναι η επίτευξη χαμηλότερων τιμών ενέργειας. Το κόμμα θεωρεί ότι οι επιδοτήσεις των ΑΠΕ στρεβλώνουν την αγορά και έχουν οδηγήσει σε αυξημένες ανάγκες για επενδύσεις στα δίκτυα.
Η Claudia Kemfert, επικεφαλής του τμήματος ενέργειας, μεταφορών και περιβάλλοντος στο Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών, χαρακτηρίζει τις προτάσεις της AfD οικονομικά και ενεργειακά προβληματικές, υποστηρίζοντας ότι η στροφή προς περισσότερα ορυκτά καύσιμα θα αύξανε την εξάρτηση από αυτά και θα ενίσχυε την αβεβαιότητα για τους επενδυτές.
Το μεγάλο ερώτημα για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία
Παρά τις πολιτικές πιέσεις, σημαντικό μέρος των επενδύσεων στην πράσινη ενέργεια έχει ήδη δρομολογηθεί μέσω υφιστάμενων συμβάσεων, δημοπρασιών και έργων. Αυτό περιορίζει την ταχύτητα με την οποία μπορούν να ανατραπούν οι ενεργειακές πολιτικές, ακόμη και σε περίπτωση αλλαγής κυβερνήσεων.
Παράλληλα, η αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα δεν αναμένεται, σύμφωνα με ενεργειακούς αναλυτές που επικαλείται το Montel, να μεταβάλει ουσιαστικά τις διεθνείς αγορές. Η μεταφορά του κόστους της ενεργειακής πολιτικής από τους λογαριασμούς των καταναλωτών στη φορολογία θα μετατόπιζε επίσης το βάρος χωρίς να το εξαλείφει.
Ο Adi Imsirovic, επισκέπτης λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, προειδοποιεί ότι η κατάργηση των κανόνων για τον άνθρακα θα μπορούσε να έχει σημαντικές δημοσιονομικές και επενδυτικές συνέπειες, καθώς ενδέχεται να οδηγήσει σε απώλεια φορολογικών εσόδων, ευρωπαϊκές αντιδράσεις και επιβράδυνση των επενδύσεων στην καθαρή ενέργεια.
www.worldenergynews.gr






