AD
Ενέργεια & Αγορές

ΗΠΑ: Γιατί ένα μπλόκο στις εξαγωγές ντίζελ δεν θα ρίξει τις τιμές – Οι κίνδυνοι για την αγορά καυσίμων

ΗΠΑ: Γιατί ένα μπλόκο στις εξαγωγές ντίζελ δεν θα ρίξει τις τιμές – Οι κίνδυνοι για την αγορά καυσίμων
Αναλυτές επισημαίνουν ότι μια απαγόρευση εξαγωγών diesel θα μπορούσε να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο, περιορίζοντας την παραγωγή στις ΗΠΑ και ασκώντας νέα ανοδική πίεση στις τιμές των καυσίμων 
Η εκτίναξη της μέσης τιμής του diesel στις Ηνωμένες Πολιτείες σε επίπεδα-ρεκόρ, στα 6,52 δολάρια το γαλόνι, επανέφερε στο προσκήνιο το ενδεχόμενο περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών καυσίμων. Η κυβέρνηση Τραμπ έστειλε αντιφατικά μηνύματα μέσα στην εβδομάδα, με τον Λευκό Οίκο να διαψεύδει ότι προετοιμάζεται απαγόρευση, ενώ λίγες ώρες νωρίτερα ο πρόεδρος των ΗΠΑ και ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ είχαν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο.
 
Οι σχετικές πληροφορίες προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από την αμερικανική ενεργειακή και μεταποιητική βιομηχανία. Παράλληλα, αναλυτές επισημαίνουν ότι μια απαγόρευση εξαγωγών diesel θα μπορούσε να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο, περιορίζοντας την παραγωγή στις ΗΠΑ και ασκώντας νέα ανοδική πίεση στις τιμές των καυσίμων.
 
Η σημερινή εικόνα της αγοράς εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τη σοβαρή συρρίκνωση της παγκόσμιας δυναμικότητας διύλισης. Παρά την αύξηση των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ, από τα έως και 10 εκατ. βαρέλια την ημέρα που εκτιμάται ότι εξέρχονται από την περιοχή, μόλις περίπου 1 εκατ. βαρέλια αφορούν διυλισμένα προϊόντα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος είναι αργό πετρέλαιο.
 
Την ίδια στιγμή, η δυναμικότητα διύλισης στη Μέση Ανατολή έχει περιοριστεί λόγω των ιρανικών επιθέσεων σε διυλιστήρια, ενώ οι περιορισμένες ροές καυσίμων μέσω του Ορμούζ επιβαρύνουν περαιτέρω την αγορά. Αντίστοιχη πίεση καταγράφεται στη Ρωσία, όπου οι επιθέσεις ουκρανικών drones έχουν προκαλέσει προβλήματα στη λειτουργία διυλιστηρίων. Η Μόσχα έχει απαγορεύσει τις εξαγωγές diesel έως το τέλος Σεπτεμβρίου, με την απαγόρευση να είναι πιθανό να παραταθεί και τον Οκτώβριο.
 
Στελέχη των μεγαλύτερων αμερικανικών διυλιστηρίων εκτιμούν ότι περίπου 7-8 εκατ. βαρέλια ημερησίως προϊόντων πετρελαίου έχουν βγει εδώ και μήνες από την παγκόσμια αγορά, περιορίζοντας την προσφορά καυσίμων και ιδιαίτερα του diesel.

Τι λένε οι ειδικοί
 
Ο Brian Mandell, εκτελεστικός αντιπρόεδρος Marketing & Commercial της Phillips 66, είχε προειδοποιήσει από την τηλεδιάσκεψη για τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου ότι τα θεμελιώδη μεγέθη της διύλισης είναι ήδη ιδιαίτερα πιεσμένα και η κατάσταση επιδεινώνεται από τα προβλήματα στη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή. Όπως ανέφερε, περίπου 7 εκατ. βαρέλια ημερησίως δυναμικότητας διύλισης στην Ασία και τη Μέση Ανατολή, καθώς και άλλα 1,4 εκατ. βαρέλια στη Ρωσία, παραμένουν εκτός λειτουργίας. Η επαναφορά τους, πρόσθεσε, μπορεί να απαιτήσει σημαντικό χρόνο, ανάλογα με τις ζημιές και τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών.
 
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η παγκόσμια διυλιστική δραστηριότητα έφτασε τον Αύγουστο σε θερινό υψηλό 81,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως, αυξημένη κατά 960.000 βαρέλια σε σχέση με τον Ιούλιο. Παρά την άνοδο, η παραγωγή παρέμεινε κατά 4,2 εκατ. βαρέλια την ημέρα χαμηλότερη από έναν χρόνο νωρίτερα, με τις μεγαλύτερες απώλειες να εντοπίζονται στη Μέση Ανατολή, τη Ρωσία και σε ασιατικές χώρες που εισάγουν αργό.
 
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ορισμένοι Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές, με επικεφαλής τον Τσακ Γκράσλεϊ της Αϊόβα, ζητούν να απαγορευθούν οι εξαγωγές diesel, καθώς οι υψηλές τιμές επιβαρύνουν ιδιαίτερα αγρότες και μεταφορείς στις ΗΠΑ.
 
Ωστόσο, ο Λευκός Οίκος και ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ έχουν απορρίψει την ιδέα. Ο Ράιτ χαρακτήρισε την Τετάρτη την απαγόρευση εξαγωγών diesel «ωμό εργαλείο» που δεν μπορεί να λειτουργήσει. Όπως εξήγησε, εάν οι αμερικανικές εταιρείες δεν μπορούν να εξάγουν το diesel που παράγουν τα διυλιστήριά τους, τα αποθέματα θα αυξηθούν μέχρι να εξαντληθούν οι διαθέσιμοι χώροι αποθήκευσης. Σε αυτή την περίπτωση, οι παραγωγοί θα αναγκαστούν να μειώσουν τη διυλιστική δραστηριότητα, γεγονός που θα επηρέαζε όχι μόνο το diesel αλλά και τη βενζίνη και τα καύσιμα αεροσκαφών.
 
Την ίδια θέση υιοθετεί και το μεγαλύτερο τμήμα της αμερικανικής επιχειρηματικής και ενεργειακής βιομηχανίας. Τρεις δεκάδες ενώσεις, μεταξύ των οποίων το American Petroleum Institute, η American Fuel & Petrochemical Manufacturers, η National Association of Manufacturers και το U.S. Chamber of Commerce, έστειλαν επιστολή στον Τραμπ ζητώντας να μην επιβληθούν περιορισμοί στις εξαγωγές καυσίμων.
 
Οι φορείς υποστηρίζουν ότι ένα τέτοιο μέτρο θα οδηγούσε σε χαμηλότερη παραγωγή, περιορισμό της προσφοράς και υψηλότερο κόστος για αμερικανικά νοικοκυριά, αγρότες και οδηγούς φορτηγών. Παράλληλα, εκτιμούν ότι θα μπορούσε να προκαλέσει αντίμετρα από άλλες χώρες.
 
Το βασικό επιχείρημα της βιομηχανίας είναι ότι τα διυλιστήρια δεν μπορούν να αποθηκεύουν απεριόριστες ποσότητες diesel. Σήμερα παράγουν περίπου 5,3 εκατ. βαρέλια distillate fuels την ημέρα, ενώ η εγχώρια ζήτηση ανέρχεται κατά μέσο όρο σε περίπου 3,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Εάν οι εξαγωγές σταματήσουν, η πλεονάζουσα παραγωγή δεν μπορεί απλώς να συσσωρευτεί σε αποθήκες.
 
Επιπλέον, η παραγωγή diesel και βενζίνης είναι αλληλένδετη. Μείωση της διυλιστικής δραστηριότητας για να αντιμετωπιστεί η υπερπροσφορά diesel θα περιόριζε ταυτόχρονα και την παραγωγή βενζίνης. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι μικρότερη συνολική προσφορά και υψηλότερες τιμές και για τα δύο καύσιμα.
 
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες θα ήταν περιοχές των ΗΠΑ που εξαρτώνται περισσότερο από εισαγωγές καυσίμων, όπως τα βορειοανατολικά, ενόψει μάλιστα της χειμερινής περιόδου. Ένα περιοριστικό μέτρο στις εξαγωγές θα μπορούσε να εντείνει τις πιέσεις στην αγορά diesel και να μεταφερθεί στις τιμές και άλλων καυσίμων.
 
Πέρα από το άμεσο κόστος, η αμερικανική ενεργειακή βιομηχανία προειδοποιεί και για γεωπολιτικές συνέπειες. Οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί σε σημαντικό προμηθευτή ενεργειακών προϊόντων για τη διεθνή αγορά και η απόσυρσή τους θα μπορούσε να αφήσει χώρο σε άλλους παραγωγούς.
 
Όπως αναφέρουν οι ενώσεις του κλάδου, εάν οι αμερικανικές εξαγωγές περιοριστούν, άλλες χώρες θα μπορούσαν να καλύψουν το κενό, μειώνοντας την αμερικανική επιρροή στις διεθνείς ενεργειακές αγορές και ενισχύοντας τη θέση ανταγωνιστών. Η AFPM υπογραμμίζει ότι οι απαγορεύσεις εξαγωγών δεν δημιουργούν περισσότερο καύσιμο για τους Αμερικανούς καταναλωτές, αλλά αντίθετα μπορούν να μειώσουν την εγχώρια παραγωγή, να ενισχύσουν τις τιμές και να περιορίσουν την ενεργειακή ασφάλεια.
 
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η Capital Economics, η οποία συνόψισε την πρόσφατη ανάλυσή της με τον χαρακτηριστικό τίτλο ότι μια αμερικανική απαγόρευση εξαγωγών θα μπορούσε τελικά να επιδεινώσει την κρίση diesel, αντί να μειώσει το κόστος για τους καταναλωτές.
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης