Το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ευρύτερη ανάπτυξη της αφαλάτωσης παραμένει το υψηλό ενεργειακό κόστος, το οποίο επιβαρύνει σημαντικά τα λειτουργικά έξοδα των εγκαταστάσεων
Η αυξανόμενη λειψυδρία, η ταχεία αστικοποίηση και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής οδηγούν τις χώρες της Ασίας σε ενίσχυση των επενδύσεων στην αφαλάτωση, η οποία εξελίσσεται σε βασικό πυλώνα της μελλοντικής υδροδότησης της περιοχής.
Σύμφωνα με έκθεση της Ασιατικής Τράπεζας Ανάπτυξης (ADB), που δημοσιεύθηκε στα τέλη του 2025, περισσότεροι από 2,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι στην Ασία και τον Ειρηνικό έχουν εξέλθει από την κατάσταση που χαρακτηρίζεται ως «ακραία ανασφάλεια νερού» την τελευταία δωδεκαετία, αριθμός που αντιστοιχεί στο 60% του συνολικού πληθυσμού.
Ωστόσο, η περιοχή εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, καθώς συγκεντρώνει το 41% των πλημμυρικών φαινομένων παγκοσμίως, ενώ η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η υφαλμύρινση και η υποβάθμιση των φυσικών υδάτινων πόρων απειλούν τη μακροπρόθεσμη υδατική ασφάλεια.
Ωστόσο, η περιοχή εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, καθώς συγκεντρώνει το 41% των πλημμυρικών φαινομένων παγκοσμίως, ενώ η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η υφαλμύρινση και η υποβάθμιση των φυσικών υδάτινων πόρων απειλούν τη μακροπρόθεσμη υδατική ασφάλεια.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αφαλάτωση αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Όπως επισημαίνει ο περιφερειακός διευθυντής Ασίας-Ειρηνικού της Danfoss, Τζον Φέργκιουσον, η συγκέντρωση πληθυσμού στις παράκτιες περιοχές καθιστά το θαλασσινό νερό μια προφανή πηγή για την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών. Από το 2000 έως το 2018 ο παράκτιος πληθυσμός της Ασίας αυξήθηκε κατά 25%, ενώ σήμερα η περιοχή φιλοξενεί το 60% του παγκόσμιου παράκτιου πληθυσμού.
Παρά τα πλεονεκτήματα, η ανάπτυξη μονάδων αφαλάτωσης συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις. Η διάβρωση των ακτών, η ρύπανση, η υπερανάπτυξη και η διείσδυση θαλασσινού νερού στους υδροφορείς αποτελούν σοβαρά ζητήματα, όπως αποδεικνύει η περίπτωση της Ταϊλάνδης, όπου οι ακτές έχουν χάσει περισσότερα από 126 εκατ. τετραγωνικά μέτρα λόγω διάβρωσης τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.
Σύμφωνα με τον Φέργκιουσον, πέντε είναι οι βασικοί παράγοντες που τροφοδοτούν την ανάπτυξη της αφαλάτωσης στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού: η έντονη λειψυδρία στα μεγάλα αστικά και βιομηχανικά κέντρα, η ανάπτυξη υδροβόρων βιομηχανιών όπως οι ημιαγωγοί, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και τα ορυχεία, οι ολοένα πιο ακραίες κλιματικές μεταβολές που μειώνουν την αξιοπιστία των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων, η στροφή των κυβερνήσεων προς πολιτικές ενίσχυσης της υδατικής ασφάλειας και η συνεχής μείωση του κόστους παραγωγής χάρη στις τεχνολογικές εξελίξεις και τις οικονομίες κλίμακας.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ευρύτερη ανάπτυξη της αφαλάτωσης παραμένει το υψηλό ενεργειακό κόστος, το οποίο επιβαρύνει σημαντικά τα λειτουργικά έξοδα των εγκαταστάσεων. Εξίσου σημαντική είναι και η δυσκολία εξεύρεσης χρηματοδότησης, ιδιαίτερα για μικρότερες χώρες, ενώ οι περιβαλλοντικές εγκρίσεις και οι κανονιστικές διαδικασίες, αν και απαιτητικές, δεν αποτελούν πλέον τον βασικό ανασταλτικό παράγοντα.
Όπως επισημαίνει ο Φέργκιουσον, η βιώσιμη ανάπτυξη της αφαλάτωσης προϋποθέτει τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και τη σύνδεση των μονάδων με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπου αυτό είναι εφικτό. Παράλληλα, απαιτούνται αυστηροί κανόνες για τη διαχείριση της άλμης, σύγχρονες προδιαγραφές προμηθειών που θα ευνοούν τις αποδοτικότερες τεχνολογίες και ολοκληρωμένος σχεδιασμός που θα συνδυάζει την αφαλάτωση με την επαναχρησιμοποίηση νερού και τα συστήματα αποθήκευσης.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει τον δρόμο. Η Αυστραλία έχει αναπτύξει μεγάλης κλίμακας μονάδες αφαλάτωσης με έμφαση στην ενεργειακή αποδοτικότητα, η Σιγκαπούρη έχει δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο μοντέλο που συνδυάζει αφαλάτωση, ανακύκλωση και εισαγωγές νερού, ενώ οι χώρες του Κόλπου έχουν μειώσει σημαντικά το κόστος παραγωγής μέσω της τυποποίησης και των οικονομιών κλίμακας.
Παράλληλα, νέες τεχνολογίες δημιουργούν πρόσθετες ευκαιρίες αξιοποίησης της αφαλάτωσης. Η ανάκτηση πολύτιμων ορυκτών από την άλμη μετατρέπει σταδιακά ένα απόβλητο σε πολύτιμο πόρο, ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο MAVEN στην Ινδονησία, η πρώτη μεγάλης κλίμακας εμπορική μονάδα τεχνολογίας OARO, η οποία επεξεργάζεται περισσότερα από 27.000 κυβικά μέτρα νερού ημερησίως και παράγει περίπου 220.000 τόνους βρώσιμου αλατιού ετησίως, καλύπτοντας παράλληλα ανάγκες σε καθαρό νερό.
Ταυτόχρονα, η επαναχρησιμοποίηση νερού και τα συστήματα μηδενικής υγρής απόρριψης (Zero Liquid Discharge - ZLD) αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς στην Κίνα, την Ινδία και τη Νοτιοανατολική Ασία, ενώ οι αυστηρότεροι περιβαλλοντικοί κανονισμοί περιορίζουν σταδιακά τις επιπτώσεις της αφαλάτωσης στο θαλάσσιο περιβάλλον.
Ιδιαίτερα σημαντικές προοπτικές παρουσιάζουν και οι αποκεντρωμένες, μικρής κλίμακας μονάδες αφαλάτωσης για τα τουριστικά νησιά της Ασίας, τα οποία αντιμετωπίζουν έντονη εποχική ζήτηση νερού. Σύμφωνα με τον Φέργκιουσον, τα αρθρωτά συστήματα μπορούν να καλύψουν αποτελεσματικά τις εποχικές ανάγκες, να εγκατασταθούν γρήγορα και να λειτουργήσουν σε συνδυασμό με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η ηλιακή, μειώνοντας το κόστος και αυξάνοντας την ανθεκτικότητα των τοπικών δικτύων ύδρευσης.
www.worldenergynews.gr






