Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει ανατρέψει τις ισορροπίες ασφαλείας στην Ευρώπη και έχει μεταβάλει ριζικά το στρατηγικό περιβάλλον
Η Γερμανία δηλώνει αποφασισμένη να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα, με τον πρεσβευτή της στις Ηνωμένες Πολιτείες, Γενς Χάνεφελντ, να τονίζει ότι το Βερολίνο είναι έτοιμο να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης στο ΝΑΤΟ, έπειτα από δεκαετίες κατά τις οποίες οι ΗΠΑ σήκωναν το μεγαλύτερο βάρος της συλλογικής άμυνας της Συμμαχίας.
«Η Γερμανία ανταποκρίνεται στο κάλεσμα και αναλαμβάνει δράση», δήλωσε ο Χάνεφελντ, επισημαίνοντας ότι η νέα στρατηγική της κυβέρνησης του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς προβλέπει τη μετατροπή των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων στην ισχυρότερη συμβατική στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης.
Όπως ανέφερε, ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει ανατρέψει τις ισορροπίες ασφαλείας στην Ευρώπη και έχει μεταβάλει ριζικά το στρατηγικό περιβάλλον.
«Η παράνομη ρωσική επίθεση έχει κλονίσει τις βεβαιότητες στις οποίες βασιζόμασταν για δεκαετίες. Η Γερμανία είναι σήμερα ο μεγαλύτερος υποστηρικτής της Ουκρανίας στην Ευρώπη και η απόφαση να αποκτήσει την ισχυρότερη συμβατική στρατιωτική δύναμη εντός του ΝΑΤΟ αποτελεί στρατηγική δέσμευση», υπογράμμισε.
Ιστορική αλλαγή στρατηγικής
Η νέα κατεύθυνση σηματοδοτεί ιστορική αλλαγή για τη Γερμανία, της οποίας η μεταπολεμική στρατιωτική πολιτική βασιζόταν επί δεκαετίες στη στρατιωτική αυτοσυγκράτηση.
Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Δυτική Γερμανία επανεξοπλίστηκε μόνο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, στο οποίο εντάχθηκε το 1955, ενώ για δεκαετίες στηριζόταν στην αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα ασφαλείας, δεχόμενη συχνά επικρίσεις από την Ουάσιγκτον για τις περιορισμένες αμυντικές της δαπάνες.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 αποτέλεσε σημείο καμπής. Ο τότε καγκελάριος Όλαφ Σολτς χαρακτήρισε τη νέα εποχή ως «Zeitenwende» (ιστορική καμπή), με τον Μερτς να επιχειρεί πλέον να μετατρέψει αυτή τη στροφή σε μόνιμη στρατηγική ενίσχυσης των ενόπλων δυνάμεων.
Τριβές Μερτς - Τραμπ
Η στρατιωτική αναβάθμιση της Γερμανίας εξελίσσεται την ώρα που οι σχέσεις μεταξύ του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του Φρίντριχ Μερτς δοκιμάζονται.
Η ένταση κλιμακώθηκε όταν ο Γερμανός καγκελάριος επέκρινε τον χειρισμό της Ουάσιγκτον στον πόλεμο με το Ιράν, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ εμφανίζονται αποδυναμωμένες στις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη.
Ο Τραμπ απάντησε κατηγορώντας τον Μερτς ότι επιδεικνύει υπερβολική ανοχή απέναντι στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ενώ στη συνέχεια άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γερμανία, καλώντας παράλληλα τον Γερμανό καγκελάριο να επικεντρωθεί περισσότερο στον πόλεμο στην Ουκρανία και στα εσωτερικά προβλήματα της χώρας του.
Νέα ένταση προκάλεσαν και δηλώσεις του Μερτς προς νέους στη Γερμανία, όταν ανέφερε ότι δεν θα συμβούλευε σήμερα τα παιδιά του να ζήσουν, να εργαστούν ή να σπουδάσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, επικαλούμενος τις κοινωνικές αλλαγές που συντελούνται εκεί.
Ο πρώην υποναύαρχος του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού Μαρκ Μοντγκόμερι εκτίμησε ότι τέτοιες δηλώσεις δυσχεραίνουν τη διπλωματική συνεργασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Γερμανία χρειάζεται τη στήριξη της Ουάσιγκτον.
Ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας
Ο Μοντγκόμερι χαρακτήρισε θετική την προσπάθεια της Γερμανίας να αναπτύξει μια ισχυρή αμυντική βιομηχανία, εκτιμώντας ότι η χώρα μπορεί να εξελιχθεί στον βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής αμυντικής παραγωγής.
Ο Χάνεφελντ υπενθύμισε ότι η Γερμανία εξακολουθεί να αποτελεί κομβικό σημείο για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη, μέσω εγκαταστάσεων όπως η αεροπορική βάση Ράμσταϊν, το στρατιωτικό νοσοκομείο Landstuhl και το εκπαιδευτικό κέντρο Grafenwöhr.
«Οι εγκαταστάσεις αυτές εξυπηρετούν τόσο την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ όσο και την αποτρεπτική ισχύ του ΝΑΤΟ», σημείωσε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι «το ΝΑΤΟ θα παραμείνει διατλαντικό στον πυρήνα του, αλλά θα αποκτήσει περισσότερο ευρωπαϊκό χαρακτήρα μέσα στην επόμενη δεκαετία».
Αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ
Κατά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ το 2025 στη Χάγη, οι σύμμαχοι συμφώνησαν να αυξήσουν έως το 2035 τις συνολικές αμυντικές και συναφείς δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τον Χάνεφελντ, η Γερμανία σκοπεύει να επιτύχει τον στόχο αυτό πριν από το 2035, ενώ παράλληλα σχεδιάζει την πρόσληψη σχεδόν 100.000 νέων στελεχών στις ένοπλες δυνάμεις.
Όπως ανέφερε, το Βερολίνο έχει ήδη υπογράψει περισσότερες από 380 συμβάσεις συνολικής αξίας άνω των 33 δισ. δολαρίων με αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες για την προμήθεια και συμπαραγωγή μαχητικών αεροσκαφών, μεταφορικών ελικοπτέρων, αντιαεροπορικών συστημάτων και πυρομαχικών.
Μόνιμη γερμανική ταξιαρχία στη Λιθουανία
Σημαντικό μέρος της νέας στρατηγικής αποτελεί και η ανάπτυξη μόνιμης γερμανικής ταξιαρχίας στη Λιθουανία, η οποία θα αριθμεί περίπου 5.000 στρατιωτικούς και πολιτικό προσωπικό.
Η Bundeswehr εκτιμά ότι η δύναμη αυτή θα είναι πλήρως επιχειρησιακή μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, ενισχύοντας την άμυνα της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ στις χώρες της Βαλτικής.
Ο Χάνεφελντ χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη ανάπτυξη μία από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες της Γερμανίας, με στόχο να καταστήσει σαφές ότι η Συμμαχία «θα υπερασπιστεί κάθε εκατοστό εδάφους των συμμάχων της».
Καταλήγοντας, τόνισε ότι η ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος της Γερμανίας δεν αποτελεί μόνο οικονομική επιλογή, αλλά και βαθιά πολιτική και πολιτισμική αλλαγή, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής στρατιωτικής επιφυλακτικότητας και την ανάδειξη της χώρας σε βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής άμυνας.






