Τι προβλέπουν οι δέκα νέες οδηγίες για εισαγωγείς, παραγωγούς τρίτων χωρών και επαληθευτές – Πώς υπολογίζονται οι ενσωματωμένες εκπομπές και τα πιστοποιητικά άνθρακα
Σε μια αναλυτική δέσμη δέκα κατευθυντήριων εγγράφων προχώρησε στις 14 Αυγούστου 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με σκοπό να διευκολύνει την εφαρμογή του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (Carbon Border Adjustment Mechanism – CBAM) κατά την οριστική του περίοδο.
Οι οδηγίες απευθύνονται κυρίως στις εγκαταστάσεις εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης που παράγουν προϊόντα τα οποία υπάγονται στον CBAM, αλλά αφορούν εξίσου τους εξουσιοδοτημένους δηλωτές CBAM, τους Ευρωπαίους εισαγωγείς, τους έμμεσους τελωνειακούς αντιπροσώπους και τους διαπιστευμένους επαληθευτές.
Πρόκειται για τέσσερις οριζόντιες οδηγίες και έξι κλαδικούς οδηγούς, οι οποίοι καλύπτουν το τσιμέντο, το υδρογόνο, τα λιπάσματα, τον σίδηρο και χάλυβα, το αλουμίνιο και την ηλεκτρική ενέργεια. Τα κείμενα συνοδεύονται από ηλεκτρονικό υπόδειγμα μέσω του οποίου οι παραγωγοί μπορούν να διαβιβάζουν τα αναγκαία στοιχεία στους δηλωτές και στο Μητρώο CBAM. Ευρωπαϊκή Επιτροπή – ανακοίνωση της 14ης Αυγούστου 2026.
Από τη δοκιμαστική φάση στην οικονομική επιβάρυνση
Η οριστική περίοδος του CBAM άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2026. Σε αντίθεση με τη μεταβατική περίοδο 2023-2025, κατά την οποία οι υποχρεώσεις ήταν κυρίως δηλωτικές και δεν απαιτούνταν αγορά πιστοποιητικών, το νέο καθεστώς δημιουργεί πλέον υποχρεώσεις παρακολούθησης, επαλήθευσης, ετήσιας δήλωσης και οικονομικού διακανονισμού.
Οι εισαγωγείς πρέπει να δηλώνουν τις ενσωματωμένες εκπομπές των προϊόντων που εισάγουν και να παραδίδουν τον αντίστοιχο αριθμό πιστοποιητικών CBAM. Κάθε πιστοποιητικό αντιστοιχεί σε έναν τόνο ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα.
Η τιμή του συνδέεται με την τιμή των δικαιωμάτων του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών – EU ETS. Για το 2026 υπολογίζεται με βάση τον τριμηνιαίο μέσο όρο των δημοπρασιών δικαιωμάτων, ενώ από το 2027 θα χρησιμοποιείται εβδομαδιαίος μέσος όρος. Ευρωπαϊκή Επιτροπή – οριστικό καθεστώς CBAM.
Τι καλύπτει κάθε οδηγία
Η πρώτη οδηγία παρουσιάζει τη λειτουργία του CBAM, τους εμπλεκόμενους φορείς, τις προθεσμίες, τις εξαιρέσεις και τις κυριότερες αλλαγές έναντι της μεταβατικής περιόδου.
Η δεύτερη λειτουργεί ως σύντομος οδικός χάρτης για τους παραγωγούς εκτός ΕΕ, ενώ η τρίτη εξειδικεύει τη μεθοδολογία παρακολούθησης και υπολογισμού των ενσωματωμένων εκπομπών.
Η τέταρτη εξηγεί τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων του EU ETS. Πρόκειται για κρίσιμο νέο στοιχείο, καθώς καθορίζει το μέρος των εκπομπών για το οποίο θα απαιτείται πράγματι η παράδοση πιστοποιητικών.
Οι έξι κλαδικοί οδηγοί περιγράφουν τις επιλέξιμες παραγωγικές διεργασίες, τα όρια κάθε συστήματος, τις αλυσίδες αξίας, τα πρόδρομα υλικά και τους ειδικούς κανόνες για τσιμέντο, υδρογόνο, λιπάσματα, σίδηρο και χάλυβα, αλουμίνιο και ηλεκτρική ενέργεια. Περιλαμβάνουν επίσης πρακτικά παραδείγματα υπολογισμών.
Οι εξαιρέσεις
Πέρα από το όριο των 50 τόνων, ποσότητα μέχρι την οποία δεν εφαρμόζεται το CBAM, εξαιρούνται προϊόντα στρατιωτικής χρήσης υπό τις προϋποθέσεις του κανονισμού, καθώς και προϊόντα καταγωγής χωρών που εφαρμόζουν το EU ETS ή σύστημα πλήρως συνδεδεμένο με αυτό. Σήμερα στην κατηγορία αυτή εντάσσονται η Νορβηγία, η Ισλανδία, το Λιχτενστάιν και η Ελβετία.
Προβλέπονται επίσης ειδικές εξαιρέσεις για ηλεκτρική ενέργεια και υδρογόνο που προέρχονται από την υφαλοκρηπίδα ή την αποκλειστική οικονομική ζώνη κρατών και περιοχών που προσδιορίζει ο κανονισμός.
Τι σημαίνουν οι οδηγίες για τις επιχειρήσεις
Η έκδοση των οδηγών σηματοδοτεί τη μετάβαση από την απλή συμμόρφωση σε επίπεδο δηλώσεων σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου του ανθρακικού αποτυπώματος της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Οι επιχειρήσεις που εισάγουν προϊόντα CBAM χρειάζεται πλέον να γνωρίζουν όχι μόνο τον προμηθευτή τους, αλλά και την εγκατάσταση παραγωγής, τη χρησιμοποιούμενη τεχνολογία, την προέλευση των πρόδρομων υλικών και τη μεθοδολογία υπολογισμού των εκπομπών.
Πρακτικά, θα πρέπει άμεσα να χαρτογραφήσουν τους κωδικούς των εισαγόμενων προϊόντων, να ελέγξουν εάν υπερβαίνουν το όριο των 50 τόνων, να εξασφαλίσουν την ιδιότητα εξουσιοδοτημένου δηλωτή, να ενσωματώσουν συμβατικές υποχρεώσεις παροχής δεδομένων στις συμφωνίες με τους προμηθευτές και να προγραμματίσουν εγκαίρως την επαλήθευση.
Η ακρίβεια των δεδομένων δεν αποτελεί πλέον μόνο ζήτημα κανονιστικής συμμόρφωσης. Μετατρέπεται σε παράγοντα κόστους και ανταγωνιστικότητας: όσο χαμηλότερες και καλύτερα τεκμηριωμένες είναι οι πραγματικές εκπομπές ενός προϊόντος, τόσο μικρότερη μπορεί να είναι η οικονομική υποχρέωση CBAM.
Σημειώνεται, τέλος, ότι οι οδηγίες της Επιτροπής έχουν επεξηγηματικό και όχι αυτοτελώς δεσμευτικό χαρακτήρα. Σε περίπτωση απόκλισης υπερισχύουν ο Κανονισμός CBAM και οι εκτελεστικές και κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις της ΕΕ. Το πλήρες υλικό βρίσκεται στην επίσημη σελίδα νομοθεσίας και καθοδήγησης CBAM.
Οι βασικές υποχρεώσεις των εισαγωγέων
Υπεύθυνος απέναντι στις ευρωπαϊκές αρχές είναι ο «εξουσιοδοτημένος δηλωτής CBAM». Πρόκειται συνήθως για τον εισαγωγέα ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, για τον έμμεσο τελωνειακό αντιπρόσωπο.
Οι εισαγωγείς που υπερβαίνουν το ενιαίο ετήσιο όριο των 50 τόνων καθαρής μάζας προϊόντων CBAM πρέπει να διαθέτουν την ιδιότητα του εξουσιοδοτημένου δηλωτή. Το όριο υπολογίζεται αθροιστικά για όλα τα σχετικά προϊόντα και όλους τους κωδικούς Συνδυασμένης Ονοματολογίας του ίδιου εισαγωγέα.
Εάν το όριο ξεπεραστεί μέσα στο έτος, οι υποχρεώσεις ενεργοποιούνται αναδρομικά για το σύνολο των σχετικών εισαγωγών του συγκεκριμένου έτους — και όχι μόνο για τις ποσότητες πέραν των 50 τόνων. Η εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας και υδρογόνου.
Η πρώτη ετήσια δήλωση, για τις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν το 2026, πρέπει να υποβληθεί μέσω του Μητρώου CBAM έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027. Θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:
- τις συνολικές ποσότητες των εισαγόμενων προϊόντων και τη χώρα καταγωγής,
- τις άμεσες και, όπου απαιτείται, τις έμμεσες ενσωματωμένες εκπομπές,
- τις εκπομπές των πρόδρομων υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγή,
- τις εκθέσεις επαλήθευσης,
- την προσαρμογή λόγω δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων στο EU ETS,
- τυχόν πραγματική τιμή άνθρακα που καταβλήθηκε στη χώρα παραγωγής.
Πώς υπολογίζεται η υποχρέωση CBAM
Ο αριθμός των πιστοποιητικών που πρέπει να παραδοθούν προκύπτει από τρία βασικά στοιχεία.
Αφετηρία είναι οι ενσωματωμένες εκπομπές των εισαγόμενων προϊόντων. Από αυτές αφαιρείται η προσαρμογή που αντιστοιχεί στη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων την οποία θα ελάμβανε μια αντίστοιχη ευρωπαϊκή εγκατάσταση στο πλαίσιο του EU ETS. Ακολουθεί, όπου συντρέχει περίπτωση, επιπλέον μείωση για την πραγματική τιμή άνθρακα που έχει ήδη καταβληθεί στην τρίτη χώρα.
Η αναγνωριζόμενη τιμή άνθρακα πρέπει να είναι η καθαρή οικονομική επιβάρυνση, μετά την αφαίρεση επιστροφών, επιδοτήσεων ή άλλων μορφών αντιστάθμισης. Τα σχετικά στοιχεία πρέπει να πιστοποιούνται από ανεξάρτητο πρόσωπο.
Εάν το τελικό αποτέλεσμα είναι αρνητικό, η υποχρέωση μηδενίζεται. Επομένως, δεν απαιτείται παράδοση πιστοποιητικών όταν η προσαρμογή της δωρεάν κατανομής και η αναγνωριζόμενη τιμή άνθρακα καλύπτουν πλήρως την υπολογιζόμενη επιβάρυνση.
Από το 2026 έως το 2033 η οικονομική υποχρέωση θα αυξάνεται σταδιακά, παράλληλα με την κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων του EU ETS. Από το 2034 οι καλυπτόμενες ενσωματωμένες εκπομπές θα υπόκεινται πλήρως στον CBAM.
Τι πρέπει να κάνουν οι παραγωγοί εκτός ΕΕ
Οι παραγωγοί τρίτων χωρών δεν υπέχουν άμεση νομική υποχρέωση έναντι του CBAM. Ωστόσο, εάν θέλουν οι Ευρωπαίοι πελάτες τους να χρησιμοποιούν πραγματικές —και πιθανώς χαμηλότερες— τιμές εκπομπών αντί των προκαθορισμένων τιμών της Επιτροπής, πρέπει να οργανώσουν πλήρες σύστημα παρακολούθησης.
Ειδικότερα, οι οδηγίες προβλέπουν ότι πρέπει να καταρτίσουν και να εφαρμόσουν Σχέδιο Παρακολούθησης στην αγγλική γλώσσα, να καταγράψουν τις άμεσες εκπομπές της εγκατάστασης, να κατανείμουν τις εκπομπές στα επιμέρους προϊόντα και στις αντίστοιχες γραμμές παραγωγής, να παρακολουθούν τις ροές καυσίμων, υλικών, θερμότητας, απαερίων και ηλεκτρικής ενέργειας, να υπολογίζουν τις εκπομπές των πρόδρομων υλικών, να συντάσσουν ετήσια έκθεση εκπομπών, και να διατηρούν τα στοιχεία και τα υποστηρικτικά έγγραφα για τουλάχιστον έξι χρόνια.
Ως περίοδος αναφοράς χρησιμοποιείται κατά κανόνα το ημερολογιακό έτος παραγωγής. Οι εκπομπές υπολογίζονται ως αντιπροσωπευτικός ετήσιος μέσος όρος, ώστε να λαμβάνονται υπόψη εποχικές μεταβολές, συντηρήσεις, διακοπές και επανεκκινήσεις των εγκαταστάσεων.
Πραγματικές ή προκαθορισμένες τιμές;
Οι εισαγωγείς μπορούν να χρησιμοποιήσουν είτε πραγματικές, επαληθευμένες εκπομπές είτε τις προκαθορισμένες τιμές που δημοσιεύει η Επιτροπή.
Οι πραγματικές τιμές μπορούν να αποδειχθούν ευνοϊκότερες για αποδοτικές και χαμηλών εκπομπών εγκαταστάσεις. Απαιτούν, όμως, λεπτομερές σχέδιο παρακολούθησης, αξιόπιστα πρωτογενή δεδομένα και επαλήθευση από διαπιστευμένο φορέα.
Εάν ο εισαγωγέας δεν λάβει πραγματικά επαληθευμένα στοιχεία από τον παραγωγό, μπορεί να προσφύγει στις προκαθορισμένες τιμές. Αυτές περιορίζουν το διοικητικό βάρος, αλλά ενδέχεται να οδηγούν σε μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση, επειδή έχουν σχεδιαστεί ώστε να αποφεύγεται η υποεκτίμηση των εκπομπών.
Υποχρεωτική επαλήθευση
Η χρήση πραγματικών τιμών προϋποθέτει επαλήθευση από διαπιστευμένο επαληθευτή. Ο τελευταίος εξετάζει τόσο τα δεδομένα όσο και τη συμβατότητα του Σχεδίου Παρακολούθησης με τη μεθοδολογία CBAM.
Για να μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα στοιχεία στην ετήσια δήλωση απαιτείται θετική δήλωση επαλήθευσης. Η έκθεση δημιουργείται στο Μητρώο CBAM, ώστε να διασφαλίζεται η γνησιότητά της.
Εάν ο παραγωγός είναι καταχωρισμένος στο Μητρώο, μπορεί να επιτρέπει απευθείας στους δηλωτές την πρόσβαση στα επαληθευμένα δεδομένα. Διαφορετικά, πρέπει να τους διαβιβάζει την έκθεση επαλήθευσης και την πλήρη έκθεση εκπομπών, ώστε να αναρτώνται χειροκίνητα στο σύστημα.
www.worldenergynews.gr






