Η εικόνα στην αγορά ασημιού ενδέχεται να αλλάξει δραστικά μέσα στους επόμενους μήνες, με την περιορισμένη προσφορά που χαρακτήρισε την αγορά να δίνει τη θέση της ακόμη και σε πλεόνασμα από το 2027, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Deutsche Bank.
Όπως εκτιμά ο αναλυτής μετάλλων της Deutsche Bank, Ντάνιελ Γκάλι, η αύξηση των διαθέσιμων αποθεμάτων και η υποχώρηση της βιομηχανικής ζήτησης δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια σημαντική αλλαγή ισορροπίας στην αγορά. Οι τιμές spot του ασημιού θα μπορούσαν να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στα 70 δολάρια ανά ουγγιά έως το δεύτερο τρίμηνο του 2027, παραμένοντας χαμηλότερα από τα επίπεδα που καταγράφηκαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να περιορίσει την ικανότητα του ασημιού να ακολουθήσει την πορεία του χρυσού, ακόμη και εάν συνολικά τα πολύτιμα μέταλλα συνεχίσουν να ευνοούνται από ένα ισχυρότερο επενδυτικό περιβάλλον.
Το ασήμι διαπραγματευόταν νωρίς τη Δευτέρα στα 60,99 δολάρια ανά ουγγιά. Από την αρχή του 2026 η τιμή του έχει υποχωρήσει περίπου 14%, παραμένει όμως περίπου 26% υψηλότερη σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Από την έλλειψη στην επάρκεια
Η πρόβλεψη της Deutsche Bank σηματοδοτεί αντιστροφή της εικόνας που επικρατούσε μόλις έναν χρόνο νωρίτερα. Τον Οκτώβριο του 2025, η περιορισμένη διαθεσιμότητα φυσικού ασημιού στο Λονδίνο είχε εκτοξεύσει το κόστος δανεισμού του μετάλλου, ενώ οι ανησυχίες για την επάρκεια της προσφοράς, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις αγορές ασφαλών καταφυγίων, είχαν οδηγήσει την τιμή πάνω από τα 120 δολάρια ανά ουγγιά στις αρχές του 2026.
«Η κορύφωση της σπανιότητας του ασημιού βρίσκεται πλέον ξεκάθαρα πίσω μας», σημειώνει ο Γκάλι, επικεφαλής έρευνας μετάλλων της Deutsche Bank.
Η εκτίμηση είναι πιο απαισιόδοξη για τις τιμές από εκείνες άλλων μεγάλων χρηματοπιστωτικών οίκων, οι οποίοι έχουν υποστηρίξει το τελευταίο διάστημα ότι η στενότητα της φυσικής αγοράς ασημιού υποχωρεί. Η Deutsche Bank προχωρά ένα βήμα περισσότερο, προβλέποντας ότι η αγορά θα μπορούσε να περάσει από την έλλειψη σε πλεόνασμα.
Μεγαλώνουν τα διαθέσιμα αποθέματα
Στα τέλη Αυγούστου υπήρχαν στα εμπορικά θησαυροφυλάκια του Λονδίνου περισσότερες από 914 εκατ. ουγγιές ασημιού, εκ των οποίων πάνω από 300 εκατ. ουγγιές ήταν άμεσα διαθέσιμες προς αγορά, σύμφωνα με τη Deutsche Bank.
Η ποσότητα του ελεύθερα διαθέσιμου ασημιού έχει αυξηθεί κατά 70% από τον Οκτώβριο του 2025, δημιουργώντας ένα πολύ μεγαλύτερο απόθεμα ασφαλείας απέναντι σε ενδεχόμενες ξαφνικές ελλείψεις.
Αύξηση αποθεμάτων καταγράφεται επίσης στις αποθήκες του Χρηματιστηρίου Εμπορευμάτων του Σικάγου (CME) και στη Σαγκάη. Σύμφωνα με τον Γκάλι, η εξέλιξη αυτή πιθανότατα δεν αποτελεί απλώς μεταφορά αποθεμάτων μεταξύ διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών, αλλά συνδέεται με την ανακύκλωση ασημιού, τις ιδιωτικές αποθήκες και την εξασθένηση της ζήτησης.
Η Deutsche εκτιμά ότι η επάρκεια του μετάλλου πλέον καταγράφεται σε διαφορετικές αγορές και ότι ο συνδυασμός των αποθεμάτων στο Λονδίνο και στις αποθήκες του CME περιορίζει σημαντικά τις ανησυχίες για νέα στενότητα.
Τα φωτοβολταϊκά περιορίζουν τη ζήτηση
Ο σημαντικότερος παράγοντας πίεσης στη ζήτηση αναμένεται να είναι ο κλάδος των φωτοβολταϊκών. Η Deutsche Bank προβλέπει ότι η παγκόσμια κατανάλωση ασημιού για εφαρμογές ηλιακής ενέργειας θα μειωθεί περισσότερο από 20% φέτος, ενώ στην Κίνα η πτώση αναμένεται να φτάσει το 33%.
Οι κατασκευαστές φωτοβολταϊκών περιορίζουν σταδιακά την ποσότητα ασημιού που χρησιμοποιούν, αξιοποιώντας τεχνολογικές βελτιώσεις, όπως λεπτότερες ηλεκτρικές επαφές, πάστες ασημιού με επικάλυψη χαλκού και σχεδιασμούς που απαιτούν μικρότερες ποσότητες μετάλλου.
Η Deutsche εκτιμά ότι η κατανάλωση ασημιού ανά ηλιακό κύτταρο θα μειωθεί κατά 17% το 2026. Η εκτίναξη των τιμών έχει επιταχύνει αυτή τη διαδικασία, καθώς το ασήμι είχε φτάσει να αντιστοιχεί σε περισσότερο από 30% του κόστους κατασκευής ενός φωτοβολταϊκού πάνελ στις αρχές του έτους, έναντι λιγότερο από 10% στις αρχές του 2025.
Αν και το ποσοστό αυτό έχει πλέον υποχωρήσει περίπου στο 14%, το ασήμι εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό κόστος για τους κατασκευαστές φωτοβολταϊκών κυψελών, ενισχύοντας τα κίνητρα για περαιτέρω περιορισμό της χρήσης του.
Οι επενδυτές αποκτούν μεγαλύτερο ρόλο
Καθώς η περίοδος της έντονης στενότητας φαίνεται να ολοκληρώνεται, η επενδυτική ζήτηση αναμένεται να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για την πορεία της τιμής του ασημιού, σε σχέση με τη βιομηχανική κατανάλωση.
Ωστόσο, οι επενδυτικές ροές μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά την εικόνα. Η Deutsche Bank εκτιμά ότι τα επενδυτικά κεφάλαια που στηρίζονται σε ασήμι θα μπορούσαν να απελευθερώσουν περίπου 40 εκατ. ουγγιές έως τον Δεκέμβριο του 2027, εάν επαναληφθούν τα μοτίβα που παρατηρήθηκαν σε προηγούμενους κύκλους αυξήσεων των επιτοκίων της αμερικανικής Federal Reserve.
Παράλληλα, οι εισαγωγές ασημιού της Ινδίας κινούνται περίπου 25% χαμηλότερα από τα περυσινά επίπεδα, καθώς οι υψηλότεροι δασμοί και οι περιορισμοί στις εισαγωγές έχουν περιορίσει τις αγορές. Τα στοιχεία του Αυγούστου δείχνουν κάποια ανάκαμψη της ζήτησης, όμως σύμφωνα με τη Deutsche τα αποθέματα σε Λονδίνο και Σαγκάη επαρκούν για να καλύψουν τις εποχικές ανάγκες της ινδικής αγοράς.
Βασική αβεβαιότητα παραμένει η Κίνα. Οι τιμές του ασημιού στη χώρα εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με σταθερό premium, παρά την ασθενέστερη ζήτηση στη χονδρική αγορά και την αύξηση των αποθεμάτων. Η αιτία αυτής της ανθεκτικότητας δεν είναι ακόμη σαφής και, σύμφωνα με τη Deutsche Bank, θα μπορούσε να αποτελέσει παράγοντα ανοδικού κινδύνου για τις τιμές και να ανατρέψει την εκτίμηση περί επερχόμενης υπερπροσφοράς.
www.worldenergynews.gr






