Η ενεργειακή κρίση επιστρέφει, οι τιμές του ρεύματος εκτοξεύονται, χωρίς να υπάρχει καμία αντίδραση από το αρμόδιο Υπουργείο Ενέργειας, το οποίο έχει αρκεστεί σε έναν σχεδιασμό τριετίας, έχοντας κατά τα άλλα πιαστεί στον ύπνο.
Την ίδια ώρα και παρά το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από τη Θεσσαλονίκη άφησε να εννοηθεί ότι παραμένει ανοικτό να ληφθούν μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων και της βιομηχανίας ειδικότερα έναντι της νέας ενεργειακής κρίσης, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας «παρακολουθεί τις εξελίξεις» και εξαγγέλλει απλά μέτρα μείωσης της τιμής του ρεύματος για τους οικιακούς καταναλωτές το 2029, προς το παρόν τουλάχιστον.
Μάλιστα τόσο ο υπουργός Σταύρος Παπασταύρου όσο και ο υφυπουργός Νίκος Τσάφος δηλώνουν σε όλους τους τόνους ότι τα μέτρα για τη βιομηχανία έχουν εξαντληθεί, ζητώντας από τις επιχειρήσεις να αρκεστούν σε ότι έχει ήδη ανακοινωθεί.
«Η κρίση είναι μπροστά και απορώ πώς δεν τη βλέπουν. Η βιομηχανία δεν αντέχει» αναφέρει χαρακτηριστικά βιομήχανος και επικαλείται την εικόνα όπως διαμορφώνεται στη χονδρεμπορική αγορά της Ελλάδας .
Η μέση τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στη χονδρεμπορική αγορά που είχε φτάσει στα 133,4 ευρώ/MWh τον Αύγουστο, αυξημένη κατά 21% σε σχέση με τον Ιούλιο, τις πρώτες 14 ημέρες του Σεπτεμβρίου κινείται στα 158,97 ευρώ/MWh. Παράλληλα, η τιμή του φυσικού αερίου στον TTF κινείται γύρω από τα 80 ευρώ/MWh, επαναφέροντας μνήμες από την προηγούμενη μεγάλη ενεργειακή κρίση.
Σήμερα Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου η τιμή διαμορφώνεται στις 186,76 ευρώ/MWh!
Το πρόβλημα, δεν αφορά μόνο τις μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες. Ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγικής βάσης βρίσκεται εκτός των μηχανισμών στήριξης. Μικρότερες βιομηχανίες, μεταποιητικές μονάδες, βιοτεχνίες, φούρνοι και άλλες επιχειρήσεις με υψηλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα, χωρίς όμως να διαθέτουν το μέγεθος, τη διαπραγματευτική ισχύ ή την πρόσβαση στα ίδια εργαλεία με τις μεγαλύτερες ενεργοβόρες επιχειρήσεις.
Έτσι η συζήτηση για την ανάγκη στήριξη των επιχειρήσεων διαχέεται σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα.
Η κυβέρνηση, αντί να σχεδιάσει ένα οριζόντιο και στοχευμένο πλαίσιο για τις επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως μεγέθους, επιλέγει να εξαντλείται σε παρεμβάσεις περιορισμένης εμβέλειας και να παραπέμπει τη λύση στο μέλλον. Έως τότε όμως μια επιχείρηση μπορεί να μειώσει την παραγωγή της, να χάσει αγορές, να μεταφέρει δραστηριότητες, να αναστείλει επενδύσεις ή ακόμη και να κλείσει.
Το κόστος μιας τέτοιας εξέλιξης δεν αποτυπώνεται μόνο στον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος. Μεταφέρεται στην απασχόληση, στις εξαγωγές, στη φορολογία και τελικά στην ίδια την παραγωγική βάση της χώρας.
Στα 100 ευρώ/MWh κοντά η διαφορά με την Βουλγαρία
Την ίδια ώρα, η σύγκριση με άλλες χώρες της περιοχής γίνεται όλο και πιο δυσάρεστη για την Ελλάδα. Η Βουλγαρία, για παράδειγμα, έχει δεσμευθεί να διαθέτει ηλεκτρική ενέργεια στις επιχειρήσεις της με τιμή 62,5 ευρώ/MWh, ενώ μια ελληνική επιχείρηση βρίσκεται αντιμέτωπη με χονδρεμπορικές τιμές που προσεγγίζουν τα 160 ευρώ/MWh.
Σε ότι αφορά δε την αντιστάθμιση του κόστους CO2, που παρουσιάζεται ως βασικό εργαλείο στήριξης. Η βιομηχανία επισημαίνει ότι εφαρμόζεται ήδη από το 2013 και αφορά περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων. Άρα δεν μπορεί να αποτελέσει απάντηση στη σημερινή διευρυμένη ενεργειακή πίεση που έχει πλέον περάσει από τη βαριά βιομηχανία σε ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι της παραγωγής.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η κυβέρνηση γνωρίζει το πρόβλημα. Το ερώτημα είναι γιατί, ενώ οι τιμές του ρεύματος και του φυσικού αερίου ανεβαίνουν και οι επιχειρήσεις προειδοποιούν ότι δεν αντέχουν, η ηγεσία του ΥΠΕΝ επιμένει ότι τα μέτρα έχουν εξαντληθεί.
To θέμα περί ελλειμματικής βιομηχανικής πολιτικής επανέρχεται παρά τις αρκετές προσπάθειες που έγιναν από το Υπουργείο Ανάπτυξης και παραπέμπει στο αίτημα της Ελληνικής Παραγωγής για δημιουργία Υπουργείου Βιομηχανίας.
www.worldenrgynews.gr






