Η G7 ενέκρινε για πρώτη φορά έναν μετρήσιμο στόχο ανθεκτικότητας της εφοδιαστικής αλυσίδας, προβλέποντας ότι έως το 2030 η εξάρτηση από οποιονδήποτε μεμονωμένο προμηθευτή εκτός G7 σε σπάνιες γαίες και μόνιμους μαγνήτες θα πρέπει να περιοριστεί κάτω από το 60%, με μακροπρόθεσμο στόχο το 50%
Στις 15 Ιουνίου, οι ηγέτες της Ομάδας των Επτά (G7), συμπεριλαμβανομένου του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, συναντήθηκαν στη Γαλλία στο πλαίσιο της ετήσιας συνόδου κορυφής. Κεντρικό θέμα της ατζέντας αποτέλεσε η συνεργασία στα κρίσιμα ορυκτά, με έμφαση στον συντονισμό των τιμών και στη μείωση της εξάρτησης από τις κινεζικές σπάνιες γαίες.
Μία ημέρα αργότερα, ο Τραμπ και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υπέγραψαν εξ αποστάσεως συμφωνία με το Ιράν για τον τερματισμό των εχθροπραξιών, την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, το πάγωμα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και την έναρξη μιας νέας περιόδου οικονομικών επενδύσεων στη χώρα. Η συμφωνία θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την επανένταξη του Ιράν στην παγκόσμια οικονομία, ιδιαίτερα στον μεταλλευτικό τομέα.
Μία ημέρα αργότερα, ο Τραμπ και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υπέγραψαν εξ αποστάσεως συμφωνία με το Ιράν για τον τερματισμό των εχθροπραξιών, την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, το πάγωμα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και την έναρξη μιας νέας περιόδου οικονομικών επενδύσεων στη χώρα. Η συμφωνία θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την επανένταξη του Ιράν στην παγκόσμια οικονομία, ιδιαίτερα στον μεταλλευτικό τομέα.
Η G7 ενέκρινε για πρώτη φορά έναν μετρήσιμο στόχο ανθεκτικότητας της εφοδιαστικής αλυσίδας, προβλέποντας ότι έως το 2030 η εξάρτηση από οποιονδήποτε μεμονωμένο προμηθευτή εκτός G7 σε σπάνιες γαίες και μόνιμους μαγνήτες θα πρέπει να περιοριστεί κάτω από το 60%, με μακροπρόθεσμο στόχο το 50%. Για τα υπόλοιπα κρίσιμα ορυκτά, οι αρμόδιοι υπουργοί καλούνται να καταρτίσουν συγκεκριμένους στόχους και σχέδια εφαρμογής έως το τέλος του έτους.
Ωστόσο, οι χώρες της G7 δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε έναν μηχανισμό ελάχιστης τιμής για τα κρίσιμα ορυκτά. Βασικό εμπόδιο παραμένει το ζήτημα της χρηματοδότησης, καθώς οι κυβερνήσεις εμφανίζονται απρόθυμες να επιβαρύνουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς, ενώ παράλληλα διστάζουν να μετακυλίσουν το κόστος στους τελικούς καταναλωτές και τη βιομηχανία.
Η επίτευξη του στόχου περιορισμού των εισαγωγών κινεζικών σπάνιων γαιών και μαγνητών θεωρείται ιδιαίτερα φιλόδοξη. Η Κίνα παράγει περίπου το 93% των μόνιμων μαγνητών παγκοσμίως και ελέγχει το 85%-91% της παγκόσμιας δυναμικότητας διύλισης σπάνιων γαιών.
Παρότι έχουν ανακοινωθεί σημαντικά επενδυτικά σχέδια σε ΗΠΑ, Αυστραλία, Βραζιλία, Γαλλία, Ιαπωνία και Σαουδική Αραβία, πολλοί από τους σχεδιαζόμενους σταθμούς επεξεργασίας βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης.
Παρότι έχουν ανακοινωθεί σημαντικά επενδυτικά σχέδια σε ΗΠΑ, Αυστραλία, Βραζιλία, Γαλλία, Ιαπωνία και Σαουδική Αραβία, πολλοί από τους σχεδιαζόμενους σταθμούς επεξεργασίας βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης.
Παραδείγματα όπως η USA Rare Earths και η Lynas Rare Earths καταδεικνύουν τις δυσκολίες του εγχειρήματος, καθώς έργα που υποστηρίζονται από κρατική χρηματοδότηση έχουν βρεθεί αντιμέτωπα με νομικές εμπλοκές, τεχνολογικές προκλήσεις, αδειοδοτικά προβλήματα και αυξημένα κόστη.
Η περίπτωση της Ιαπωνίας αναδεικνύει επίσης το μέγεθος της πρόκλησης. Παρά τις συστηματικές προσπάθειες των τελευταίων 15 ετών για διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού μέσω ανακύκλωσης, καινοτομίας και διεθνών συνεργασιών, η χώρα εξακολουθεί να παραμένει ο μεγαλύτερος εισαγωγέας κινεζικών σπάνιων γαιών παγκοσμίως.
Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν προβλέπει ένα πλαίσιο 60 ημερών για τη διαπραγμάτευση μιας τελικής συνολικής συμφωνίας. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμεύονται να χορηγήσουν εξαιρέσεις από τις κυρώσεις ώστε να επανεκκινήσουν οι ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου, ενώ προβλέπεται η δημιουργία ταμείου ανασυγκρότησης ύψους 300 δισ. δολαρίων για τη στήριξη της οικονομικής ανάκαμψης και των υποδομών της χώρας.
Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ αναμένεται να συμβάλει στη μείωση των τιμών του θείου και του θειικού οξέος, οι οποίες έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν. Οι αυξήσεις αυτές έχουν επιβαρύνει το κόστος παραγωγής κρίσιμων ορυκτών όπως το λίθιο, το νικέλιο, ο χαλκός και οι σπάνιες γαίες.
Παράλληλα, η άρση ορισμένων περιορισμών θα μπορούσε να επιτρέψει στο Ιράν να αποκτήσει πρόσβαση σε παγωμένα περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, ενισχύοντας τη δυνατότητά του να επενδύσει εκ νέου στον μεταλλευτικό και ενεργειακό τομέα.
Η μεταλλευτική βιομηχανία θεωρείται ένας από τους βασικούς μοχλούς επανένταξης του Ιράν στην παγκόσμια οικονομία. Η χώρα διαθέτει σημαντικά αποθέματα χαλκού, αλουμινίου και ψευδαργύρου, ενώ τα επιβεβαιωμένα αποθέματα χαλκού υπολογίζονται σε περίπου 2,6 δισ. τόνους, αντιστοιχώντας σε περίπου 5% των παγκόσμιων γνωστών αποθεμάτων.
Μετά τη μερική άρση των κυρώσεων το 2016, η Τεχεράνη επιδίωξε να προσελκύσει επενδύσεις από μεγάλους διεθνείς ομίλους όπως η Glencore και η Rio Tinto, θέτοντας φιλόδοξους στόχους για την αύξηση της παραγωγής συμπυκνωμάτων χαλκού. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική διαδραματίζει το μεταλλευτικό συγκρότημα Sarcheshmeh, το οποίο συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα ανοικτά ορυχεία χαλκού παγκοσμίως.
Παρά τη σημαντική αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας την τελευταία δεκαετία, οι κυρώσεις έχουν περιορίσει την περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου, καθώς δυσχεραίνουν την εισαγωγή εξοπλισμού και την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων. Η ενδεχόμενη χαλάρωση των περιορισμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέο κύμα επενδύσεων, ιδιαίτερα στον χαλκό, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης και της ανάπτυξης των κέντρων δεδομένων.
Παρά τις σημαντικές ευκαιρίες, το επενδυτικό περιβάλλον στο Ιράν εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλό ρίσκο. Η διαφθορά, οι πολιτικές εντάσεις, η οικονομική αστάθεια και η αβεβαιότητα γύρω από τη διάρκεια της άρσης των κυρώσεων εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικούς αποτρεπτικούς παράγοντες για τους διεθνείς επενδυτές.


Ο μεγαλύτερος κίνδυνος αφορά το ενδεχόμενο επαναφοράς των κυρώσεων. Η εμπειρία της συμφωνίας για τα πυρηνικά του 2015 δείχνει ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορούν να ανατρέψουν ταχύτατα τις επενδυτικές προοπτικές, δημιουργώντας αβεβαιότητα για έργα που απαιτούν επενδυτικό ορίζοντα δεκαετιών.
www.worldenergynews.gr






